Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 28-Δεκ-2020 00:03

    Χρέος και πανδημία: Προκλήσεις της επομένης ημέρας για την ιδιωτική οικονομία

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Δημήτρη Χ. Κατσίκα

    Τον Δεκέμβριο του 2019 η Παγκόσμια Τράπεζα δημοσίευσε μια έκθεση για την εξέλιξη του χρέους σε διεθνές επίπεδο. Η Τράπεζα υποστήριζε πως η παγκόσμια οικονομία έχει βιώσει τα τελευταία πενήντα χρόνια τέσσερα μεγάλα "κύματα χρέους", περιόδους δηλαδή αυξημένης συσσώρευσης ιδιωτικού και δημoσίου χρέους, οι οποίες σε όλες τις περιπτώσεις κατέληξαν σε μεγάλες κρίσεις. 

    Η πανδημία χτύπησε την παγκόσμια οικονομία τη στιγμή που η Τράπεζα έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου για το τέταρτο κύμα χρέους που αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς από το 2010. Η νέα κρίση επιτάχυνε τη διόγκωση του αποθέματος χρέους, καθώς οι κυβερνητικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση του υγειονομικού κινδύνου και στη συνέχεια για τη στήριξη της οικονομίας εκτροχίασαν τους κρατικούς προϋπολογισμούς και έχουν οδηγήσει σε αύξηση του δημοσίου χρέους. 

    Εξίσου σημαντικό πρόβλημα χρέους όμως ενδέχεται να αντιμετωπίσει και ο ιδιωτικός τομέας. Η επιβολή περιοριστικών μέτρων για υγειονομικούς λόγους οδήγησε σε σημαντικές απώλειες εσόδων μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων σε όλες τις χώρες, ιδιαίτερα σε κλάδους που πλήττονται δυσανάλογα από την πανδημία. Προκειμένου να στηρίξουν την οικονομία σε αυτή τη συγκυρία οι κυβερνήσεις κινητοποίησαν δημοσιονομικούς πόρους, δανείζοντας ή ακόμη και επιχορηγώντας απευθείας επιχειρήσεις και παρέχοντας εγγυήσεις για τη δανειοδότησή τους από τον τραπεζικό τομέα. Ταυτόχρονα, οι κεντρικές τράπεζες ανέλαβαν δράση, με νέα πακέτα ποσοτικής χαλάρωσης και μηχανισμούς παροχής ρευστότητας. 

    Ένα από τα μέτρα που υιοθετήθηκαν ήταν και η απευθείας αγορά εταιρικού χρέους, που στις ΗΠΑ περιέλαβε ακόμα και τις περιπτώσεις των λεγόμενων "έκπτωτων αγγέλων", δηλαδή εταιρειών που λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας έχασαν την καλή πιστοληπτική τους αξιολόγηση. Τόσο η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed), όσο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) είχαν προβεί μέχρι το φθινόπωρο σε αγορές εταιρικών ομολογιών και άλλων μορφών εταιρικού χρέους ύψους περίπου $50 δισ. εκάστη. Ταυτόχρονα, οι κεντρικές τράπεζες χορήγησαν δάνεια στον τραπεζικό τομέα με ιδιαίτερα χαμηλά επιτόκια, με στόχο την επέκταση της πίστωσης στην πραγματική οικονομία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ΕΚΤ έχει χορηγήσει περισσότερο από €1,5 τρισ. στις ευρωπαϊκές τράπεζες με επιτόκια που υπό ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί να φτάσουν και το -1% -γεγονός το οποίο σημαίνει ότι ουσιαστικά τις πληρώνει για να δανειστούν κεφάλαια από αυτή.

    Οι παρεμβάσεις αυτές διευκόλυναν την πρόσβαση σε δανεισμό από τις επιχειρήσεις οδηγώντας σε πολλές περιπτώσεις  σε αύξηση του χρέους τους, και κατά συνέπεια, της μόχλευσής τους.  Σύμφωνα με μελέτη του ΟΟΣΑ για επιχειρήσεις σε 14 ευρωπαϊκές χώρες, η μόχλευση της διάμεσης επιχείρησης αναμένεται να αυξηθεί κατά οκτώ ποσοστιαίες μονάδες, ενώ σημαντική είναι και η αύξηση του ποσοστού των επιχειρήσεων με πολύ υψηλά επίπεδα μόχλευσης (για παράδειγμα 25% των επιχειρήσεων αναμένεται να έχουν δείκτη μόχλευσης (υποχρεώσεις προς περιουσιακά στοιχεία και απαιτήσεις) άνω του 0.8). Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, η αυξημένη επιβάρυνση των επιχειρήσεων σε συνδυασμό με την απώλεια εσόδων λόγω της πανδημίας σημαίνει ότι περισσότερες από μια στις τρεις επιχειρήσεις ενδέχεται να μην μπορούν να εξυπηρετήσουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις. Για κλάδους που έχουν πληγεί με ιδιαίτερη σφοδρότητα από την πανδημία, όπως για παράδειγμα ο ξενοδοχειακός κλάδος και η εστίαση, αυτό το ποσοστό αναμένεται να προσεγγίσει το 70%.

    Η κατάσταση αυτή μπορεί να δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα μετά το πέρας της πανδημίας. Καθώς τα έκτακτα μέτρα στήριξης θα αρχίσουν να  αποσύρονται, οι υπερχρεωμένες επιχειρήσεις θα αντιμετωπίσουν σημαντικό πρόβλημα αποπληρωμής όχι μόνο των αυξημένων δανειακών υποχρεώσεων τους, αλλά και άλλων υποχρεώσεων που είχαν ανασταλεί, όπως για παράδειγμα φόροι και ασφαλιστικές εισφορές. Επίσης, η επάνοδος σε πιο ομαλές συνθήκες θα οδηγήσει νομοτελειακά και σε περιορισμό της πίστωσης από τις τράπεζες, ειδικά για επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες -εξάλλου ακόμη και μέσα σε αυτό το "ευνοϊκό πιστωτικό περιβάλλον" πολλές, μικρές κυρίως, επιχειρήσεις, αλλά και επιχειρήσεις με προβλήματα από το παρελθόν έχουν αντιμετωπίσει δυσκολίες στη δανειοδότησή τους. Σε μια προσπάθεια να ανταπεξέλθουν οι επιχειρήσεις, εφόσον μπορούν να επιβιώσουν, θα περιορίσουν επενδύσεις και προσλήψεις, επιβραδύνοντας την ανάκαμψη της οικονομίας. Ταυτόχρονα, η αδυναμία αποπληρωμής των υποχρεώσεων τους, ενδέχεται να δημιουργήσει ένα νέο κύμα "κόκκινων δανείων" με ότι αυτό συνεπάγεται για τη βιωσιμότητα του τραπεζικού συστήματος, αλλά και να πλήξει τα δημόσια έσοδα, δυσκολεύοντας την προσαρμογή των δημοσιονομικών ισοζυγίων.

    Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν κάποιοι παράγοντες που αναμένεται να λειτουργήσουν ευεργετικά μειώνοντας τις πιθανότητες πραγματοποίησης αυτού του δυσμενούς σεναρίου. Τα πολύ χαμηλά επιτόκια περιορίζουν το κόστος κεφαλαίου και διευκολύνουν την αποπληρωμή του χρέους, ενώ η διαβλεπόμενη διάθεση των αρχών να συνεχίσουν τις πολιτικές στήριξης στο μεσοπρόθεσμο διάστημα δημιουργεί ελπίδες για μια πιο σταδιακή, και κατά συνέπεια, λιγότερο επώδυνη μετάβαση στην επόμενη ημέρα. Στην Ευρώπη, το Ταμείο Ανάκαμψης αναμένεται να αποτελέσει σημαντικό χρηματοδοτικό δίαυλο για τα επόμενα χρόνια, ενώ η ΕΚΤ ανακοίνωσε ότι θα συνεχίσει τα μέτρα στήριξης έως και τις αρχές του 2022. Παρόμοιες διαβεβαιώσεις έχει δώσει και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, ενώ πριν από λίγες ημέρες επήλθε και συμφωνία στο Κογκρέσο για ένα νέο δημοσιονομικό πακέτο τόνωσης της οικονομίας. Επίσης, οι τράπεζες είναι πολύ καλύτερα κεφαλαιοποιημένες σε σχέση με την προηγούμενη κρίση και οι εποπτικές αρχές έχουν στη φαρέτρα τους περισσότερα εργαλεία παρέμβασης. 

    Είναι δύσκολο να προβλεφθεί με ακρίβεια πως θα διαμορφωθεί η κατάσταση τελικά. Οι κυβερνητικές παρεμβάσεις δημιουργούν μια "μαγική εικόνα" αυτή τη στιγμή που δεν επιτρέπει την πλήρη αποτίμηση των κινδύνων. Είναι χαρακτηριστικό ότι λόγω ρυθμιστικών παρεμβάσεων, αλλά και των περιορισμών στη λειτουργία των δικαστηρίων για υγειονομικούς λόγους, οι αιτήσεις για υπαγωγή σε καθεστώς χρεοκοπίας είναι σημαντικά μειωμένες στις περισσότερες χώρες σε σχέση με το 2019 (ενδεικτικά σε ΗΠΑ, Γαλλία, Γερμανία και ΗΒ, εμφανίζονται μειωμένες σε ποσοστά που κυμαίνονται από 30% έως 40%). 

    Με αυτά τα δεδομένα, υπάρχουν φόβοι ότι διαμορφώνεται μια κατάσταση όπου πολλές επιχειρήσεις θα επιβιώνουν λόγω των πιο πάνω περιορισμών αλλά και της βελτιωμένης πρόσβασής τους σε δανεισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι παρεμβάσεις της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ έχουν οδηγήσει σε μια έκρηξη του εταιρικού δανεισμού το 2020. Είναι επίσης ανησυχητικό το γεγονός ότι σημαντικό ποσοστό των εταιρικών ομολογιών που έχουν εκδοθεί έχουν χαμηλή πιστοληπτική αξιολόγηση, καθώς οι εταιρίες-εκδότες τους επωφελούνται από την προφανή πεποίθηση της αγοράς ότι αν τα πράγματα στραβώσουν, η κεντρική τράπεζα θα παρέμβει, ένα ξεκάθαρο παράδειγμα ηθικού κινδύνου. Ως αποτέλεσμα, επανέρχεται όλο και πιο έντονα το  τελευταίο διάστημα, μια συζήτηση που είχε ήδη ξεκινήσει τα προηγούμενα χρόνια λόγω της παρατεταμένης χρήσης μέτρων ποσοτικής χαλάρωσης, για τη δημιουργία "εταιρειών ζόμπι" που διατηρούνται στη ζωή λόγω ευνοϊκών πιστωτικών συνθηκών και κυβερνητικών παρεμβάσεων. Ο φαύλος κύκλος που μπορεί να προκύψει μεταξύ αυτών των εταιρειών και των τραπεζών και οι αρνητικές συνέπειές του για την οικονομική μεγέθυνση είναι γνωστές από την εποχή της μεγάλης κρίσης στην Ιαπωνία και συνδέεται με το περίφημο φαινόμενο της "ιαπωνοποίησης", κάτι άλλωστε που βιώσαμε και στην Ελλάδα σε ένα βαθμό κατά τη διάρκεια της προηγούμενης κρίσης.

    Είναι προφανές ότι η διαχείριση της μεταβατικής περιόδου από την πανδημία στην επόμενη ημέρα θα είναι κρίσιμη για την οικονομία. Εάν είναι επιτυχημένη μπορεί να ελαχιστοποιήσει τις αρνητικές επιπτώσεις της κρίσης, ακόμη και να πυροδοτήσει μια νέα φάση ισχυρής και βιώσιμης ανάκαμψης, εκμεταλλευόμενη τα νέα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία όπως το Ταμείο Ανάκαμψης. Εάν δεν είναι επιτυχημένη, η σημαντική διαφοροποίηση λειτουργικών και χρηματοδοτικών δυνατοτήτων μεταξύ εταιρειών, ενδέχεται να μεγεθύνει περαιτέρω τις οικονομικές ανισορροπίες και ανισότητες τόσο μέσα στις οικονομίες, όσο και μεταξύ τους, με αρνητικές συνέπειες που θα εκτείνονται και στο πολιτικό πεδίο.

    ** Ο κ. Δημήτρης Χ. Κατσίκας είναι Επικεφαλής του Παρατηρητηρίου για την Ελληνική και Ευρωπαϊκή Οικονομία του ΕΛΙΑΜΕΠ και Επίκουρος Καθηγητής Διεθνούς και Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ