Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 18-Μαρ-2021 00:04

    Πανδημία, πληθωρισμός και το νέο δόγμα οικονομικής πολιτικής

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Δημήτρη Χ. Κατσίκα

    Η πανδημία -ή πιο σωστά, τα μέτρα αντιμετώπισής της- έχουν πυροδοτήσει, σε διεθνές επίπεδο, μια βαθιά οικονομική ύφεση. Αν και η κρίση αυτή θεωρείται ευρέως ως ένα τυχαίο, εξωγενές σοκ, που δεν οφείλεται σε ενδογενείς οικονομικούς παράγοντες, και αναμένεται να ξεπεραστεί μόλις εμβολιαστεί ικανό τμήμα του πληθυσμού για τη δημιουργία ανοσίας, οι συνέπειες της στο επίπεδο της οικονομικής πολιτικής ενδέχεται να είναι βαθύτερες και πιο μακροπρόθεσμες από ότι είχαμε αρχικά υποθέσει. 

    Ο λόγος είναι ότι η κρίση αυτή ενέτεινε τη συζήτηση για την αναθεώρηση της καθιερωμένης οικονομικής σκέψης και πολιτικής που είχε ξεκινήσει στον απόηχο της προηγούμενης μεγάλης κρίσης, της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Η κρίση εκείνη έπληξε το τραπεζικό σύστημα στις ανεπτυγμένες οικονομίες, και ιδιαίτερα στην Ευρώπη, και όπως συμβαίνει συνήθως με τις τραπεζικές κρίσεις, οδήγησε σε βαθιά ύφεση και μια ασθενή και αργόσυρτη οικονομική ανάκαμψη.  

    Σε μεγάλο βαθμό, η ανάκαμψη ήρθε ως αποτέλεσμα τολμηρών παρεμβάσεων στο πεδίο της νομισματικής πολιτικής, που περιεγράφηκαν συνολικά με τον όρο "ποσοτική χαλάρωση". Οι παρεμβάσεις στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής, θεωρήθηκαν αρχικά αναγκαίες, ad hoc παρεκβάσεις από την ορθοδοξία της κεντρικής τραπεζικής για την αντιμετώπιση της κρίσης. Ωστόσο, δεδομένων των αποτελεσμάτων τους, σταδιακά νομιμοποιήθηκαν ως νέα πολύτιμα εργαλεία της νομισματικής πολιτικής και οδήγησαν σε μια ευρύτερη συζήτηση για τον ρόλο της τελευταίας σε μια σύγχρονη οικονομία. Για πολλούς, η επιτυχημένη εφαρμογή των πολιτικών ποσοτικής χαλάρωσης άνοιξε τον δρόμο για μια πιο ενεργητική νομισματική πολιτική, αποδεσμευμένη από τη μονεταριστική ορθοδοξία που την ήθελε να εξαντλείται στη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. 

    Για άλλους πάλι, η εφαρμογή πολιτικών ποσοτικής χαλάρωσης για παρατεταμένο διάστημα  είναι αντιπαραγωγική και ενδεχομένως επικίνδυνη, καθώς επιβαρύνει τους αποταμιευτές και το τραπεζικό σύστημα, συντηρεί "εταιρείες ζόμπι" και συντελεί στη δημιουργία νέων φουσκών σε κινητές και ακίνητες αξίες. Επιπλέον, αμφισβητείται το δικαίωμα ανεξάρτητων, τεχνοκρατικών οργανισμών, όπως οι κεντρικές τράπεζες, να υλοποιούν παρεμβατικές οικονομικές πολιτικές με αναδιανεμητικές επιπτώσεις, χωρίς να έχουν την ανάλογη δημοκρατική νομιμοποίηση. 

    Τα όρια της νομισματικής πολιτικής φέρνουν στο προσκήνιο τον ρόλο της δημοσιονομικής πολιτικής. Εδώ φαίνεται να υπάρχει πιο ξεκάθαρα μια συναίνεση γύρω από την καταδίκη της ακραίας δημοσιονομικής λιτότητας που εφαρμόστηκε στην Ευρωζώνη και η οποία συνέβαλε στην βύθιση της οικονομίας της σε νέα ύφεση την περίοδο 2012-13. Οι φωνές για μια πιο ενεργή δημοσιονομική πολιτική δυνάμωσαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας καθώς ο ανεπτυγμένος κόσμος φάνηκε να βρίσκεται σε μια κατάσταση μακροχρόνιας στασιμότητας (secular stagnation). Το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων και χαμηλών πληθωριστικών πιέσεων αποτέλεσε για πολλούς αναλυτές ιδανική συνθήκη για την αύξηση των δημοσίων ελλειμμάτων και συνακόλουθα του δημοσίου χρέους με στόχο τη χρηματοδότηση διαρθρωτικών επενδύσεων για έξοδο της οικονομίας από τη στασιμότητα. 

    Η έλευση της πανδημίας έδωσε νέα ώθηση σε αυτές τις συζητήσεις. Οι κεντρικές τράπεζες κινητοποιήθηκαν άμεσα. Ωστόσο, αυτή τη φορά ήταν φανερό εξαρχής ότι η κρίση δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο με τα εργαλεία της νομισματικής πολιτικής και ότι υπήρχε ανάγκη δημοσιονομικής στήριξης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. 

    Πράγματι, οι αρχές στις ΗΠΑ αρκετά γρήγορα, και με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα από το 2008, ενέκριναν αλλεπάλληλα δημοσιονομικά πακέτα, με τελευταίο και μεγαλύτερο, το πακέτο ύψους$1,9 τρισ. του προέδρου Biden. Συνολικά, η δημοσιονομική στήριξη στις ΗΠΑ έχει ξεπεράσει από τις αρχές της πανδημίας τα 5 τρισ. δολάρια. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά από κάποιες αρχικές αντιπαραθέσεις και καθυστερήσεις που μας θύμισαν ημέρες τις προηγούμενης κρίσης, επετεύχθη τελικά το καλοκαίρι η συμφωνία για το Ταμείο Ανάκαμψης. Παρότι το ποσό των €750 δισ. φαίνεται λίγο σε σχέση με τα ποσά που έχουν εγκριθεί στις ΗΠΑ, συμπληρώνεται από τα κεφάλαια του νέου Ευρωπαϊκού προϋπολογισμού ύψους 1,1 τρισ. περίπου, άλλες πρωτοβουλίες ύψους €540 δισ. και βέβαια από τους εθνικούς πόρουςτων κρατών μελών, δημιουργώντας ελπίδες για μια αποτελεσματική αντιμετώπιση της κρίσης και των συνεπειών της.

    Τα μέτρα φαίνεται να έχουν αποδώσει. Μετά τις καταστροφικές επιδόσεις του 2ου τριμήνου του 2020, στο 3ο τρίμηνο είχαμε μια εντυπωσιακή ανάκαμψη και περαιτέρω σταθεροποίηση στο 4ο τρίμηνο. Ο ΟΟΣΑ, έχει ήδη αναθεωρήσει τις προβλέψεις του Δεκεμβρίου για το 2021, προβλέποντας διπλάσια ανάπτυξη (6,5%) για τις ΗΠΑ και ελαφρά πιο ενισχυμένη (3,9%) για την Ευρωζώνη σε σχέση με τις αρχικές του εκτιμήσεις. 

    Η συζήτηση επικεντρώνεται πλέον στο μέγεθος και τη διάρκεια της αναγκαίας στήριξης. Το τελευταίο πακέτο στήριξης στις ΗΠΑ θεωρήθηκε από πολλούς, ανάμεσά στους οποίους, και ορισμένοι από τους κατεξοχήν θιασώτες της ενεργητικής δημοσιονομικής πολιτικής, υπερβολικό. Πέραν των άλλων αντιρρήσεων, μια βασική ανησυχία έχει να κάνει την πιθανότητα υπερθέρμανσης της αμερικανικής οικονομίας με αποτέλεσμα την αύξηση του πληθωρισμού. Η ανησυχία αυτή έχει αποτυπωθεί και στις αγορές τις τελευταίες εβδομάδες· οι αποδόσεις των ομολόγων μεγάλης διάρκειας αυξάνονται, ως αποτέλεσμα της μειωμένης ζήτησης, καθώς οι αγορές φαίνεται να προβλέπουν αύξηση του πληθωρισμού και κατά συνέπεια των επιτοκίων. Οι συνέπειες μιας απότομης και σημαντικής αύξησης του πληθωρισμού θα είναι σημαντικές όχι μόνο για την αμερικανική αλλά και για την παγκόσμια οικονομία. Το σοκ της αύξησης των επιτοκίων για την ανάσχεση του πληθωρισμού θα πλήξει αναπτυσσόμενες οικονομίες που έχουν δανειστεί σε αμερικάνικο νόμισμα τα τελευταία χρόνια, ενώ τα αυξημένα επιτόκια μπορεί να οδηγήσουν σε μια ευρύτερη κρίση χρέους, καθώς μετά την προηγούμενη κρίση -και ακόμη περισσότερο μετά από αυτή- τόσο ο ιδιωτικός όσο και ο δημόσιος τομέας είναι υπερχρεωμένοι. 

    Προς το παρόν οι κεντρικοί τραπεζίτες δεν φαίνονται να ανησυχούν. Ο πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ εμφανίστηκε πρόσφατα καθησυχαστικός. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και μια αύξηση του πληθωρισμού πάνω από τον παραδοσιακό ετήσιο στόχο του 2% είναι πλέον αποδεκτή, σύμφωνα με την αναθεωρημένη στρατηγική που υιοθέτησε η τράπεζα το φθινόπωρο -και η οποία επιτρέπει αυξημένα επίπεδα πληθωρισμού ύστερα από μια περίοδο πολύ χαμηλού πληθωρισμού όπως αυτή που προηγήθηκε. Σε παρόμοιο κλίμα κινούνται και οι δηλώσεις των αξιωματούχων της ΕΚΤ, η οποία βρίσκεται επίσης σε μια διαδικασία επανεξέτασης της στρατηγικής της. 

    Πράγματι, οι φόβοι για πληθωρισμό και αύξηση των επιτοκίων ίσως είναι πρόωροι. Εξάλλου, υπάρχει ακόμη αρκετή απόσταση να διανυθεί μέχρις ότου οι ανεπτυγμένες οικονομίες επανέλθουν στα επίπεδα του 2019. Θα πρέπει ωστόσο να υπάρχει αυξημένη εγρήγορση και ένα ξεκάθαρο σχέδιο επιστροφής στην κανονικότητα καθώς οι οικονομίες θα μεγεθύνονται. Η παρατεταμένη εξάρτηση των οικονομίων από το εύκολο χρήμα, είτε μέσω δημοσιονομικών μεταβιβάσεων, είτε μέσω της χαλαρής νομισματικής πολιτικής, κινδυνεύει να οδηγήσει σε έναν "εθισμό" της ιδιωτικής οικονομίας, που μπορεί να αποβεί μεσοπρόθεσμα αντιπαραγωγικός καθώς θα εξασθενεί τα κίνητρα για αποτελεσματικότητα και καινοτομία, ενώ οι "εταιρείες ζόμπι" θα συνεχίσουν να επιβιώνουν σπαταλώντας πολύτιμους πόρους και υπονομεύοντας τη βιωσιμότητα του χρέους και κατά συνέπεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το παράδειγμα της Ιαπωνίας, η οποία φαίνεται να έχει παγιδευτεί σε μια χαλαρή νομισματική πολιτική χωρίς τέλος, αλλά και χωρίς αποτέλεσμα όσον αφορά τη μεγέθυνση της οικονομίας της, καταδεικνύει ότι οι πολιτικές αυτές από μόνες τους, δεν αρκούν. 

    Η αναγνώριση της ανάγκης για περισσότερο ρεαλιστικές και άρα ευέλικτες και ενεργητικές πολιτικές χωρίς ιδεολογικές αγκυλώσεις, τόσο στο νομισματικό όσο και στο δημοσιονομικό πεδίο, συνιστούν σημαντική πρόοδο που κατακτήθηκε με οικονομικό και κοινωνικό κόστος. Ωστόσο, ο κίνδυνος να πάμε στο άλλο άκρο, αδιαφορώντας για τους ενδεχόμενους κινδύνους των πολιτικών αυτών, είναι υπαρκτός. Για αυτό τον λόγο, μετά το πέρας της κρίσης, οι πολιτικές αυτές θα πρέπει να συνεχιστούν μόνο εφόσον είναι στοχευμένες και συνδυάζονται με φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις που θα αντιμετωπίζουν τα βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα που έχουν φέρει τις ανεπτυγμένες οικονομίες αντιμέτωπες με το φάσμα της οικονομικής στασιμότητας. 

    * Ο κ. Δημήτρης Χ. Κατσίκας είναι Επικεφαλής του Παρατηρητηρίου για την Ελληνική και Ευρωπαϊκή Οικονομία του ΕΛΙΑΜΕΠ και Επίκουρος Καθηγητής Διεθνούς και Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ