Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 28-Οκτ-2020 00:05

    Έπος του ’40: Μια ζωντανή μαρτυρία, στη θέση της κενής ρητορείας ενός βαρετού, επετειακού τελετουργικού

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Γιώργου Ι. Κωστούλα

    Λένε ότι η ιστορία είναι συχνά άδικη προς ορισμένα ιστορικά γεγονότα. Ένα απ’ αυτά και το Έπος του ’40. Μετέπειτα τραγικές ιστορικές επιχωματώσεις ήρθαν και επισκίασαν αυτό το ιστορικό απροσδόκητο συμβάν. Τί απέμεινε από τη λάμψη του; Ποιος θυμάται σήμερα τους περήφανους μαχητές του Αλβανικού, που ταπεινωμένοι στη συνέχεια με την κατάρρευση του μετώπου, γύριζαν στα σπίτια τους σέρνοντας τα πληγιασμένα από τα κρυοπαγήματα πόδια τους; 

    Ακόμα και η λογοτεχνία που τόσα έχει προσφέρει στην εμπέδωση της κοινής ιστορικής συνείδησης, δεν έχει ενδιαφερθεί, όσο θα περίμενε κανείς, για το καλούμενο έπος του ‘40. Ό,τι έχει γραφτεί περιορίζεται σε ορισμένα, σπουδαία μεν,  λιγοστά δε, παραδείγματα έργων όπως αυτά  του Τερζάκη, του Μπεράτη, του Θεοτοκά, του Αθανασιάδη, του Ελύτη, του Αγγ. Βλάχου. Όλων, δηλαδή, συγγραφέων που έζησαν το έπος ως στρατευμένοι. Από τους νεότερους λογοτέχνες, πολύ μικρό ενδιαφέρον έχει εκδηλωθεί. Έτσι έγινε και εμείς οι παλιότεροι λουστήκαμε τις αλήστου μνήμης ταινίες του Τζέιμς Πάρις ή κάποιες άλλες, του τύπου "Υπολοχαγός Νατάσα".

    Όσο υπάρχουν γύρω μας ακόμη πατριώτες που έζησαν με οποιονδήποτε τρόπο τη μεγάλη στιγμή του Έπους του ’40, ας μη χάνουμε την ευκαιρία να κάνουμε κτήμα και των επόμενων γενεών τις μαρτυρίες τους, φωτίζοντας έτσι ενδεχομένως άγνωστες πτυχές του σπουδαιότερου γεγονότος της νεότερης ιστορίας μας. Μια ευκαιρία να ακουστεί, κάτι θετικότερο και ουσιαστικότερο- και πάντως κάτι καινούργιο- στη θέση της κενής ρητορείας του συνήθους πανηγυρικού βαρετού τελετουργικού.   

    Το κατ’ εμέ, παραθέτω στη συνέχεια, σε συμπυκνωμένη μορφή, την αφήγηση του ογδοντατριάχρονου συγχωριανού μου και φίλου Βασίλη Σταμοκώστα, συνταξιούχου ραδιοτηλεγραφητή του ΟΤΕ. Ένα χρονικό της πυρπόλησης των χωριών της Δυτικής Φθιώτιδας, από τους Γερμανούς, όπως το έζησε εφτάχρονο παιδί.

    Η αφήγηση του Βασίλη:

    "Γεννήθηκα στο χωριό Φτέρη Φθιώτιδας. Ήμουνα εφτάχρονος τότε και, όπως και τα άλλα παιδιά της επαρχίας,  έζησα τις τραγικές στιγμές  της κατοχής, σχεδόν σαν ενήλικας. 

    Τα γεγονότα του Αυγούστου του 1944, που περιγράφω,  ήταν τα πιο σκληρά και απάνθρωπα που έζησε η περιοχή μας, αφού εκείνον τον Αύγουστο οι Γερμανοί, μαζί με άλλα γύρω χωριά  έκαψαν και το δικό μας χωριό.

    Η περιοχή, όντας στον άξονα Λαμίας - Καρπενησίου και ως ανταρτοκρατούμενη, ήταν εύκολος στόχος των γερμανικών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων. Κυνηγώντας τους ελασίτες οι Γερμανοί δεν θα άφηναν τίποτα όρθιο στο πέρασμά τους.

    Οι καμπάνες του χωριού κάθε τρεις και λίγο χτυπούσαν, προειδοποιώντας τους χωριανούς για τις επικείμενες εξολοθρευτικές επισκέψεις των βαρβάρων. 

    Οι πληροφορίες από προηγούμενα μαρτυρικά χωριά, που είχαν υποστεί τις θηριωδίες τους, ήταν σαφείς ως προς τι περίμενε και το δικό μας χωριό. 

    Αναστάτωση και απελπισία επικρατούσε σε όλους τους συγχωριανούς. Τι να πρωτοσώσει ο καθένας, τα υπάρχοντά του ή το τομάρι του; Τι να πρωτοπάρεις μαζί σου και πού να το πας. Μοναδικό και πρόσφορο καταφύγιο για τους κατοίκους το πατρογονικό μας χωριό, η Άνω Φτέρη, όπου σωζόταν ημικαταστραμένος οικισμός από τουρκοκρατίας. 

    Στο διώροφο σπίτι μας μέναμε τρεις οικογένειες. Κάθε βράδυ, όλοι οι μεγάλοι είχαν την κοινή τους συνεδρία, στην οποία πολύ μου άρεσε να συμμετέχω, τις περισσότερες φορές κρυφακούγοντας. 

    Το σχέδιο της οικογενειακής φυγής προέβλεπε: Ο παππούς με τους τρεις Ιταλούς αιχμάλωτους που ζούσαν μαζί μας και τα ζωντανά, φοράδα, πουλάρια, αγελάδα θα πήγαιναν στον κάμπο σε διάφορες συστάδες δένδρων και απόμερα σημεία για να μη δίνουν στόχο. Όλοι οι άλλοι θα μεταφερόμαστε στην Άνω Φτέρη και βλέπουμε. 

    Τον πατέρα, από την πρώτη μέρα της γερμανικής εξόρμησης, τον είχε επιστρατέψει το τοπικό ΕΑΜ για μεταγωγικό με τη μια φοράδα της οικογένειας. Η μάνα, έγκυος στον μικρότερο αδελφό μου, με πυρετό και πόνο στο συκώτι της, δηλώνει αδυναμία να έρθει μαζί μας στο βουνό: "Αν έρθνι κι μι βρουν και λυπ’ θούν αυτό που ‘χω στην κοιλιά μ’ ... αλλιώς ας μι σκουτώσ’ νι". 

    Φεύγουμε. Η μάνα κλαίει. 

    Καραβάνια ολόκληρα από ανθρώπους και ζώα, όχι μόνο από το δικό μας χωριό, προωθούνται προς το βουνό. Συγχρόνως, τα γερμανικά κανόνια από τα χωριά της απέναντι όχθης του Σπερχειού εντόπιζαν τον τρομαγμένο κόσμο στις πλαγιές και στις φυλλωσιές των δένδρων και άρχισαν να βάζουν με τους όλμους και τα μυδράλια. Τα ζωντανά όλα καμουφλαρισμένα, αλλά που και που φαινότανε και δίναν στόχο. Τα χωριά το ένα μετά το άλλο καίγονται απ’ άκρη σε άκρη. Το τουφεκίδι πυκνώνει περισσότερο, οι βομβαρδισμοί από απέναντι συνεχίζονται αδιάκοπα, υποχρεώνοντάς μας να προωθηθούμε όλο και ψηλότερα.

    Στη θέση Φραγκόλακα που φθάσαμε, συναντήσαμε και άλλους. Κάποια οικογένεια, που διατηρούσε εκεί μια μονιμότερη εγκατάσταση, μας έδωσε ένα νταβά ν’ αρμέξουμε τη γίδα και να μοιραστούμε το λίγο γάλα της εμείς τα μικρά.

    Εκεί. κάποιος συγχωριανός νεοφερμένος από το χωριό θα μας φέρει το μαντάτο: οι Γερμανοί είχαν βάλει φωτιά και στο δικό μας σπίτι. Από το σπίτι έβγαινε ήδη καπνός, αλλά η στέγη του ήταν ακόμα  στη θέση της. Η πρώτη σκέψη  βέβαια ήταν να τρέξουμε μήπως προλάβουμε και το σώσουμε.  Πώς να πλησιάσεις όμως ένα ακατοίκητο γερμανοκρατούμενο χωριό; Διχογνωμία εκδηλώνεται μεταξύ των μελών της οικογένειας. Η μάνα, που εν τω μεταξύ είχε έρθει κοντά μας,  σηκώνει το ανάστημά της. Εξωτερικεύοντας τα εσώψυχα της θα πει: "Ιγώ του ουρφανό παντρευτ’ κα του Μητράκη γι’ αυτό του έρμου του σπίτ’ κι τώρα θα τ’ αφήσου ν’ αποκαεί; 

    Μπαίνουμε στο χωριό. Ελπίδα μας να συναντήσουμε μια σπουδαία σοφή γυναίκα, τη Στυλιανή -αδελφή του παππού μου- που με αγέρωχο τρόπο αρνήθηκε να εγκαταλείψει το χωριό.

    "Πλαλάτι να του προυλάβιτι", μας λέει. 

    Πάμε στο σπίτι, τι να ιδούμε: η φωτιά είχε περικυκλώσει όλα τα δωμάτια. Μόνο ασφαλές μέρος, το υπόγειο. Και τότε εκδηλώθηκε για μια ακόμα φορά η σοφία της γιαγιάς Στυλιανής:

    "Μαρή τι κάθιστι" λέει.  "Κρασί δεν έχει του υπόγειου"; 
    Βουτάει η θειά μου η Ρήνη έναν ντενεκέ και μέσα από τους καπνούς κατεβαίνει κάτω κι ανοίγει τον πύρο απ’ του βαγένι κι άρχισε να χύνει το κρασί στη φωτιά ολόγυρα. Από κοντά και οι υπόλοιποι. Σε δυο ώρες σβήσαμε όλες τις εστίες της φωτιάς. Το σπίτι είχε σωθεί. 

    Την ώρα της κατάσβεσης, ακούστηκαν οι γοερές κραυγές μιας γειτόνισσας. Είχε βρει στο σπίτι του το πτώμα ενός τυφλού  γείτονα, απόμαχου της μικρασιατικής εκστρατείας. Η γυναίκα του, που τον είχε παντρευτεί για τη σύνταξή του, μη μπορώντας να τον πάρει μαζί της, τον άφησε στο σπίτι, ελπίζοντας ότι οι Γερμανοί θα λυπηθούν έναν τυφλό άνθρωπο... 

    Εν τω μεταξύ όλο το χωριό φεγγοβολούσε απ’ τις ουρανομήκεις λαμπάδες των πυρπολημένων σπιτιών. Όλα τα υλικά πλην των τοίχων, ήταν από ξύλο. Κάθε φορά που πέφταν οι σκεπές, ακουγόταν ο ανατριχιαστικός κρότος της κατάρρευσης, που σήμαινε και την καταστροφή μιας ολόκληρης περιουσίας -τη μάταιη στέρηση των κόπων μιας ζωής. 

    Βεβαίως, θύματα δεν ήταν μόνο τα σπίτια. Δεκάδες αθώων συγχωριανών που βρέθηκαν στο διάβα των Γερμανών χάθηκαν εκείνο τον Αύγουστο. Ποιον και ποιον να απαριθμήσω; Περιορίζομαι στο τραγικότερο θύμα της γερμανικής θηριωδίας: τον χαμό του μικρού Φώτη Ξινόγαλου, από το γειτονικό χωριό, Παλαιοβράχα. 

    Ξέμεινε το παιδί με τα προβατάκια του, κουτσό από το ένα πόδι, στον κάμπο. Το εντόπισαν οι βάρβαροι από απέναντι, το σημαδέψαν και το σκότωσαν. Πήγε η μάνα να βρει το παιδί και το βρίσκει σκοτωμένο. Τραγική η μοίρα και αδυσώπητα σκληρό το καθήκον του ενταφιασμού. Άνθρωπος πουθενά δεν υπάρχει. Έχουν όλοι φύγει για τα βουνά. Κάνει την καρδιά της πέτρα και βρίσκει το κουράγιο. Σφίγγει τον πόνο και την ψυχή. Παίρνει μια τριχιά και  φορτώνεται το παιδί στην πλάτη. Μακρύς ο δρόμος του Γολγοθά μέχρι το Νεκροταφείο. Δεν θέλει το σπλάχνο της να το φάνε τα κοράκια κι ούτε να μείνει μακριά απ’ την πολιτεία των νεκρών του χωριού. Κάποτε έφθασε. Πήρε τσαπί και φτυάρι και το έθαψε μόνη της. Έτσι χωρίς παπά και λιβάνι. Έκατσε πάνω από το φρεσκοσκαμμένο μνήμα, μοιρολόγησε, ξαλάφρωσε. Είχε επιτελέσει το καθήκον της ηρωίδας Μάνας. Και πήρε το κουράγιο να συνεχίσει τον άλλο Γολγοθά. Αυτόν της βασανισμένης μετέπειτα ζωής".

    O κ. Κωστούλας είναι τέως γενικός διευθυντής εταιρειών του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού τομέα. Εmail:gcostoulas@gmail.com

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων