Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 27-Νοε-2020 00:04

    Ποιος πληρώνει τον λογαριασμό της υγειονομικής περίθαλψης στην Ελλάδα και στην Ευρώπη;

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Απόστολου Φασιανού 

    Η πανδημία του Covid-19 δοκιμάζει την αντοχή των εθνικών συστημάτων υγείας λόγω της μαζικής εισροής ασθενών που νοσούν από την ασθένεια. Η ανθεκτικότητα των δημόσιων συστημάτων υγείας, αλλά και γενικότερα η δυνατότητά τους να παρέχουν επαρκή υγειονομική κάλυψη στους πολίτες, όχι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπως αυτή της πανδημίας, αλλά και σε λιγότερο ταραγμένους καιρούς, είναι αναπόφευκτα συνδεδεμένη με το ύψος των πόρων που κατευθύνονται σε αυτά.

    Όπως επισημαίνουν η Ιωάννα Γιαννοπούλου και ο Γιώργος Οδυσσέας Τσομπάνογλου σε πρόσφατο άρθρο τους για το Ελληνικό σύστημα υγείας1, διαπιστώνονται σημαντικά προβλήματα όπως ο περιορισμένος αριθμός κλινών, η έλλειψη επαρκών μονάδων για ψυχολογική υποστήριξη των ασθενών, και οι παρατηρούμενες ανεκπλήρωτες ανάγκες υγειονομικής περίθαλψης από τους πολίτες. Παρότι είναι προφανές πως δεν λύνονται όλα τα προβλήματα με την αύξηση των δαπανών, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τι δαπανά η Ελλάδα σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες και πώς κατανέμει αυτές τις δαπάνες. 

    Το διάγραμμα 1 παρουσιάζει την κατάταξη δαπανών υγείας ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα και στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών. Παρατηρεί κανείς ότι η Ελλάδα βρίσκεται στη μέση της κατάταξης, κατευθύνοντας σχεδόν το 8% της συνολικής οικονομικής της δραστηριότητας στην υγεία, μέγεθος που την κατατάσσει ελαφρώς χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 8,3%. Με μία πρώτη ματιά, η θέση της Ελλάδας στην κατάταξη αυτή δεν φαίνεται ιδιαίτερα ανησυχητική. Αξίζει ωστόσο να κοιτάξουμε και τη σύνθεση των συνολικών δαπανών για την υγεία. Οι δαπάνες μπορούν να διακριθούν σε αυτές που επιβαρύνουν το δημόσιο, κυρίως μέσω των ασφαλιστικών συστημάτων ή της φορολογίας, και σε αυτές που επιβαρύνουν τον ίδιο τον καταναλωτή-ασθενή (out-of-pocket payments on healthcare). Παρατηρούμε ότι εάν ο δείκτης διακριθεί στους δύο αυτούς υπο-δείκτες, οι δημόσιες δαπάνες για την υγεία αγγίζουν το 5% του ΑΕΠ, μέγεθος που κατατάσσει τη χώρα αρκετά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ (6,1%) αλλά και σημαντικά χαμηλότερα από τις χώρες της Βορειοδυτικής Ευρώπης όπως η Γερμανία (σχεδόν 10%), η Γαλλία (9,4%) και η Σουηδία (9,3%). 

    Η κατάσταση διαφοροποιείται εάν εστιάσουμε στο μερίδιο των συνολικών δαπανών που επιβαρύνουν τον καταναλωτή-ασθενή με ίδιες δαπάνες για την υγεία. Παρατηρούμε ότι η Ελλάδα κατατάσσεται τέταρτη, με τις δαπάνες υγείας που επιβαρύνουν τον ασθενή να αγγίζουν το 3,2% του ΑΕΠ. Προηγούνται μονάχα η Κύπρος, η Πορτογαλία, και η Μάλτα. 

     

    pin

     


    Επιπρόσθετα, στο διάγραμμα 2 αντιπαραβάλλονται οι δαπάνες που επιβαρύνουν τον καταναλωτή-ασθενή ως ποσοστό του συνόλου των δαπανών υγείας με το σύνολο των δαπανών που κατευθύνονται στην υγεία ως ποσοστό του ΑΕΠ. Τα στοιχεία αυτά μας επιτρέπουν να εξάγουμε κάποια πρώτα συμπεράσματα. Πρώτον, σύμφωνα με τη γραμμή τάσης (κόκκινη γραμμή) παρατηρούμε πως υπάρχει μία ασθενής αρνητική συσχέτιση μεταξύ του ποσοστού του ΑΕΠ που κατευθύνεται στην υγεία και του ποσοστού των δαπανών που επιβαρύνουν τον καταναλωτή-ασθενή. Με άλλα λόγια, οι χώρες που πραγματοποιούν σημαντικές δαπάνες για την υγεία τείνουν να επιβαρύνουν τους ασθενείς με λιγότερες δαπάνες από την τσέπη τους.

     

    pin


     
    Παρατηρούμε δύο ομάδες χωρών στις απέναντι πλευρές της γραμμής τάσης, ενώ κάποιες χώρες εμφανίζονται διάσπαρτα ως περιπτώσεις άτυπης συμπεριφοράς. Στην κάτω δεξιά γωνία του διαγράμματος, εμφανίζονται πολλές χώρες της Βορειοδυτικής Ευρώπης όπως η Γερμανία, η Ολλανδία και η Σουηδία. Οι χώρες αυτές παρουσιάζουν έναν συνδυασμό υψηλών δαπανών υγείας με χαμηλή επιβάρυνση για τους ασθενείς. Φαίνεται να επιτυγχάνουν υψηλά ποσοστά υγειονομικής κάλυψης, κατευθύνοντας ωστόσο ένα σημαντικό μερίδιο της οικονομικής δραστηριότητας στην παροχή υπηρεσιών υγείας.

    Στην άνω-αριστερή γωνία του διαγράμματος, εμφανίζονται χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης (Βουλγαρία, Ελλάδα, Κύπρος) και της Βαλτικής (Λετονία, Λιθουανία). Οι χώρες αυτές φαίνεται να αφιερώνουν συνολικά ένα σχετικά μικρό μερίδιο δαπανών για υπηρεσίες υγείας, τις οποίες μάλιστα καλούνται να πληρώσουν, σε ένα σημαντικό βαθμό, οι ίδιοι οι ασθενείς. 

    Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως η διάκριση μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής επιβάρυνσης είναι θέμα προτιμήσεων. Σε ορισμένες χώρες προτιμάται η ιδιωτική κάλυψη της υγειονομικής περίθαλψης, καθώς θεωρείται πιο ευέλικτη ή αποτελεσματική. Η άποψη αυτή ενισχύεται από δυσκαμψίες που παρατηρούνται σε πολλά εθνικά συστήματα υγείας, όπως το δικό μας, που οδηγεί τους ασθενείς σε μεγάλες λίστες αναμονής και χαμηλό επίπεδο υπηρεσιών. Είναι όμως έτσι; 

    Ο δείκτης "Self-reported unmet needs for healthcare" της Eurostat εστιάζει στην εκτίμηση ενός ατόμου για τους λόγους που δεν εκπλήρωσε μία ανάγκη υγειονομικής περίθαλψης. Στις πιθανές απαντήσεις συμπεριλαμβάνονται τρεις πιθανοί λόγοι: "Οικονομικοί λόγοι", "Λίστα αναμονής" και "Δυσκολία πρόσβασης εξαιτίας της απόστασης". Τα αποτελέσματα του δείκτη παρουσιάζονται στο διάγραμμα 3 παρακάτω. 

    pin


     
    Όπως φαίνεται από το διάγραμμα, πολλές από τις χώρες που σημειώνουν υψηλό μερίδιο δαπανών υγείας που επιβαρύνουν τον καταναλωτή (Ελλάδα, Λετονία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Πορτογαλία) εμφανίζουν υψηλά ποσοστά μη εκπλήρωσης αναγκών υγειονομικής κάλυψης για οικονομικούς λόγους. Μάλιστα η Ελλάδα έρχεται πρώτη στη σχετική κατάταξη με 8,3% των ερωτηθέντων να απαντούν πως δεν έχουν εκπληρώσει κάποια ανάγκη υγειονομικής περίθαλψης για οικονομικούς λόγους. Σχετικά με τους λόγους μη εκπλήρωσης εξαιτίας μακράς αναμονής, μόλις 0,3% απάντησε θετικά στην Ελλάδα ενώ χαμηλό είναι επίσης το ποσοστό αυτών που απάντησαν πως αντιμετώπισαν δυσκολίες μετακίνησης λόγω απόστασης. Παρότι η συσχέτιση δεν υποδηλώνει απαραίτητα αιτιότητα, οι δείκτες αυτοί αναδεικνύουν τη δυσκολία πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας για πολλούς ασθενείς που δεν έχουν τη δυνατότητα να καλύψουν τις σχετικές δαπάνες μόνοι τους. 

    Από τα παραπάνω, είναι εύλογο να θεωρήσει κανείς πως στις χώρες με υψηλό μερίδιο ιδιωτικής επιβάρυνσης και μικρό μερίδιο δημόσιας συμμετοχής, μια ενδεχόμενη μείωση των εισοδημάτων απειλεί να αποκλείσει σημαντικό αριθμό ασθενών από τις υπηρεσίες υγείας ή να περιορίσει άλλες δαπάνες διαβίωσης προκειμένου να καλυφθεί το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης. Μάλιστα ο δείκτης επιβάρυνσης του ασθενή έχει αναφερθεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) ως κρίσιμη για την επίτευξη του Στόχου Βιώσιμης Ανάπτυξης (SDG) περί καθολικής πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη.

    Η κατάσταση στην Ελλάδα έγινε πιο δύσκολη τα τελευταία χρόνια λόγω της κρίσης. Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, την περίοδο 2008-13 ο ρυθμός αύξησης των δαπανών για υγειονομική περίθαλψη στην Ελλάδα παρουσίασε αρνητική μεταβολή -7,3% ετησίως, έναντι αύξησης 0,7% για τις Ευρωπαϊκές χώρες. Από το 2013 μέχρι το 2019, η Ελλάδα αύξησε τις δαπάνες της για υγειονομική περίθαλψη κατά μόλις 0.4% ετησίως έναντι 3% στην ΕΕ. Εάν ο όγκος δαπανών που κατευθύνονται στην υγεία συνεχίσει με αυτό τον ρυθμό, οι προκλήσεις που αναφέρθηκαν θα διογκωθούν. 

    Εν κατακλείδι, δεδομένων των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της πανδημίας, είναι επιτακτικό να υπάρξει μιας αναθεώρηση της πολιτικής υγείας. Σημαντικό κομμάτι μιας τέτοιας προσπάθειας θα πρέπει να είναι και η αύξηση των πόρων που κατευθύνονται στο σύστημα δημόσιας υγείας. 

    1 Giannopoulou, Ioanna, and George Odysseas,Tsobanoglou. "COVID-19 pandemic: challenges and opportunities for the Greek health care system." Irish Journal of Psychological Medicine (2020): 1-9.

    * Ο κ. Απόστολος Φασιανός είναι υπότροφος της Ερευνητικής Έδρας Α.Γ. Λεβέντη στο Παρατηρητήριο για την Ελληνική και Ευρωπαϊκή Οικονομία του ΕΛΙΑΜΕΠ και Λέκτορας Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Brunel του Λονδίνου.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ