Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 20-Ιαν-2021 00:03

    Η έκθεση της επιτροπής Πισσαρίδη και η παραγωγικότητα

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Δρ Κων/νου Λυμπερόπουλου

    Στο παρόν άρθρο θα επιχειρηθεί ο σχολιασμός τμημάτων της Έκθεσης της Επιτροπής Πισσαρίδη, που αφορούν την παραγωγικότητα, δηλαδή τις προϋποθέσεις και τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα από την αύξησή της.

    Στην Έκθεση αναφέρεται ως επιμέρους στόχος: "Η αύξηση του αριθμού των μεγάλων και των μεσαίων επιχειρήσεων που αποτελεί προϋπόθεση για την αύξηση της παραγωγικότητας και την ενίσχυση των εξαγωγών.  Παράλληλα η ενδυνάμωση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων....και η καλύτερη διασύνδεσή τους με...τις μεγάλες επιχειρήσεις, ώστε να ενισχυθεί...η συνολική εξωστρέφεια της οικονομίας και η παραγωγικότητα".

    Ακολουθώντας τη ρήση του Αντισθένη: "Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις", ξεκινούμε το άρθρο με τον ορισμό, την ανάλυση και τον τρόπο διασύνδεσης των σχετικών εννοιών.

    Παραγωγικότητα είναι η σχέση μεταξύ ποσότητας ή αξίας των παραγομένων προϊόντων και καθενός από τους συντελεστές της παραγωγής (έδαφος, εργασία, κεφάλαιο) στη διάρκεια μιας ορισμένης χρονικής περιόδου.  Αυτή εξαρτάται από το κλίμα, τις μετεωρολογικές συνθήκες, το βαθμό εξειδίκευσης και τον τρόπο διοίκησης του ανθρώπινου δυναμικού, τις οργανωτικές δομές, τις γνώσεις, εμπειρίες και ικανότητες των διοικούντων, το βαθμό αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών και των συνθηκών ανάπτυξης της καινοτομίας.  Η αύξηση της παραγωγικότητας συνδέεται με το βαθμό ανάπτυξης της επιχειρηματικής δραστηριότητας, η οποία συνεπάγεται την ανάληψη επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, που περιλαμβάνουν κάποιο στοιχείο αβεβαιότητας και την ανάληψη του αντίστοιχου κινδύνου.

    Οι τεχνολογικές εξελίξεις που αξιοποιούνται από τις αντίστοιχες επιχειρηματικές δραστηριότητες επηρεάζουν επιταχυνόμενα τόσο τον τεχνολογικό εξοπλισμό παραγωγής, όσο και την ποσότητα των παραγομένων προϊόντων, δηλαδή την παραγωγικότητα.  Επίσης, επηρεάζουν θετικά την ποιότητα των προϊόντων και τις δυνατότητες εξυπηρέτησης, αυξάνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την ανταγωνιστικότητά τους.  Ως γνωστόν, ανταγωνιστικότητα είναι η ικανότητα μιας οικονομικής μονάδας ή μιας εθνικής οικονομίας να παράγουν και να εμπορεύονται αγαθά και υπηρεσίες, αξιοποιώντας τα διαθέσιμα συγκριτικά πλεονεκτήματά τους κόστους ή της ποιότητας αποτελεσματικότερα από τους ανταγωνιστές της.

    Η δημιουργική αξιοποίηση της τεχνολογικής προόδου οδηγεί στις επιχειρηματικές καινοτομίες, οι οποίες κατά τον Σουμπέτερ αποτελούν τις αιτίες της δημιουργικής καταστροφής των παρελθουσών επενδύσεων σε παρωχημένες πια τεχνολογίες.  Οι δυνάμεις που ωθούν στη δημιουργική καταστροφή είναι η εισαγωγή νέων προϊόντων στην αγορά, νέων μεθόδων παραγωγής, το άνοιγμα νέων αγορών, η εξεύρεση νέων πηγών πρώτων υλών και η δημιουργία νέων μορφών οργάνωσης της βιομηχανίας.  Η δημιουργική καταστροφή δηλαδή, επαναστατικοποιεί διαρκώς τις δομές της οικονομίας, καταστρέφοντας τις παλαιές και δημιουργώντας νέες.  

    Επομένως, η πρωτοπόρα επιχειρηματικότητα είναι ένας παράγοντας ανισορροπίας, γιατί οι δυναμικοί και δημιουργικοί επιχειρηματίες σε κάθε κλάδο με τις ακολουθούμενες καινοτομίες τους, ανατρέπουν τόσο τις ακολουθούμενες τεχνολογίες παραγωγής και διανομής, όσο και τις προσφερόμενες λύσεις στις υπάρχουσες ή στις προβλεπόμενες μελλοντικές ανάγκες των καταναλωτών με συγκεκριμένα νέα προϊόντα. Φυσικά ο ανταγωνισμός δεν περιορίζεται μόνο στις τιμές, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα μειώσεων λόγω περιορισμού του κόστους από τις οικονομίες κλίμακας.  Αυτή αφορά επίσης και τις διαφοροποιήσεις στην ποιότητα των προϊόντων και στον τρόπο εξυπηρέτησης του πελάτη. 

    Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η καλύτερη αξιοποίηση της τεχνολογικής προόδου και επομένως η μεγαλύτερη παραγωγικότητα είναι κυρίως συνάρτηση του μεγέθους της βιομηχανίας.  Τα μεγαλύτερα μηχανήματα, που διαθέτουν οι μεγαλύτερες βιομηχανίες, επιτυγχάνουν μεγαλύτερη παραγωγή ανά μονάδα χρόνου, δηλαδή ανά μηχανώρα ή εργατώρα.  Επομένως, και μικρότερο κόστος ανά παραγόμενη μονάδα.  Εκτός βέβαια από τις οικονομίες παραγωγής θα πρέπει στις οικονομίες κλίμακας να συνυπολογισθούν και οι οικονομίες λόγω αναλογικά φθηνότερης κατασκευής και λειτουργίας των μηχανημάτων, οικονομίες λόγω μεγαλύτερης εξειδίκευσης, οικονομίες λόγω εξασφάλισης μεγαλύτερων εκπτώσεων στις αγορές, οικονομίες λόγω αποτελεσματικότερης οργάνωσης και διοίκησης, οικονομίες λόγω χαμηλότερου κόστους χρηματοδότησης και οικονομίες λόγω κατανομής του κινδύνου.  Επομένως συμπεραίνεται ότι η ελληνική οικονομία θα πρέπει να επικεντρωθεί στην αύξηση των επενδύσεων στη μεταποίηση γενικά για να επιτευχθεί συνολικά μεγαλύτερη παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότητα και εξωστρέφεια.

    Οι επιχειρήσεις των οικονομικά ανεπτυγμένων χωρών ξεπέρασαν τα εθνικά σύνορα  επιδιώκοντας την εξωστρέφειά τους μέσω: έμμεσων εξαγωγών (με brokers παραγγελιοδόχους εξωτερικού ή εταιρίες διαχείρισης εξαγωγών) ή άμεσων εξαγωγών (με αντιπροσώπους στο εξωτερικό ή διανομείς-εμπόρους), μέσω παραγωγής βάσει συμβολαίου (contract manufacturing), εκχώρησης αδείας (licensing), δικαιόχρησης (franchising), συμβολαίου μάνατζμεντ (management contracting), κοινοπραξιών (joint ventures), διεθνούς στρατηγικής συμμαχίας ή απόλυτα ελεγχόμενης θυγατρικής με άμεσες επενδύσεις, ώστε:

    - Να βρουν αποδοτικές επενδυτικές διεξόδους
    - Να βελτιώσουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητά τους με την ελαχιστοποίηση του κόστους τους (πρώτων και βοηθητικών υλών, ενέργειας ή εργατικών)
    -  Να διευρύνουν τις αγορές για τα προϊόντα τους.

    Οι μεταποιητικές επιχειρήσεις επιβάλλεται να επιδιώκουν τη μεγιστοποίησή τους μέχρι να φθάσουν στο άριστο (optimum) μέγεθος, στο οποίο επιτυγχάνεται το κατώτερο δυνατό κόστος σε κάθε συγκεκριμένη αγορά.

    Πρέπει λοιπόν αναμφίβολα να αυξηθεί ο αριθμός των μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων στην ελληνική οικονομία, όπως σωστά  επισημαίνεται στην Έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη, λόγω των οικονομιών κλίμακας που μπορούν να επιτύχουν.  Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις όμως (που απασχολούν λιγότερους από 250 εργαζομένους, έχουν ετήσιο κύκλο εργασιών μέχρι 50 εκ. Ευρώ και Ισολογισμό μέχρι 43 εκ. Ευρώ) και δεν διαθέτουν παρόμοιες οικονομίες κλίμακας, πρέπει να θεωρούνται καταδικασμένες;  

    Αυτές ως γνωστόν παρουσιάζουν:
    - υψηλή νηπιακή θνησιμότητα
    - μικρές δυνατότητες χρηματοδότησης (συνήθως με περιορισμένα ίδια κεφάλαια και δυσκολίες  για τραπεζικά δάνεια ή venture capital, δηλ. εταιρίες επιχειρηματικών συμμετοχών)
    - έλλειψη εκπαιδευμένων και εξειδικευμένων στελεχών
    - ανεπάρκεια οργανωμένου συστήματος πληροφοριών σχετικά με τις εξελίξεις των τεχνολογιών παραγωγής, καθώς και των διαφοροποιήσεων των αναγκών και προτιμήσεων των καταναλωτών
    - ελλιπείς γνώσεις και εμπειρίες των διοικούντων στην οργάνωση και αποτελεσματική διοίκηση διεθνών δραστηριοτήτων που δεν προσφέρουν τη δυνατότητα πλήρους αξιοποίησης των παρουσιαζόμενων ευκαιριών στις διεθνείς αγορές.

    Οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν φυσικά τη δυνατότητα μερικής αντιστάθμισης σε ορισμένες περιπτώσεις των παραπάνω μειονεκτημάτων λόγω:
    - έλλειψης γραφειοκρατίας, ευελιξίας των οργανωτικών τους δομών και δυνατότητας ταχύτερης λήψης αποφάσεων
    - ταχύτερης αντίδρασης στις ενέργειες του ανταγωνισμού
    -  εξειδίκευσης σε μικρές και πολύ συγκεκριμένες αγορές
    - στενών σχέσεων των διοικούντων με τους πελάτες τους
    - πλήρους αφοσίωσης και ταύτισης των στελεχών με την επιχειρηματική κουλτούρα και τους επιχειρηματικούς στόχους με αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη υποκίνησή τους και την ανάπτυξη της δημιουργικότητάς τους
    - υπερεκμετάλλευσης των ίδιων των επιχειρηματιών και των οικείων τους, οι οποίοι εργάζονται πολύ περισσότερες ώρες από το μέσο εργαζόμενο κάθε κλάδου.
    Οι παραπάνω ιδιαιτερότητες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων τους προσδίδουν πολύ μεγάλη ανθεκτικότητα στις κρίσεις και μπορούν να τις οδηγήσουν όχι μόνο στη βιωσιμότητά τους, αλλά και σε ισχυρή ανταγωνιστικότητα με την υιοθέτηση στρατηγικών που επιτρέπουν τόσο τη βελτίωση των μεριδίων αγοράς τους στην εγχώρια αγορά, όσο και δυνατότητες επέκτασης των δραστηριοτήτων τους στο εξωτερικό.  Με αυτές μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους, να υποχρεωθούν να εκσυγχρονίσουν τις οργανωτικές τους δομές και τις μεθόδους παραγωγής τους, να ανοίξουν νέους ορίζοντες σε δυνητικά πιο κερδοφόρες αγορές, να αποκτήσουν πρόσβαση σε ιδέες για καινοτόμα προϊόντα και τεχνολογίες και να επεκτείνουν τον κύκλο ζωής των προϊόντων τους.  Παράλληλα η εξωστρέφεια μπορεί να τους προσφέρει τη μείωση των σταθερών τους εξόδων ανά μονάδα, εξομάλυνση των διακυμάνσεων της παραγωγής τους λόγω εποχικότητας, καθώς και διέξοδο στην πλεονάζουσα παραγωγική τους δυναμικότητα σε περιόδους ύφεσης.

    Οι ΜΜΕ που στοχεύουν να γίνουν ανταγωνιστικές τόσο στην εγχώρια, όσο και στις διεθνείς αγορές οφείλουν να επιδιώκουν τη δημιουργία μεγαλύτερης εκλαμβανόμενης αξίας για τους πελάτες τους από τα προϊόντα τους σε σχέση με τα ανταγωνιστικά τους και να ενεργοποιούνται τόσο συμπληρωματικά των μεγάλων επιχειρήσεων, όσο και σε αγορές όπου ο ανταγωνισμός δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί πλήρως, αποφεύγοντας τις μετωπικές συγκρούσεις σε κορεσμένες αγορές.  Οφείλουν επίσης να αναπτυχθούν σε τομείς υψηλής τεχνολογίας, όπου οι επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να γεννώνται παγκόσμιες, εφαρμόζοντας επαναστατικές τεχνολογίες βιομηχανοποίησης, οι οποίες μπορούν να τους προσδώσουν προβάδισμα κόστους αντισταθμίζοντας την ανυπαρξία οικονομιών κλίμακας.   Πρέπει επίσης να τυποποιήσουν και να επωνυμοποιήσουν τα προϊόντα τους ιδίως του πρωτογενούς τομέα,  ώστε αυτά όχι μόνο να καθιερωθούν στην εγχώρια αγορά, αλλά να έχουν και τη δυνατότητα διείσδυσης σε ξένες αγορές ως επώνυμα προϊόντα "Made in Greece” με σωστά σχεδιασμένες στρατηγικές εξαγωγικού Μάρκετινγκ (π.χ. τα εξαιρετικής ποιότητας προϊόντα μας όπως: το ελαιόλαδο, τα ψάρια, τα λαχανικά, τα εσπεριδοειδή, τα βερύκοκα, τα κεράσια, τα ροδάκινα, τα κρασιά, το γιαούρτι, κλπ.). 

    Τέλος, πρέπει να επιδιώξουν να δημιουργήσουν επιχειρηματικές συνεργασίες με τη μορφή συσπειρώσεων ή συστάδων επιχειρήσεων (clusters).  Αυτές είναι ομάδες ανταγωνιστικών επιχειρήσεων σε γειτνιάζουσες περιοχές που αποσκοποούν στην αύξηση της ανταγωνιστικότητάς τους με τη διάχυση γνώσεων και καλών πρακτικών, με την επίτευξη οικονομιών κλίμακας, κοινές μεταφορές, προμήθειες, αποθήκευση, εισαγωγή νέων τεχνολογιών, πρόσβαση σε αγορές κεφαλαίων, εξειδικευμένο προσωπικό, έγκαιρη πληροφόρηση και κοινή προβολή και προώθηση.  Εξάλλου, οι συστάδες σε περιφερειακό επίπεδο επιδιώκουν να αναδείξουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα μιας περιοχής (τοπικά προϊόντα, αρχαιολογικοί χώροι, τουριστικά αξιοθέατα, κλπ.) και σ’ αυτές μπορούν να συμμετέχουν επιχειρήσεις κορμού και υποστηρικτικοί φορείς-εταίροι, όπως Πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα.

    Επίσης, μπορούν να δημιουργηθούν και δίκτυα επιχειρήσεων με συμπληρωματικές δυνατότητες που μπορεί να έχουν τη μορφή υπεργολαβιών και στρατηγικών συμμαχιών.  Με στρατηγικές συμμαχίες μπορούν να δημιουργηθούν: κοινές ερευνητικές εταιρίες, άμεσες επενδύσεις εξισορρόπησης (equity investments), όπου η μικρότερη εταιρία διαθέτει τεχνογνωσία αλλά όχι τα απαραίτητα κεφάλαια), συμφωνίες παροχής δικαιωμάτων εκμετάλλευσης (licensing) και συμφωνίες δικαιόχρησης (franchising).  Οι στρατηγικές συμμαχίες με χαλαρούς δεσμούς μπορούν να εξελιχθούν σε clusters.

    Παραδείγματα επιχειρηματικών συνεργατικών σχηματισμών τύπου clusters είναι η παγκόσμια πρωτεύουσα Hi Tech: Silicon Valley (San Francisco Bay Area), clusters κρασιού Καλιφόρνιας (680 επιχειρήσεις), τα Κέντρα Επίπλου στην Ελλάδα, ο Προμηθευτικός Συνεταιρισμός Φαρμακοποιών Αττικής, το Δίκτυο Κατασκευαστών Ηλιακών Συστημάτων, η αναζωογόνηση της εμπορικής αγοράς στον Πειραιά, η διαχείριση επισκεπτών σε πόλεις που διαθέτουν τουριστικά αξιοθέατα ή ιστορικούς χώρους κ.ά.

    Από την προηγηθείσα ανάλυση εξάγεται το συμπέρασμα ότι ασφαλώς και πρέπει να επιδιωχθεί η αύξηση του αριθμού των μεγάλων και μεσαίων επιχειρήσεων, όπως αναφέρεται στην Έκθεση Πισσαρίδη.  Πρέπει όμως παράλληλα να ενισχυθεί σημαντικά και το 99,96% των επιχειρήσεων που αφορά τις μικρομεσαίες, οι οποίες απασχολούν το 88% των εργαζομένων (2018) για τις οποίες θα έπρεπε ίσως να είχε δοθεί στην Έκθεση μεγαλύτερη έμφαση και ανάλυση.  Επίσης, πρέπει να υπάρξουν προσπάθειες αλλαγής της επιχειρηματικής κουλτούρας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ώστε οι επιχειρηματίες να σταματήσουν να βλέπουν τις επιχειρηματικές συνεργασίες αρνητικά και καχύποπτα, αλλά αντίθετα με μια θετική προδιάθεση, δεδομένου ότι πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι θέμα μόνο μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας, αλλά αποτελεί αναγκαιότητα επιβίωσής τους.

    Η χώρα μας, μετά από πολλά χρόνια κατάληψης των τελευταίων θέσεων, θα πρέπει στο μέλλον να συνεχίσει ακόμη πιο δυναμικά τη βελτίωση της θέσης της στη διεθνή κατάταξη ανταγωνιστικότητας, η οποία το 2020 παρουσίασε γενικά σημαντική άνοδο κατά 9 θέσεις έναντι του 2019 (Παγκόσμια Επετηρίδα Ανταγωνιστικότητας του IMD της Ελβετίας).  Άνοδος σημειώθηκε και σε επιμέρους δείκτες, όπως της οικονομικής αποδοτικότητας, της κυβερνητικής αποτελεσματικότητας, της επιχειρηματικής αποτελεσματικότητας καιι των υποδομών.

    Για περαιτέρω μελλοντικές βελτιώσεις το IMD θεωρεί ότι πρέπει:
    -  να διευρυνθεί η παραγωγική βάση με επενδύσεις στη βιομηχανία
    - να υπάρξει ευχερέστερη πρόσβαση σε πηγές χρηματοδότησης
    -  να δημιουργηθεί ακόμη φιλικότερο φορολογικό πλαίσιο
    - να δοθεί βαρύτητα στις ψηφιακές τεχνολογίες
    - να ενισχυθούν οι δυναμικοί και εξωστρεφείς κλάδοι.

    Σε μια εποχή μαζικής εισαγωγής ψηφιακών τεχνολογιών και αυτοματοποίησης της παραγωγής με τη ρομποτική, προϋπόθεση της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας είναι τόσο η αποτελεσματικότητα της οργάνωσης όλων των επιμέρους συστημάτων του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, ώστε να επιτυγχάνονται πολύ καλύτερα αποτελέσματα με τη χρησιμοποίηση των ίδιων πόρων, αλλά φυσικά και με την αύξηση των υπαρχόντων πόρων με σημαντικές επενδύσεις, κυρίως στο δευτερογενή τομέα της οικονομίας, που θα αυξήσουν την παραγωγικότητα και την εξωστρέφειά του.

    Η αύξηση της αποτελεσματικότητας πρέπει να θεωρηθεί ως η προϋπόθεση για την αύξηση της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας, επομένως και της εξωστρέφειας, τόσο των μεγάλων, όσο και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.  Οι τελευταίες θα πρέπει να μπουν με μεγαλύτερη βαρύτητα στο επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής, μια και, ως γνωστόν, αυτές αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας.

    * Ο Δρ Κωνσταντίνος Λυμπερόπουλος είναι τ. Καθηγητής ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ