Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 29-Απρ-2021 00:03

    Ταμείο Ανάκαμψης: Ένα μεγάλο στοίχημα για την Ευρώπη

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Δημήτρη Χ. Κατσίκα

    Την Παρασκευή 30 Απριλίου λήγει η προθεσμία για την υποβολή των Εθνικών Σχεδίων Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΕΣΑΑ) των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα ΕΣΑΑ αποτελούν τις προτάσεις των κρατών μελών για τη χρήση των κονδυλίων που προβλέπονται στον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Υπενθυμίζεται ότι τα διαθέσιμα κονδύλια του Μηχανισμού ανέρχονται συνολικά σε €672,5 δισ., €312,5 δισ. με τη μορφή επιχορηγήσεων και €360 δισ. με τη μορφή δανείων. 

    Ο Μηχανισμός αποτελεί ένα σημαντικό στοίχημα για την ΕΕ και τα κράτη μέλη της, καθώς δεν πρόκειται απλώς για ένα χρηματοδοτικό εργαλείο που θα στηρίξει την ανάκαμψη από την οικονομική κρίση που επέφερε η πανδημία. Στόχος είναι η ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας να λειτουργήσει καταλυτικά ως ευκαιρία προώθησης της διπλής μετάβασης -πράσινης και ψηφιακής- που έχουν αναγνωριστεί ως αναγκαίες πολύ πριν την έλευση της πανδημίας. Υπό αυτή την έννοια, τα ΕΣΑΑ αποτελούν μια μοναδική ευκαιρία για τα κράτη μέλη για να σχεδιάσουν -έχοντας εξασφαλίσει σε μεγάλο βαθμό την αναγκαία χρηματοδότηση- τον μετασχηματισμό των οικονομιών τους. Ο μετασχηματισμός αυτός κρίνεται απόλυτα αναγκαίος για τη διασφάλιση μιας ισχυρής και βιώσιμης ανάπτυξης σε συνθήκες παγκόσμιου ανταγωνισμού αλλά και προκλήσεων όπως η κλιματική αλλαγή.

    Για αυτό άλλωστε και η χρηματοδότηση από τον Μηχανισμό γίνεται στη βάση μιας σειράς όρων και κριτηρίων, όπως η προϋπόθεση ότι οι σχεδιαζόμενες δράσεις θα πρέπει να εμπίπτουν σε έξι βασικούς πυλώνες πολιτικής: α) την πράσινη μετάβαση, β) τον ψηφιακό μετασχηματισμό, γ) την έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, δ) την κοινωνική και εδαφική συνοχή, ε) την υγεία και οικονομική, κοινωνική και θεσμική ανθεκτικότητα και στ) τις πολιτικές για την επόμενη γενιά, τα παιδιά και τους νέους, όπως η εκπαίδευση και οι δεξιότητες.

    Όπως είναι προφανές, εκτός από τη διπλή μετάβαση, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή. Η εστίαση αυτή είναι σημαντική γιατί οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις τόσο της πανδημίας, όσο και των ίδιων των μεταβάσεων, δεν κατανέμονται ισομερώς σε πληθυσμιακές ομάδες, γεωγραφικές περιοχές, κλάδους οικονομικής δραστηριότητας και κράτη μέλη. Δεδομένων των φιλόδοξων αυτών στόχων, ένα άλλο χαρακτηριστικό που διαχωρίζει τον Μηχανισμό από παραδοσιακά χρηματοδοτικά εργαλεία είναι η έμφαση που δίνεται σε μεταρρυθμίσεις. Δεν πρόκειται δηλαδή για ένα απλό ταμείο χρηματοδότησης επενδύσεων, αλλά για ένα εργαλείο διευκόλυνσης και υποστήριξης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τον μετασχηματισμό των οικονομιών των κρατών μελών.

    Το ερώτημα που προκύπτει λοιπόν είναι εάν τα κράτη μέλη θα καταφέρουν να εκμεταλλευτούν τη σημαντική αυτή ευκαιρία που τους δίνεται. Αν και είναι ακόμη νωρίς για μια σε βάθος αξιολόγηση των ΕΣΑΑ -εξάλλου από ότι φαίνεται κάποια θα υποβληθούν κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή- μια μελέτη του European Policy Centre (EPC) επιχειρεί μια πρώτη αποτίμηση στη βάση των ΕΣΑΑ πέντε κρατών μελών (Γαλλία, Βέλγιο, Ελλάδα, Ιταλία, Πολωνία), στοιχεία των οποίων ήταν γνωστά εδώ και αρκετό καιρό.*

    Η μελέτη καταλήγει σε κάποια συμπεράσματα σχετικά με τέσσερις βασικές παραμέτρους: 

    α) Τη συνοχή των προτεινόμενων σχεδίων. Εξετάζεται τόσο η συνοχή των διαφορετικών μέτρων μεταξύ τους όσο και η συνοχή τους με άλλα ευρωπαϊκά και εθνικά προγράμματα. Πρόκειται για μια βασική παράμετρο προκειμένου να μην υπάρχουν αλληλοεπικαλύψεις και να επιτευχθούν συνέργειες που θα λειτουργήσουν πολλαπλασιαστικά για τα οφέλη των σχεδιασμένων δράσεων. Όσον αφορά την εσωτερική συνοχή των σχεδίων, τα αποτελέσματα δεν είναι ικανοποιητικά, καθώς σε γενικές γραμμές δεν διαπιστώνονται, παρά μόνο σπανίως, ρητές αναφορές συνδυασμού ή συνεργειών μεταξύ διαφορετικών μέτρων. Παρόμοια είναι και η εικόνα σχετικά με τα ευρωπαϊκά προγράμματα και πολιτικές, όπου οι αναφορές είναι ελάχιστες, ενώ αντίθετα η σύνδεση με τα εθνικά προγράμματα και πολιτικές φαίνεται πιο ξεκάθαρη. 

    Η Ελλάδα φαίνεται να τα πηγαίνει καλύτερα από τις άλλες χώρες σε αυτές τις παραμέτρους, καθώς υπάρχει ρητή αναφορά στη σύνδεση με τις Ευρωπαϊκές Εμβληματικές Πρωτοβουλίες (EU flagships) που έχουν τεθεί στην Ετήσια Στρατηγική Βιώσιμης Ανάπτυξης του 2021. Επίσης, το ελληνικό σχέδιο περιγράφει τη σύνδεση των δράσεων με το Εταιρικό Σύμφωνο για το Πλαίσιο Ανάπτυξης για την Προγραμματική Περίοδο 2021 – 2027 (το γνωστό ΕΣΠΑ), καθώς και με μια σειρά από εθνικές στρατηγικές όπως το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), το Εθνικό Σχέδιο Δίκαιης Μετάβασης, τη Βίβλο Ψηφιακού Μετασχηματισμού 2020 – 2025, κ.α.

    β) Την κοινή στόχευση. Εδώ εξετάζεται τόσο η ένταξη των προτεινομένων δράσεων στους διακηρυγμένους στόχους του Μηχανισμού, όσο και η συμβολή τους σε ευρύτερους ευρωπαϊκούς στόχους όπως η ανάπτυξη διευρωπαϊκών δικτύων ή έργων που εμβαθύνουν την κοινή αγορά. Η μελέτη διαπιστώνει μια κοινή στόχευση -ιδιαίτερα στα θέματα της διπλής μετάβασης- γεγονός βέβαια που οφείλεται σε κάποιο βαθμό τόσο στα κριτήρια που έχουν τεθεί, όσο και στους ρητούς χρηματοδοτικούς περιορισμούς που συνοδεύουν τον Μηχανισμό (τουλάχιστον 20% των κονδυλίων θα πρέπει να διατεθούν για δράσεις που υποστηρίζουν τον ψηφιακό μετασχηματισμό και τουλάχιστον 37% για δράσεις που υποστηρίζουν την πράσινη μετάβαση). Από την άλλη πλευρά, διαπιστώνεται η έλλειψη αναφορών και σχεδίων διακρατικών συνεργασιών για την επίτευξη ευρύτερων ευρωπαϊκών στόχων.

    γ) Η αξιοποίηση του Μηχανισμού για την προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Όπως ήδη αναφέρθηκε, μια σημαντική διάσταση του Μηχανισμού είναι η σύνδεση των επενδύσεων με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, έτσι ώστε οι χρηματοδοτούμενες δράσεις να μην εξαντληθούν σε κατακερματισμένες επενδύσεις με περιορισμένα και προσωρινά οφέλη. Η μελέτη των σχεδίων δείχνει ότι σε γενικές γραμμές το στοιχείο αυτό υπάρχει, με αρκετές αποκλίσεις ωστόσο μεταξύ των κρατών. Το Βέλγιο για παράδειγμα φαίνεται να μην τα πηγαίνει τόσο καλά σε αυτόν τομέα, ενώ αντίθετα η Ελλάδα και εδώ φαίνεται να έχει προετοιμαστεί καλύτερα, καθώς το ελληνικό σχέδιο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα πορίσματα της Επιτροπής Πισσαρίδη, ενώ υπάρχει και ρητή σύνδεση με τις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου προς την Ελλάδα, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ελληνικό σχέδιο περιλαμβάνει συνολικά 104 μεγάλα επενδυτικά σχέδια και 62 συνοδευτικές μεταρρυθμίσεις. Ωστόσο, αν και ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός είναι ικανοποιητικός όσον αφορά τα γνωστά και καλά μελετημένα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, φαίνεται λιγότερο πλήρης όσον αφορά νέες προκλήσεις όπως η κλιματική αλλαγή και εναλλακτικές πρακτικές όπως η κυκλική οικονομία. 

    δ) Η εκτίμηση και αντιμετώπιση των επιπτώσεων στη συνοχή. Η μελέτη διαπιστώνει ότι τα περισσότερα εθνικά σχέδια έχουν αρκετές αναφορές στην οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι οι αναφορές αυτές αφορούν περισσότερο την ανάλυση επιπτώσεων άλλων δράσεων στη συνοχή και όχι τόσο τη διαμόρφωση θετικών πολιτικών και δράσεων για την ενίσχυση των διαφορετικών διαστάσεων της ίδιας της συνοχής ως αυτόνομου στόχου πολιτικής.

    Η εικόνα που προκύπτει από τα πρώτα αυτά ευρήματα δεν προκαλεί έκπληξη. Η θεσμοθέτηση συγκεκριμένων όρων, κριτηρίων και χρηματοδοτικών περιορισμών έχει συνεισφέρει στην κοινή στόχευση των εθνικών σχεδίων και στην προτεραιοποίηση της διπλής μετάβασης. Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε, υπάρχουν και αρκετές αδυναμίες, αναμενόμενες στη βάση της εμπειρίας από άλλα ευρωπαϊκά προγράμματα. Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να αναθεωρήσουν πρακτικές του παρελθόντος και να σχεδιάσουν τις δράσεις με όραμα για το μέλλον. Οι συνέργειες και η σύνδεση με άλλα εθνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα δεν πρέπει να έχουν τυπικό χαρακτήρα ανασύροντας προτάσεις έργων που βρίσκονται ξεχασμένα σε συρτάρια προκειμένου να "μην χάσουμε τη χρηματοδότηση". Το στοίχημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό για οικονομίες όπως η Ελληνική, η οποία καλείται να ξεπεράσει τόσο την αρνητική κληρονομιά της προηγούμενης μεγάλης κρίσης, όσο και μόνιμες παθογένειες δεκαετιών. Η ευκαιρία δεν πρέπει να χαθεί.

    *Η μελέτη βασίστηκε σε έρευνα στην οποία συνεισέφερε και ο γράφων.
     

    ** Ο κ. Δημήτρης Χ. Κατσίκας είναι Επικεφαλής του Παρατηρητηρίου για την Ελληνική και Ευρωπαϊκή Οικονομία του ΕΛΙΑΜΕΠ και Επίκουρος Καθηγητής Διεθνούς και Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ