Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 08-Ιουλ-2021 00:03

    "Μάθε παιδί μου γράμματα!" Οι νέοι εγγράφονται στα ΑΕΙ, ολοκληρώνουν όμως τη φοίτησή τους σε αυτά;

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Δρ. Χαρ. Χρυσομαλλίδη

    Οι επιστημονικές και ερευνητικές δυνατότητες μιας χώρας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το εκπαιδευτικό επίπεδο και την εξειδίκευση του ανθρώπινου δυναμικού. Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) θεωρεί τα άτομα με υψηλά προσόντα "δεξαμενές γνώσης", αλλά και "φορείς ροής και κυκλοφορίας της γνώσης". Το ανθρώπινο κεφάλαιο αναπτύσσεται μέσω της εκπαίδευσης, καλλιεργώντας κατάλληλες γενικές και πιο εξειδικευμένες δεξιότητες, οι οποίες θεωρούνται από τις πιο σημαντικές εισροές -μεταξύ άλλων- και για την ερευνητική δραστηριότητα σε μια χώρα. 

    Έτσι, η γνώση είναι η λέξη κλειδί, φέρνοντας την έρευνα εγγύτερα στην εκπαίδευση, καθώς η πρώτη παράγει νέα γνώση και η δεύτερη τη διαχέει, προσδιορίζοντας επίσης τη λεγόμενη "απορροφητική ικανότητα" του ανθρώπινου κεφαλαίου. Σε αυτή τη βάση, έχουν αναπτυχθεί, επίσης πολλά θεωρητικά και αναλυτικά σχήματα, όπως η λεγόμενη θεωρία του "τριπλού έλικα" και η προσέγγιση του τριγώνου της γνώσης που εστιάζουν στην αλληλεπίδραση της έρευνας, της εκπαίδευσης και της καινοτομίας. Με αυτόν τον τρόπο καλλιεργείται το έδαφος, έτσι ώστε οι νέες γνώσεις να διαδίδονται γρηγορότερα, πληρέστερα και αποτελεσματικότερα στην οικονομία, και ευρύτερα στην κοινωνία. 

    Σε τεχνικό επίπεδο, το ανθρώπινο δυναμικό είναι ένας από τους δέκα βασικούς πυλώνες που καθορίζουν την επίδοση και την κατάταξη των κρατών μελών της ΕΕ στον Ευρωπαϊκό Πίνακα αποτελεσμάτων για την καινοτομία (Innovation Union Scoreboard). Οι σχετικοί δείκτες αναφέρονται ενδεικτικά στους νέους απόφοιτους διδακτορικού, στον πληθυσμό με τριτοβάθμια εκπαίδευση, καθώς και στη συμμετοχή στη διά βίου εκπαίδευση. Με δεδομένο, ότι ένας κρίσιμος τομέας για τη χώρα, τον παραγωγικό της μετασχηματισμό και το αναπτυξιακό της πρότυπο στη μετά κρίση εποχή είναι το επίπεδο και η υποστήριξη του ανθρώπινου δυναμικού υψηλών προσόντων και εξειδίκευσης που κατά βάση είναι οι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, έχει ενδιαφέρον να αναλυθεί η συμμετοχή των νέων στην ανώτατη εκπαίδευση, αλλά και η σύγκριση με δεδομένα ως προς την αποφοίτησή τους. 

    Παρά τις δυσμενείς συνθήκες που βίωσε η χώρα την προηγούμενη δεκαετία, το μερίδιο του πληθυσμού που έχει τουλάχιστον ένα πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αυξάνεται συνεχώς στην Ελλάδα, από 18% το 2005 σε 28% το 2019. Αυτό το φαινόμενο υποδηλώνει ότι το εγχώριο σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αναπτύσσεται. Παρόλα αυτά, όταν λαμβάνεται υπόψη η διακρατική σύγκριση, τα στοιχεία δείχνουν, ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην 18η θέση, επίδοση χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ. Το Λουξεμβούργο, η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν τα υψηλότερα ποσοστά, ενώ χώρες, όπως η Γερμανία και η Ιταλία έχουν επίσης χαμηλότερα ποσοστά από τον μέσο όρο της ΕΕ, προφανώς λόγω του μεγαλύτερου ειδικού βάρους της τεχνολογικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης σε αυτές τις χώρες.

    Όπως είναι γνωστό, διαχρονικά, αίτημα της κοινωνίας και στόχος της μέσης ελληνικής οικογένειας ήταν η εισαγωγή των νέων στην ανώτατη εκπαίδευση και η απόκτηση ενός πανεπιστημιακού πτυχίου, με απώτερο στόχο την κοινωνική ανέλιξη, τις καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές, και πιθανώς τις υψηλότερες αμοιβές. Το φαινόμενο αυτό συνέβαλε πράγματι κατά τις προηγούμενες δεκαετίες στα προαναφερθέντα για σημαντικό μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Σε αυτό το σημείο είναι, πάντως, χρήσιμο να αναφερθεί, ότι αυτή η τάση προκλήθηκε, αλλά και οδήγησε -με τρόπο ανατροφοδοτούμενο- στην απαξίωση της τεχνικής εκπαίδευσης στη χώρα. 

    Τα τελευταία χρόνια σημειώνεται υψηλή εισαγωγή νέων στα ελληνικά ΑΕΙ, καθώς η χώρα εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό εγγεγραμμένων προπτυχιακών φοιτητών στην κατηγορία 20-24 ετών στην ΕΕ (44%), ποσοστό διπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Αυτό είναι αποτέλεσμα του πιο ανοικτού πλέον τρόπου εισαγωγής των αποφοίτων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στα ΑΕΙ τα τελευταία 15 χρόνια περίπου. Πάντως, η εισαγωγή των νέων στην ανώτατη εκπαίδευση δεν είναι το πλέον σημαντικό στοιχείο και το ζητούμενο σε αυτή τη συζήτηση! Κι αυτό, διότι αν γίνει σύγκριση της συγκεκριμένης επίδοσης της χώρας με τα δεδομένα για τους αποφοίτους, όπου η Ελλάδα βρίσκεται στη 10η θέση, προκύπτει, ότι υπάρχει ένα κενό μεταξύ του πληθυσμού που είναι εγγεγραμμένος στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και εκείνων που καταφέρνουν τελικά να αποκτήσουν ένα πανεπιστημιακό πτυχίο.

    Διάγραμμα: Φοιτητές σε προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές (ISCED6, ISCED7), στα κράτη μέλη της ΕΕ, 2019, ως% των νέων 20-24 ετών 

    πιν
    Πηγή:  Eurostat


    Με άλλα λόγια, το ζήτημα για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, και την οργάνωσή του δεν περιορίζεται στο πόσοι νέοι εισάγονται στα ελληνικά ΑΕΙ, αλλά και στο πόσοι αποφοιτούν από αυτά, σε ποια επιστημονικά πεδία και με ποια εξειδίκευση. Ειδικά, το τελευταίο θα πρέπει να τονιστεί, καθώς η φοίτηση σε τομείς όπως οι Φυσικές Επιστήμες, η Τεχνολογία, η Μηχανική και τα Μαθηματικά (τα λεγόμενα STEM) και η ύπαρξη αντίστοιχα εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού στην αγορά εργασίας, θεωρείται ότι αποτελεί ισχυρή ένδειξη υψηλού καινοτομικού δυναμικού σε μια χώρα, που επιτρέπει και διευκολύνει τη σύνδεση της επιστημονικής γνώσης με την παραγωγή, με έμμεσο αποτέλεσμα τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό του εθνικού προϊόντος. 

    Συνολικά, συνεπώς, η μετάβαση της ελληνικής οικονομίας προς ένα πρότυπο έντασης γνώσης είναι σαφές, ότι θα εξαρτηθεί, αφενός από τη ζήτηση για επαγγελματίες που προκύπτει από την πλευρά των επιχειρήσεων-εργοδοτών (τόσο από το δημόσιο, όσο και από τον ιδιωτικό τομέα) και τον αναγκαίο εκσυγχρονισμό τους -με τρόπο που θα ενσωματώνει περισσότερα χαρακτηριστικά έντασης γνώσης στην οργάνωση και την παραγωγή- και αφετέρου από την προσφορά εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού στην αγορά εργασίας. Αυτή με τη σειρά της αφορά κατά βάση την ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα, καθώς καθορίζει σε σημαντικό βαθμό την ποιότητα και την εξέλιξη του ανθρώπινου δυναμικού. Σε αυτό το ζήτημα είναι αναγκαίο να επικεντρωθεί το ενδιαφέρον της σχετικής δημόσιας συζήτησης.
     

    * Ο Δρ. Χαράλαμπος Χρυσομαλλίδης είναι εξωτερικός επιστημονικός συνεργάτης  του ΕΛΙΑΜΕΠ

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ