Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 18-Μαϊ-2021 00:03

    Το έγκλημα ως "κοινωνικός κορoνοϊός". Μύθοι και πραγματικότητα

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του δρος Κωνσταντίνου Δούβλη

    Το σκληρό έγκλημα αφήνει πολύ έντονο αποτύπωμα στην κοινωνική ζωή. Αντιστρόφως ανάλογο της συχνότητας του.

    Στην Αμερική το παρομοιάζουν με τα αεροπορικά δυστυχήματα. Πολύ σπάνια πέφτει ένα αεροπλάνο, αλλά όταν συμβεί είναι τραγωδία. Όχι μόνο λόγω του αριθμού των νεκρών αλλά κυρίως για την έντονη ανασφάλεια που προκαλεί. 

    Η αναίτια απώλεια ζωής είναι μαχαιριά στον κοινωνικό ιστό αλλά και στο συλλογικό μας υποσυνείδητο. Ξαφνικά όλοι αισθανόμαστε ευάλωτοι, εκτεθειμένοι, αδύναμοι. Αναρωτιόμαστε πότε θα έλθει και η δική μας σειρά. 

    Είχα προφητικά γράψει στο τέλος της πρώτης καραντίνας, περίπου πέρυσι τέτοια εποχή, ότι το έγκλημα ως κοινωνικό φαινόμενο ακολουθεί τα κοινωνικά μοτίβα, κάνοντας τις απαραίτητες προσαρμογές. 

    Το έγκλημα είναι "ζωντανός οργανισμός", ας τον φανταστούμε σαν έναν "κοινωνικό κορονοϊό" που συμβιώνει με τα κοινωνικά "μικρόβια" και όταν τον πολεμάμε, κάνει τις απαραίτητες μεταλλάξεις για να επιβιώσει και να συνεχίσει να ζει ως αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικής πραγματικότητας. 

    Δεν είναι τυχαίες οι προσαρμογές όχι μόνο της εγχώριας αλλά και της παγκόσμιας εγκληματικότητας στις πρωτοφανείς συνθήκες που έφεραν τα lockdown. Από τις... κατ’ οίκον παραδόσεις κοκαΐνης, μέχρι τις ληστείες με ιατρικές μάσκες και γάντια που πλέον δεν τραβούσαν την προσοχή κανενός. 

    Με το που "ανοίξαμε", άνοιξε και το έγκλημα.

    Το τραγικό περιστατικό στα Γλυκά Νερά, έφερε πλήθος αντιδράσεων και ως συνήθως έδωσε την ευκαιρία ακόμη και σε  ακραίους και λαϊκιστές, που θεώρησαν ότι βρήκαν πεδίο δράσης λαμπρό, να εκφράσουν τις γνωστές υπεραπλουστευμένες απόψεις τους. 

    Πιστεύουν ότι η φοβισμένη κοινωνία θα τείνει "ευήκοα ώτα" σε εύπεπτες απόψεις που επιχειρούν να δώσουν απλοϊκές λύσεις σε σύνθετα προβλήματα. Μετά τις εύκολες απαντήσεις στα της οικονομίας με κατάργηση μνημονίων "με ένα νόμο και ένα άρθρο", με σεισάχθειες και τύπωμα δραχμής, είναι σειρά της εγκληματικότητας φαίνεται να υποστεί τους λαϊκιστές ώσπου και αυτή να κάνει το άλμα προς τα μπρος.

    Ας ξεκινήσουμε λοιπόν:

    Πρώτον, οι βαριές ποινές από μόνες τους δεν οδηγούν σε μείωση της εγκληματικότητας. Αν ήταν έτσι, για κάθε αδίκημα θα καταδικάζαμε σε ισόβια και θα καταφέρναμε να δημιουργήσουμε έναν κοινωνικό παράδεισο που δεν υπάρχει πουθενά στη γη.

    Κανείς φυσικά δεν ισχυρίζεται ότι πρέπει να χαθεί το αίσθημα της αποτροπής που επιφέρουν οι αυστηρές ποινές. Το βασικό κίνητρο όμως του κακοποιού είναι το κέρδος (crime pays, που λένε στις ΗΠΑ) και οι συζητήσεις που γίνονται για λίγα χρόνια παραπάνω, δεν αποτελούν σοβαρό αντικίνητρο στο μυαλό ενός σκληρού κακοποιού. 

    Και εφόσον αναφερόμαστε στο θεμελιώδες ζήτημα της αποτροπής, είναι σημαντικό να αναφερθεί ο πρωτοπόρος στο θέμα Ιταλός φιλόσοφος και εγκληματολόγος Cesare Beccaria. Ο συγκεκριμένος λοιπόν έθεσε 3 κανόνες, 3 προϋποθέσεις για να καταστούν οι ποινές αποτρεπτικές. 

    Θα πρέπει να είναι "Certain, Swift and Severe”, ήτοι "βέβαιες, άμεσα εφαρμόσιμες και αρκετά σκληρές". Δεν είναι τυχαίο που η σκληρότητα των ποινών είναι τελευταία, η έμφαση είναι στις 2 πρώτες προϋποθέσεις.

    Ύψιστη παράμετρος αποτροπής είναι η βεβαιότητα της εφαρμογής των ποινών. Αυτό ισχύει σε όλη τη γκάμα των παραβατικών συμπεριφορών, από κάτι τόσο απλό, όπως η παράνομη στάθμευση, μέχρι σοβαρά αδικήματα όπως η ληστεία μετά φόνου. 

    Όσο αυξάνονται οι πιθανότητες σύλληψης και καταδίκης, τόσο η παράβαση ή το έγκλημα καθίστανται ασύμφορα. Και όταν με βάση τα παγκόσμια στατιστικά της εγκληματικότητας, η μεγάλη πλειονότητα των παραβάσεων ούτε καν καταγράφεται, καταλαβαίνει κανείς, για ποιο λόγο συνεχίζονται και διευρύνονται οι κακοποιές πράξεις κάθε είδους.

    Η δεύτερη παράμετρος των αρχών της αποτροπής, κατά Beccaria, άπτεται μιας ακόμα λαϊκίστικης άποψης, αυτής περί επαναφοράς της θανατικής ποινής. 

    Όπως όλες οι εύκολες λύσεις, ακούγεται ευχάριστα στα αφτιά της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας. Αν ο κακοποιός ξέρει, ότι θα πληρώσει με τη ζωή του, θα το ξανασκεφτεί. 

    Σωστά;
    Λάθος.

    Αυτό μας το δείχνουν τα στατιστικά σε χώρες που έχει εφαρμοστεί επί μακρόν και συνεχίζει (έστω αποσπασματικά) να εφαρμόζεται. Στις ΗΠΑ για παράδειγμα, δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν, ότι η θανατική ποινή έχει μειώσει τα βίαια εγκλήματα. Πού αποδίδεται αυτό; Κυρίως στο ότι η ποινή δεν είναι άμεσα εφαρμόσιμη, όπως έλεγε ο Beccaria.

    Εξηγούμαι: Προκειμένου να εκτελεστεί ένας εγκληματίας, μεσολαβούν τουλάχιστον 10 χρόνια από την καταδίκη μέχρι την εκτέλεση. Αυτό συμβαίνει, για έναν σημαντικό λόγο: Με δεδομένο το ότι η θανατική ποινή είναι μη αναστρέψιμη, το Κράτος, δίνει το δικαίωμα στον κατάδικο να εξαντλήσει όλα τα νομικά μέσα που διαθέτει (εφέσεις κλπ.) Αυτή η διαδικασία κρατά τουλάχιστον μια δεκαετία, καθιστώντας την ποινή μη αποτρεπτική στο υποσυνείδητο του μέσου κακοποιού. 

    Τί άλλο μας λένε οι διάφορες τοποθετήσεις; Ότι με περισσότερους αστυνομικούς στον δρόμο, η εγκληματικότητα θα μειωθεί. Ακούγεται λογικό άλλωστε. Περισσότεροι αστυνομικοί, λιγότεροι εγκληματίες.

    Σωστά;
    Λάθος. 

    Από καμία μελέτη –παλαιά ή πρόσφατη– δεν επιβεβαιώνεται, ότι όπου αυξήθηκαν οι αστυνομικοί, μειώθηκε η εγκληματικότητα.

    Αυτό συμβαίνει για πολλούς λόγους. Πρώτον, διότι η εγκληματικότητα είναι βαθιά κοινωνικό ζήτημα και η εμφάνισή της δεν εξαρτάται από την αστυνομία. (η εμφάνιση του φαινομένου, όχι η αντιμετώπιση του)

    Δεύτερον, διότι η αστυνομική παρουσία είναι τόσο "αραιή" στην καθημερινότητα που και 5.000 αστυνομικούς να προσθέσουμε μέσα σε ένα βράδυ, μικρό αντίκτυπο θα έχει στην αντίληψη και των πολιτών και των κακοποιών. 

    Αυτός είναι ο λόγος που επικράτησε η εποχούμενη αστυνόμευση από τις πεζές περιπολίες. Η διάθεση της αστυνομίας να φανεί "πανταχού παρούσα", (ενώ δεν μπορεί να είναι) ώστε να αποτρέπει τους κακοποιούς. 

    Στο δια ταύτα, λοιπόν.

    Τι μπορεί να γίνει;

    Μια σημαντική παραδοχή πρώτα. Που είναι μεν στα πλαίσια του αυτονόητου (?) το οποίο στη σύγχρονη όμως πραγματικότητα έχει γίνει ζητούμενο. 

    Στα σύνθετα, πολύπλοκα και πολυδιάστατα κοινωνικά προβλήματα, εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν. Οι συζητήσεις περί θανατικής ποινής και δρακόντειων νόμων δεν είναι αρκετές για τη χάραξη πολιτικής που αποσκοπεί στο να δώσει λύσεις.

    Το πρόβλημα του εγκλήματος αφορά στον ίδιο τον πολίτη και στην κυβέρνηση.

    Η κυβέρνηση έχει μια βασική υποχρέωση. Να αφουγκραστεί το κοινωνικό αίτημα για ασφάλεια, να το εκφράσει πολιτικά και να το υλοποιήσει μέσα από συντεταγμένες πολιτικές επιλογές. 

    Σε αυτό ανταποκρίθηκε μέχρι στιγμής θετικά. Ο πρωθυπουργός είχε δηλώσει προεκλογικά, ότι θα βάλει τάξη στο ανομικό περιβάλλον των Εξαρχείων και το υλοποίησε. 

    Είχε δηλώσει, ότι θα μπει ένα τέλος στην αδιανόητη παραβατικότητα των πανεπιστημίων και το έπραξε.

    Είχε δηλώσει, ότι θα ενισχύσει την ΕΛ.ΑΣ με μέσα και προσωπικό και έγινε.

    Καιρός είναι να προχωρήσουν και άλλα πράγματα.

    Η Ελληνική αστυνομία χρειάζεται περαιτέρω εξειδίκευση και προσαρμογή στα νέα δεδομένα.

    Η συνεχής εκπαίδευση των αστυνομικών είναι εκ των ων ουκ άνευ. Διεθνείς συνεργασίες και νέα συστήματα εκπαίδευσης, τα οποία ανταποκρίνονται στα νέα εγκληματολογικά δεδομένα, είναι τόσο αυτονόητα, που αισθάνομαι άβολα να τα αναφέρω. Το έγκλημα ως "ζωντανός οργανισμός" εξελίσσεται, και το ίδιο οφείλουν να κάνουν και οι διώκτες του.

    Έμφαση πρέπει να δοθεί στη δημιουργία νέων εξειδικευμένων μονάδων για πολύ ιδιαίτερα εγκλήματα. Έχω γράψει εδώ και χρόνια για τη δημιουργία υποδιεύθυνσης αστυνόμευσης των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς, που κρίνεται απολύτως απαραίτητη, όσο διευρύνεται το δίκτυο μεταφορών. Με ιδιαίτερη χαρά πληροφορούμαι, ότι το θέμα βαίνει προς υλοποίηση.

    Το λεγόμενο "intelligence-based policing" είναι το μέλλον της αστυνόμευσης. Η συλλογή και διαχείριση πληροφοριών είναι η πιο αποτελεσματική μέθοδος επίλυσης σοβαρών εγκληματικών ενεργειών αλλά και πρόληψης τους.

    Τέλος, η συνεργασία του ιδιωτικού τομέα με τις αρχές ασφαλείας είναι η νέα, σύγχρονη μορφή της ολιστικής αντιμετώπισης του εγκλήματος. Στις ΗΠΑ την αποκαλούν "whole of society approach", με σκοπό να καταδείξουν τη σημασία της συμμετοχής στην αντεγκλητική πολιτική όλων των τομέων της κοινωνίας.

    Όλοι οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων, οι διοικητές οργανισμών και ιδιωτικών εταιρειών είναι εν δυνάμει συνεργάτες των αρχών ασφαλείας. Μπορούν να παράσχουν σημαντικές πληροφορίες, οι οποίες θα διευκολύνουν το έργο των αρχών.

    Κανείς δεν περισσεύει από αυτό το δύσκολο εγχείρημα και κανείς δεν πρέπει να αισθάνεται ξένος ή παρείσακτος στον αγώνα κατά του εγκλήματος.

    Οι πολίτες πάλι, οφείλουν να κάνουν το καθήκον τους. Να ξεπεράσουν την παρωχημένη αντίληψη άλλων δεκαετιών και να συνδράμουν τις αρχές ασφαλείας με πληροφορίες και στοιχεία.

    Η συνεργασία με τις αρχές ασφαλείας δεν είναι "ρουφιανιά" αλλά "πατριωτικό καθήκον" του καθενός μας.

    Οφείλουμε επίσης να κάνουμε το δικό μας κομμάτι στον τομέα της καθημερινής πρόληψης της παραβατικότητας. Να αντιληφθούμε ότι κανείς δε μπορεί να τα περιμένει όλα από το κράτος.

    Να θωρακίζουμε τα σπίτια και τις ζωές μας με τεχνολογικά μέσα, αλλά και καλύτερες συνήθειες.

    Είναι παγκοσμίως γνωστό, ότι τα μέσα μαζικής δικτύωσης, εκτός από επικοινωνία προσφέρουν και ευκαιρίες σε κακοποιούς.

    Ας μη διαφημίζουμε την ευμάρεια μας και την ευτυχία μας, διότι άθελα μας γινόμαστε στόχοι. 

    Μιας και εξοικειωθήκαμε με το θέμα, ας πούμε ότι, Κοινωνία και αρχές οφείλουμε, να αντιμετωπίζουμε την εγκληματικότητα ως έναν "κοινωνικό κορονοϊό".

    Οφείλουμε, να προσέχουμε καθημερινά, να τηρούμε τα μέτρα και να προσέχουμε για… "μεταλλάξεις".

    Ακόμα και μετά το "εμβόλιο" (θωράκιση με τεχνικά και άλλα μέσα) οφείλουμε, να επαγρυπνούμε εσαεί!

    * Ο κ. Κωνσταντίνος Δούβλης είναι εγκληματολόγος, διδάκτωρ Κοινωνιολογίας της Αστυνόμευσης. 

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ