Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 03-Ιουν-2021 00:03

    Ελλάδα και Ευρωζώνη: Μια δύσκολη σχέση

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Δημήτρη Χ. Κατσίκα 

    Η συμπλήρωση 40 ετών από την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία για αναστοχασμό της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας. Θα μπορούσε μάλιστα κανείς να ισχυριστεί, ότι η ευκαιρία αυτή αποτελεί στην πραγματικότητα αδήριτη επιταγή, καθώς συμπίπτει με μια πρωτοφανή κρίση, την τελευταία μιας σειράς κρίσεων που έχουν ταλανίσει την ΕΕ, και ιδιαίτερα την Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια. Οι αλλεπάλληλες κρίσεις ανέδειξαν σημαντικές ελλείψεις και αδυναμίες στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα· φανέρωσαν ωστόσο και την ελλιπή ενσωμάτωση της Ελλάδας σε αυτό, καταδεικνύοντας την ανάγκη αναθεώρησης των θεσμικών προσαρμογών και των πολιτικών που εφαρμόζονται για την επίτευξή της, αλλά πρωτίστως της ίδιας της πρόσληψης της παρουσίας της Ελλάδας στην ΕΕ, και των περιορισμών και ευκαιριών που αυτή συνεπάγεται, τόσο από τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ, όσο και από το μέσο πολίτη. Η αναθεωρητική αυτή επιταγή τίθεται εμφατικά, περισσότερο ίσως από οποιαδήποτε άλλη πτυχή της ευρωπαϊκής μας συνύπαρξης, όσον αφορά τη θέση της Ελλάδας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ). 

    Η είσοδος της Ελλάδας στην Ευρωζώνη την 1η Ιανουαρίου του 2001, αποτέλεσε την πιο εμβληματική στιγμή και αδιαμφισβήτητα κορυφαίο επίτευγμα της χώρας στη σαραντάχρονη ευρωπαϊκή της πορεία. Θεωρήθηκε καταλυτική για τη μετάβαση της χώρας σε ένα διαφορετικό οικονομικό υπόδειγμα, απαλλαγμένο από τις παθογένειες του παρελθόντος, και ως μοναδική ευκαιρία για τη σύγκλιση με τον ανεπτυγμένο ευρωπαϊκό Βορρά. Τα πρώτα χρόνια παρουσίας στη ζώνη του ευρώ φάνηκαν να επιβεβαιώνουν τις αρχικές προσδοκίες. Η οικονομία αναπτύχθηκε με ταχείς ρυθμούς, οδηγώντας σε αυξήσεις μισθών και συντάξεων και περαιτέρω σύγκλιση με το μέσο ευρωπαϊκό κατά κεφαλήν εισόδημα. Δυστυχώς όμως, μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, το όνειρο μετατράπηκε σε εφιάλτη. Η κρίση που ακολούθησε ήταν χωρίς προηγούμενο, τόσο ως προς την ένταση όσο και ως προς τη διάρκειά της. Πώς φτάσαμε από την ευφορία της ένταξης σε μια υπαρξιακή κρίση σε λιγότερο από μία δεκαετία;

    Η ελληνική οικονομία χαρακτηριζόταν διαχρονικά από χαμηλή ανταγωνιστικότητα. Κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο, το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας μεγεθύνθηκε περαιτέρω λόγω της υιοθέτησης ενός αναπτυξιακού υποδείγματος βασισμένου στην τόνωση της εγχώριας ζήτησης και την αναδιανομή εισοδήματος, κυρίως μέσω της ενίσχυσης του ρόλου  του κράτους στην οικονομία. Τα υψηλά ελλείμματα και οι περιοδικές κρίσεις του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, ως αποτέλεσμα των ακολουθούμενων πολιτικών, αντιμετωπίζονταν μέσω της διολίσθησης και ενίοτε υποτίμησης της δραχμής. 

    Ωστόσο, ήταν γνωστό εκ των προτέρων ότι η είσοδος στην Ευρωζώνη θα στερούσε από την Ελλάδα το εργαλείο της συναλλαγματικής πολιτικής, ενώ ο έλεγχος της νομισματικής της πολιτικής θα περνούσε στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Χωρίς αυτά τα βασικά μακροοικονομικά εργαλεία, η ένταξη της ελληνικής οικονομίας στην ΟΝΕ προϋπέθετε σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και μετασχηματισμό του αναπτυξιακού της υποδείγματος, σε συνδυασμό μια πολύ πιο συνετή, σε σχέση με το παρελθόν, δημοσιονομική διαχείριση.    

    Δυστυχώς, οι πολιτικές ελίτ της χώρας δεν θέλησαν να επωμιστούν το πολιτικό κόστος της αναγκαίας προσαρμογής. Έτσι, κάτω από την επιφάνεια της οικονομικής μεγέθυνσης, παρέμεναν, και διογκώνονταν, σημαντικά διαρθρωτικά προβλήματα, τα οποία υπονόμευαν τη βιωσιμότητα της. Σαν να μην έφτανε αυτό, αμέσως μετά τη μετάβαση στο ευρώ, η δημοσιονομική διαχείριση άρχισε να παρουσιάζει και πάλι σημάδια χαλάρωσης, πυροδοτώντας τελικά την κρίση με τον οριστικό εκτροχιασμό της το 2009. 

    Οι θεσμικές και οικονομικές ανισορροπίες της Ευρωζώνης μεγέθυναν τις αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και παράλληλα δημιούργησαν τις συνθήκες που επέτρεπαν την αδράνεια των πολιτικών ελίτ. Διευκόλυναν τη μαζική εισροή κεφαλαίων με χαμηλό κόστος από τον πλεονασματικό Βορρά, στηρίζοντας μια μεγέθυνση τροφοδοτούμενη σχεδόν αποκλειστικά από την κατανάλωση και την οικοδομή, με μοναδικό εξωστρεφές κλάδο τον τουρισμό, και εξασθενίζοντας ταυτόχρονα τα κίνητρα για την υλοποίηση αναγκαίων, αλλά βραχυπρόθεσμα επώδυνων μεταρρυθμίσεων.

    Η διαχείριση της κρίσης ήταν αποκαρδιωτική τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Οι θεσμικές ελλείψεις της ευρωζώνης δεν επέτρεψαν τη γρήγορη ανταπόκρισή της, αυξάνοντας έτσι το μέγεθος και τη διάρκεια της κρίσης και κατά συνέπεια, το κόστος της. Οι αποφάσεις ήταν ολοένα και περισσότερο αποτέλεσμα διακρατικών διαπραγματεύσεων γύρω από το καίριο ζήτημα του επιμερισμού του "λογαριασμού". Όπως ήταν αναμενόμενο, το κόστος προσαρμογής έπεσε στους ώμους των οικονομιών σε κρίση· για την Ελλάδα το κόστος αυτό ήταν δυσθεώρητο. 

    Στο εγχώριο επίπεδο, δυστυχώς ακόμα και μέσα στην κρίση, οι κυβερνώντες συχνά επέλεγαν τον δρόμο των οριζόντιων λύσεων, που μπορεί να συνέβαλαν στην επίτευξη των στόχων αλλά όχι στην ουσιαστική μεταρρύθμιση της οικονομίας. Βέβαια, ούτε η πόλωση, η πλειοδοσία λαϊκισμού και οι αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης συνέβαλαν σε μια διαφορετική προσέγγιση. Κάπως έτσι φτάσαμε στις αρχές της νέας δεκαετίας, μετά από μια ιδιαίτερα βίαιη και επώδυνη προσαρμογή, και παρά το πολιτικό κόστος που είχε καταβληθεί, η ελληνική οικονομία να διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τα γνωστά, προβληματικά, διαρθρωτικά της χαρακτηριστικά· πολύ μικρό μέγεθος επιχειρήσεων, χαμηλή παραγωγικότητα, έλλειψη επενδύσεων, εσωστρέφεια και εξειδίκευση σε αγαθά χαμηλής προστιθέμενης αξίας.

    Θα ήταν άδικο βέβαια να ισχυριστεί κανείς ότι δεν υπήρξε πρόοδος. Υλοποιήθηκαν αρκετές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, στο επιχειρηματικό περιβάλλον και τις αγορές προϊόντων, καθώς και στη δημόσια διοίκηση. Παρόλα αυτά, ο μετασχηματισμός του αναπτυξιακού υποδείγματος παραμένει ζητούμενο. Αν μη τι άλλο, η έλευση της πανδημίας καθιστά την ανάγκη αυτή ακόμα πιο επιτακτική. Αυτή τη φορά ωστόσο, υπάρχει ένα περιθώριο αισιοδοξίας. Η ΕΕ φαίνεται ότι βγήκε σοφότερη από την προηγούμενη κρίση και μετά τις αρχικές δυσκολίες κατάφερε εν τέλει να συμφωνήσει σε ένα μεγάλο πακέτο δημοσιονομικής στήριξης των οικονομιών. 

    Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την Ελλάδα, γιατί σημαίνει ότι η αναγκαία προσαρμογή μπορεί να γίνει αυτή τη φορά σε ένα περιβάλλον υψηλών ρυθμών μεγέθυνσης της οικονομίας, με άφθονη χρηματοδότηση για τη στήριξη των χαμένων και όχι με όρους λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης. Αυτή η αλλαγή στην οικονομική συνθήκη, μπορεί να αποδειχθεί καταλυτική και για τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού, αφού θα περιορίσει σημαντικά το πολιτικό κόστος των μεταρρυθμίσεων. 

    Το εθνικό σχέδιο ανάκαμψης που πρόσφατα υπέβαλε η Ελλάδα αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας, καθώς προτάσσει τον μετασχηματισμό του αναπτυξιακού υποδείγματος της χώρας ως βασικό στόχο του, στηριζόμενο στα ευρήματα και προτάσεις της Έκθεσης Πισσαρίδη. Το αποτέλεσμα βέβαια, όπως πάντα, θα κριθεί από την υλοποίηση των προτεινόμενων επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων. Το διακύβευμα παραμένει το ίδιο σημαντικό. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται σε μια νομισματική ένωση με πολύ πιο προηγμένες και ανταγωνιστικές οικονομίες.

    Ταυτόχρονα όμως, η συμμετοχή της σε αυτή της προσφέρει αναπτυξιακές συνθήκες που δύσκολα θα επιτύγχανε μόνη της. Μένει να αποδειχθεί αν αυτή τη φορά θα μπορέσουμε να τις αξιοποιήσουμε.

    * Ο κ. Δημήτρης Χ. Κατσίκας είναι Επικεφαλής του Παρατηρητηρίου για την Ελληνική και Ευρωπαϊκή Οικονομία του ΕΛΙΑΜΕΠ και Επίκουρος Καθηγητής Διεθνούς και Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ