Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 09-Απρ-2021 00:17

    Η βιωσιμότητα του χρέους στη "μέγγενη" της ανόδου των επιτοκίων

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Ηρακλή Ρούπα

    Η πρόσφατη κρίση στη διεθνή αγορά ομολόγων, επαναφέρει στη μνήμη μας γεγονότα και επισημάνσεις που αναδεικνύουν περισσότερο τώρα παρά ποτέ, τη στρεβλότητα ενός συστήματος που ισορροπεί επικίνδυνα μεταξύ πραγματικών δεδομένων των οικονομιών και δημιουργικής νομισματικής πολιτικής των Κεντρικών τραπεζών. Αν οι αναταράξεις – όπως προσδιορίζονται από την ανοδική τάση των αποδόσεων των εντόκων γραμματίων στις ΗΠΑ – είναι αποτέλεσμα της αναπτυξιακής εκκίνησης των οικονομιών μετά την πανδημία, τότε η διαχείριση μίας προδιαγεγραμμένης κρίσης μετατίθεται για μετά το 2022. Αν όμως με την πορεία αυτή των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων σηματοδοτείται μία πραγματική αναμονή αύξησης του πληθωρισμού, τότε τα προβλήματα είναι μπροστά μας.

    Ακόμα και αν υποθέσουμε πως η εξέλιξη στην αγορά ομολόγων δεν είναι παρά μία πρόσκαιρη αντίδραση  - όπως υποστηρίζουν τόσο η Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Janet Yellen και ο Πρόεδρος της Fed Jerom Powel – θα πρέπει να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου στο οικονομικό επιτελείο για δύο κυρίως λόγους. Κατά πρώτον, η πιθανότητα μονιμοποίησης αυξητικής τάσης των επιτοκίων θα μείωνε τις δυνατότητες της Κυβέρνησης να αντλήσει φθηνό χρήμα από τις αγορές, ανεβάζοντας τις εκτιμήσεις των ετήσιων χρηματοδοτικών αναγκών πάνω από το αποδεκτό όριο του 15% του ΑΕΠ με άμεσο  θέμα βιωσιμότητας του χρέους. Κατά δεύτερον, θα αφαιρούσε την δυνατότητα από τις τράπεζες να στηρίξουν – έστω και με υβρικές και οριακά αποδεκτές από την ΕΚΤ προσεγγίσεις – την αναχρηματοδότηση του χρέους με χαμηλό κόστος, όπως συνέβη πρόσφατα με την έκδοση τριακονταετούς ομολόγου με απόδοση 1,5% που απορροφήθηκε από την Εθνική Τράπεζα.

    Η οικονομία κινείται με δανεικό χρήμα, την ίδια στιγμή που οι τράπεζες αδυνατούν – άγνωστο για ποιους λόγους - να επιτελέσουν τον ρόλο τους ως προς τη χρηματοδότηση της μεσαίας και μικρής επιχειρηματικότητας. "Αφήνουν" το κράτος να λειτουργεί στη βάση ορθής βραχυπρόθεσμα επιδοματικής πολιτικής, με μακροπρόθεσμα όμως αρνητικές συνέπειες στην προσπάθεια σχεδιασμού ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου. Την ίδια στιγμή "παρκάρουν" τη ρευστότητά τους σε κρατικούς τίτλους αντλώντας κέρδη εκ του ασφαλούς.

    Αξίζει να υπενθυμίζω πως σε πρόσφατη συζήτηση που οργάνωσε το ΙΟΒΕ με την συμμετοχή των επικεφαλής συστημικών τραπεζών, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας επεσήμανε πως "οι τράπεζες έχουν λάβει σχεδόν 40 δισ. ευρώ με αρνητικό επιτόκιο, αλλά τα υπόλοιπα των δανείων στον ιδιωτικό τομέα δεν αυξάνονται". Κατά συνέπεια, εύκολα γίνεται αντιληπτό πως σε περίπτωση εδραίωσης μία τάσης ανόδου των αποδόσεων των ομολόγων διεθνώς, η μερική χρηματοδοτική αποχή των τραπεζών θα δημιουργήσει ένα επιπρόσθετο αρνητικό πλαίσιο πέραν εκείνου που διαγράφεται εξαιτίας των νέων κόκκινων δανείων λόγω της κρίσης της πανδημίας.

    Αυτός ο "γόρδιος δεσμός" της πολιτικής χρηματοδοτήσεων, μέσα από την κυοφορούμενη στρεβλότητα, δύσκολα θα μπορέσει να λυθεί για να στηριχθεί η ανάπτυξη της χώρας στην επόμενη φάση στην περίπτωση που τα επιτόκια λάβουν την "άγουσα". Ακόμα όμως και αν το φαινόμενο είναι μόνον βραχυπρόθεσμο, τότε η έμφαση θα πρέπει να δοθεί στη στόχευση δυναμικής ανάπτυξης με στόχευση στην ανάδειξη καινοτόμων προσεγγίσεων προκειμένου ο λόγος χρέους πως ΑΕΠ να ακολουθήσει την προγραμματισμένη φθίνουσα πορεία.

    Μπορεί τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ να διέψευσαν θετικά ακόμα και το υπουργείο Οικονομικών, καθώς η ύφεση τοποθετήθηκε στο 8,2%, όμως η πραγματικότητα θα αναδείξει πως η οικονομία δεν έχει περιθώρια αναιμικών ρυθμών ανάκαμψης. Τα διαρθρωτικά της προβλήματα δεν θα λυθούν απλά επειδή ή καταγεγραμμένη στατιστικά ύφεση ήταν μικρότερη του αναμενόμενου.  Ούτε βέβαια πρέπει το στοιχείο αυτό να αποτελέσει εργαλείο επικοινωνιακής πολιτικής. Άλλωστε όλοι γνωρίζουν πως οι αριθμοί επιδέχονται πολλαπλές αναγνώσεις. Ειδικά όταν το συνολικό χρέος της χώρας το 2020 εκτοξεύθηκε στο ποσό των 374 δις ευρώ παρά το γεγονός ότι αυτό διαμορφώθηκε στο 222% του ΑΕΠ, ποσοστό χαμηλότερο από το προβλεπόμενο 228%.

    Η "ανάφλεξη" της συζήτησης περί πληθωρισμού μπορεί να αποτελεί μέρος κερδοσκοπικών πιέσεων για να δοκιμασθούν οι αντοχές των υφιστάμενων πολιτικών των κεντρικών τραπεζών, με δεδομένη την σοβαρή στρεβλότητα που επικρατεί στις αγορές ομολόγων. Μπορεί οι ΗΠΑ να έχουν την δυνατότητα επί της ουσίας να διοχετεύσουν 1,9 τρισ. νέο χρήμα στην οικονομία. Δεν είναι δυνατόν όμως να διαφεύγει της προσοχής μας πως το χρέος της Ευρώπης για πρώτη φορά έφθασε το 100% του ΑΕΠ ενώ η Barclays κατατάσσει την Ελλάδα μεταξύ των οικονομιών με σαφώς μη βιώσιμο χρέος.

    Τη στιγμή που κατατίθενται σε διαβούλευση "οι στρατηγικές κατευθύνσεις του Ελληνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας", οι εξελίξεις επαναφέρουν την συζήτηση για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους στο προσκήνιο. Ίσως πρώιμα, αλλά το επαναφέρουν. Εν μέσω πανδημίας, αλλά και παροχής τεράστιας ρευστότητας στο σύστημα από την ΕΚΤ καθώς το αφήγημα των 32 δις έχει ουσιαστική βάση. Όμως, δεν δίνει λύση στη διαμόρφωση άμεσου αναπτυξιακού αποτυπώματος που είναι αναγκαίο για την "αμυντική" θωράκιση της οικονομίας σε περίπτωση κρίσης χρέους.

    Η χώρα δεν διαθέτει τις αναπτυξιακές εκείνες διεξόδους άμεσης αντίδρασης άλλων χωρών που θα ενεργοποιούσαν άμεσα αντανακλαστικά. Με μικρό ποσοστό βιομηχανικής παραγωγής, υπερβολική βαρύτητα στον τουρισμό και αδύναμο παραγωγικά πρωτογενή τομέα ο δυναμική αύξηση του ΑΕΠ θα απαιτήσει σημαντικό χρόνο που ίσως να μην επαρκέσει αν η άνοδος των επιτοκίων αναδειχθεί ως το πιθανότερο σενάριο μετά το 2022.

    Το ζητούμενο παραμένει ως προς το πώς θα αντιμετωπισθεί η διόγκωση του κρατικού και ιδιωτικού χρέους όταν θα έλθει η στιγμή εκείνη που η πολιτική αυτή θα κριθεί αναγκαίο να αντιστραφεί. Θα είναι η στιγμή που οι ρυθμίσεις της οικονομίας θα πρέπει να αντισταθμισθούν με ρυθμίσεις πολιτικής. Σε αυτές τις περιπτώσεις όμως, η ιστορία μας έχει διδάξει πως οι αδύνατοι, αδυνατίζουν περισσότερο. Προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι.

    * Ο κ. Ηρακλής Ρούπας είναι Οικονομολόγος        

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ