Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 18-Φεβ-2021 00:03

    Πανδημία και Ανεργία: Πού βρισκόμαστε και ποιες είναι οι προκλήσεις

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Απόστολου Φασιανού

    H πανδημία του Covid-19 προκάλεσε πρωτοφανή σοκ στην παγκόσμια οικονομία. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ για το 2020, το παγκόσμιο ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 4,2%, το ΑΕΠ  του συνόλου των χωρών του ΟΟΣΑ κατά 5,5%, των χωρών της Ευρωζώνης κατά 7,5%, και των ΗΠΑ κατά 3,7%. Η αντίστοιχη εκτίμηση ύφεσης για την Ελλάδα κυμαίνεται στο 10%, ξεπερνώντας το σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ, εκτός από την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο (Γράφημα 1).  

    Με τέτοια μεγέθη ύφεσης, θα περιμέναμε πως οι κραδασμοί στις αγορές εργασίας θα ήταν ανάλογα δυσμενείς. Εστιάζοντας στον πιο διαδεδομένο δείκτη στην αγορά εργασίας, το ποσοστό ανεργίας, είναι εύλογο να αναρρωτηθεί κανείς σε τι βαθμό το μέγεθος της ύφεσης μεταφράστηκε σε αύξηση την ανεργίας; Η απάντηση στην ερώτηση αυτή μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε πώς τα πήγαν οι Ευρωπαϊκές χώρες και η Ελλάδα σε σχέση με άλλες οικονομίες παγκοσμίως, όπως αυτή των ΗΠΑ, αλλά και να αναδείξει τις προκλήσεις που επίκεινται.  

    πιν


     
    To γράφημα 2 παρακάτω απεικονίζει την πορεία των μηνιαίων ποσοστών ανεργίας τα τελευταία δύο χρόνια όπως έχουν καταγραφεί στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 και στις ΗΠΑ. Η γκρι περιοχή του γραφήματος που ξεκινάει τον Φεβρουάριο του 2020 σηματοδοτεί το ξεκίνημα της πανδημίας στις χώρες αυτές και την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων. 

    Όπως φαίνεται από το γράφημα, η ανεργία στην οικονομία των ΗΠΑ το δεύτερο τρίμηνο του 2020 κυμάνθηκε γύρω στο 13%, ενώ τον Απρίλιο του ίδιου έτους άγγιξε το 15% (αύξηση της τάξεως του 300% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο το 2019). Απεναντίας, στο σύνολο των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας που σημειώθηκε ήταν 7.7% από τον Ιούλιο εώς τον Σεπτέμβριο, μέγεθος που μεταφράζεται σε αύξηση της τάξεως του 15% σε σχέση με την ίδια περίοδο το 2019.

    Η σχετικά χαμηλή αύξηση της ανεργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν καθοδηγήθηκε από τα θετικά αποτελέσματα του ισχυρού κορμού των Βορείων Ευρωπαϊκών χωρών με παραδοσιακά ανθεκτικές αγορές εργασίας. Ισχυρές οικονομίες όπως η Γερμανία αύξησαν το ποσοστό ανεργίας περισσότερο από μία ποσοστιαία μονάδα κατά την περίοδο της πανδημίας (αύξηση 46%). Αντιθέτως, το ποσοστό ανεργίας σημείωσε σχετικά μικρή αύξηση μέχρι στιγμής στην Ελλάδα και την Ισπανία, χώρες με σταθερά υψηλή ανεργία και προβληματικές αγορές εργασίας. 

    Συγκεκριμένα, το ποσοστό των ανέργων στο σύνολο του εργατικού δυναμικού στην Ελλάδα κορυφώθηκε τον Ιούνιο όπου άγγιξε το 18% (αύξηση 4% σε σχέση με το 2019), ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην Ισπανία κορυφώθηκε τον Αύγουστο, όπου πλησίασε το 17% (αύξηση 1.6% σε σε σχέση με το 2019). Αυτής της τάξεως η αύξηση της ανεργίας μπορεί να θεωρηθεί μετριοπαθής, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πως οι δύο αυτές χώρες επλήγησαν σοβαρότατα από την παρούσα ύφεση καθώς σημαντικό μερίδιο του ΑΕΠ τους αντλείται από τον τουρισμό και την εστίαση, κλάδοι οι οποίοι είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στα περιοριστικά μέτρα.  

    πιν

     

    Οι ενδείξεις αυτές δημιουργούν δύο ερωτήματα: Πρώτον, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η οικονομία της Ευρωζώνης αποδείχθηκε πιο ανθεκτική στην πανδημία από ό,τι άλλες οικονομίες όπως αυτή των ΗΠΑ; Δεύτερον, κατά πόσο οι πρώτες αυτές ενδείξεις είναι εφησυχαστικές για την αγορά εργασίας; 

    Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι ότι πράγματι οι Ευρωπαϊκές οικονομίες φαίνεται να αποδείχτηκαν αρκετά ανθεκτικές, αν και η εκτίμηση αυτή θα πρέπει να συνοδευτεί από κάποιες επιφυλάξεις. 

    Πρώτον, η αργή απόκριση της ανεργίας στην Ευρώπη μπορεί να αποδοθεί σε δομικά χαρακτηριστικά των ευρωπαϊκών οικονομιών. Οι ευρωπαϊκές οικονομίες απολαμβάνουν ισχυρότερα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας τα οποία φαίνεται να παρέχουν ευρύτερο δίχτυ ασφαλείας στους εργαζόμενους που έχουν θιχτεί εργασιακά από την πανδημία.  Τα συστήματα βραχυχρόνιας εργασίας (Kurzarbeit), στα οποία οι κυβερνήσεις επιδοτούν τους μισθούς των εργαζομένων προκειμένου να διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας τους, φαίνεται να συνέβαλλαν σημαντικά στον περιορισμό των απολύσεων, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της ΕΚΤ, υπολογίζεται ότι ήδη από τον Απρίλιο του 2020 ο αριθμός των εργαζομένων σε αυτά τα προγράμματα άγγιξε τα 32 εκατομμύρια, δηλαδή σχεδόν τρεις φορές υψηλότερος από τον συνολικό αριθμό των ανέργων. Τα προγράμματα βραχυχρόνιας εργασίας ενισχύθηκαν σημαντικά από ευρωπαϊκά κονδύλια όπως το πρόγραμμα SURE, η συνολική χρηματοδότηση του οποίου ανήλθε σε 90,3 δισ. ευρώ. Σε αυτά τα προγράμματα πρέπει να προστεθεί ο αριθμός των εργαζομένων που τέθηκαν σε αναστολή εργασίας και δεν καταγράφονται στο συνολικό ποσοστό ανεργίας.  

    Δεύτερον, οι ευρωπαϊκές αγορές εργασίας, όντας λιγότερο απελευθερωμένες από αυτή των ΗΠΑ, παρουσιάζουν περισσότερες δυσκαμψίες όσον αφορά τις απολύσεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το ποσοστό ανεργίας να παρουσιάζει χαμηλότερη ευαισθησία ή και υστέρηση σε σχέση με τον οικονομικό κύκλο. Η αργή αυτή απόκριση των ευρωπαϊκών οικονομιών εξηγεί γιατί το ποσοστό ανεργίας τους παραμένει χαμηλό ή σε πτωτική πορεία τους πρώτους μήνες των περιοριστικών μέτρων (Ιταλία), ενώ στις ΗΠΑ εκτινάσσεται ήδη από τον Μάρτιο του 2020. Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι μέρος των κραδασμών στην οικονομική δραστηριότητα απορροφήθηκε από μετακινήσεις εργαζομένων σε συμβόλαια μερικής απασχόλησης, μετακινήσεις οι οποίες δεν αντικατοπτρίζονται σε αυξήσεις του συνολικού ποσοστού της ανεργίας. Μένει να φανεί αν οι αγορές εργασίας στις χώρες αυτές θα αποδειχθούν πιο ανθεκτικές στην κρίση από εκείνη των ΗΠΑ ή θα ακολουθήσουν το ίδιο μοτίβο, αλλά με πιο αργούς ρυθμούς.

    Συνοπτικά, οι αγορές εργασίας στην Ευρώπη αποδείχθηκαν μέχρι στιγμής αρκετά ανθεκτικές στον κλονισμό που προκάλεσε η πανδημία. Είναι ωστόσο αυτός λόγος για εφησυχασμό; Η απάντηση είναι αρνητική. Παρά τη μικρή αύξηση του ποσοστού ανεργίας, το μέσο ποσοστό ανεργίας στην Ευρώπη τείνει να σταθεροποιηθεί σε υψηλότερα επίπεδα από ό,τι πριν από την κρίση, ενώ δεν φαίνεται πιθανό να υποχωρήσει πριν από την πλήρη έξοδο από την πανδημία και την άρση των περιοριστικών μέτρων. Σίγουρα τα προγράμματα βραχυχρόνιας εργασίας και αναστολής εργασίας λειτουργούν ως δίχτυ προστασίας κατά τη διάρκεια της ύφεσης. Δεν είναι ωστόσο ξεκάθαρο αν όλοι οι εργαζόμενοι που είναι τώρα ενταγμένοι σε αυτά τα προγράμματα θα εξακολουθήσουν να διατηρούν τις θέσεις εργασίας τους μετά το πέρας της πανδημίας και τη λήξη των προγραμμάτων αυτών. Αυτό θα εξαρτηθεί από το εάν οι επιχειρήσεις που θα επαναλειτουργήσουν θα μπορέσουν να επιτύχουν τα ίδια επίπεδα τζίρου, και επομένως να διατηρήσουν τις ίδιες ανάγκες σε προσωπικό και θέσεις πλήρους απασχόλησης. Ο δρόμος της δημοσιονομικής υποστήριξης που ακολουθείται είναι πιθανό να παραμείνει αναγκαίος και κατά την περίοδο ανάκαμψης, ενώ πιθανή αποπληρωμή των δημοσίων χρεών που σχετίζονται με την πανδημία μέσω λιτότητας θα υπονομεύσει τις προσπάθειες που έχουν γίνει έως τώρα ώστε να παραμείνει η ανεργία σε χαμηλά επίπεδα. 

    * Ο  κ. Απόστολος Φασιανός είναι υπότροφος της Ερευνητικής Έδρας Α.Γ. Λεβέντη στο Παρατηρητήριο για την Ελληνική και Ευρωπαϊκή Οικονομία του ΕΛΙΑΜΕΠ και Λέκτορας Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Brunel του Λονδίνου.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ