Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 20-Οκτ-2020 00:03

    ΣτΕ: Σημαντική απόφαση για την τοκοφορία των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου από αχρεωστήτως καταβληθέντες φόρους

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Ευαγγελίας Μάντζου

    Με την υπ’ αριθμόν 686/2020 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (Β’ Τμήμα),  επιλύθηκαν και διευκρινίσθηκαν σημαντικά νομικά ζητήματα, τα οποία αφορούν στην τοκογονία των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου από αχρεωστήτως καταβληθέντες φόρους, καθώς και στις δικονομικές προϋποθέσεις για την αξίωση τόκων εκ μέρους των φορολογουμένων.

    Το Συμβούλιο της Επικρατείας, αφού επανέλαβε και συνέθεσε προγενέστερες θέσεις του επί του εν λόγω ζητήματος (ΣτΕ 248-9/2008 Ολομ., ΣτΕ 2190-1/2014 Ολομ.), κατέληξε στην κρίση ότι οι αξιώσεις του φορολογουμένου κατά του Δημοσίου για την επιστροφή αχρεωτήτως καταβληθέντος φόρου και επιδίκαση τόκων επί του ποσού φόρου αντίστοιχα, εμφανίζουν σχέση κυρίου - παρεπομένου, με αποτέλεσμα, να γεννώνται εξ αυτών διοικητικές διαφορές ουσίας που εγείρονται, είτε σωρευμένες με κοινό δικόγραφο προσφυγής, είτε καθεμία ξεχωριστά με αυτοτελές δικόγραφο προσφυγής.

    Η πλέον σημαντική όμως κρίση συνίσταται στο ότι, από το χρόνο άσκησης της προσφυγής του φορολογουμένου προς ικανοποίηση της κύριας αξίωσης του για επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου, υφίσταται και η παρεπόμενη υποχρέωση του Δημοσίου για καταβολή τόκων, ακόμη και στην περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί με την κύρια προσφυγή σχετικό αίτημα επιδίκασης τόκων προς το Δικαστήριο.

    Συνακόλουθα, τέτοιο αίτημα επιδίκασης τόκων μπορεί να προβληθεί και με μεταγενέστερη προσφυγή του φορολογουμένου (όπως στην περίπτωση που αφορούσε η παρούσα υπόθεση).

    Περαιτέρω, το ΣτΕ επικαλούμενο νομολογία του ΔΕΕ (υπόθεση C-565/11 Mariana Irimie), έκρινε ότι, ειδικώς σε περιπτώσεις όπου η κύρια αξίωση του φορολογουμένου αφορά σε επιστροφή φόρου, ο οποίος καταβλήθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου, η αντίστοιχη υποχρέωση του Δημοσίου για καταβολή τόκων μπορεί να γεννάται από το χρόνο της αχρεώστητης καταβολής (προηγούμενο της κύριας προσφυγής) και να διατηρείται μέχρι του χρόνου που το σχετικό ποσό επιστρέφεται στον φορολογούμενο, κατ’ επιταγή της αρχής της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου που επιβάλλει σε τέτοιες περιπτώσεις η αποζημίωση του φορολογούμενου να είναι "προσήκουσα", δηλαδή πλήρης.

    Η πρακτική σημασία της σχολιαζόμενης απόφασης (την οποία ήδη τα Δικαστήρια της ουσίας ακολουθούν – βλ. ΔΕΑ 2708/2020, ΔΠΑ 13216/2020) είναι αξιοσημείωτη, δεδομένου ότι αφενός επικρατούσε έντονη διχογνωμία στο πεδίο των φορολογικών διαφορών για το κατάλληλο ένδικο μέσο προς επιδίκαση τόκων (προσφυγή ή αγωγή), αφετέρου δε διότι τα διοικητικά δικαστήρια ουσίας στην πλειοψηφία τους δεν αποδέχονταν αυτοτελείς προσφυγές με αίτημα την επιδίκαση (μόνο) τόκων, εφόσον δεν είχε περιληφθεί αντίστοιχο αίτημα στο δικόγραφο της προηγουμένως ασκηθείσας κύριας φορολογικής προσφυγής. 

    Από τις κρίσεις της άνω απόφασης προκύπτει ότι η αναζήτηση τόκων με αυτοτελή προσφυγή καθίσταται επιτρεπτή, σε περίπτωση δε που αυτή ασκηθεί μετά την περάτωση της δίκης επί της κύριας φορολογικής διαφοράς, δεν εγείρονται ζητήματα παραγραφής, αφού αυτή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την άσκηση της προηγούμενης κύριας προσφυγής.

    Η εν λόγω νομολογία μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για την αναζήτηση τόκων από φορολογουμένους, που έχουν μεν δικαιωθεί εν όλω ή εν μέρει ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, χωρίς, όμως, να επιδικασθούν τόκοι υπέρ τους, αναμένεται δε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον η επίδραση της εν λόγω απόφασης στις φορολογικές διαφορές, που γεννήθηκαν μετά την 1.1.2014 και διέπονται από τις διατάξεις Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), δεδομένου ότι ήδη γίνεται νομολογιακώς δεκτό ότι κάθε καταβληθέν ποσό επιστρέφεται νομιμοτόκως με το επιτόκιο της ΑΥΟ ΔΠΕΙΣ 1198598 ΕΞ2013, ήτοι 6% ετησίως (ΔΕΑ 2708/2020, ΔΠΑ 13216/2020), η δε διοίκηση κατά τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης θα πρέπει να προβαίνει αμελλητί (τη αιτήσει του διαδίκου) στην καταβολή των σχετικών τόκων.

    * Η κα Ευαγγελία Μάντζου, είναι Δικηγόρος, Εξειδικευμένη στο Φορολογικό Δίκαιο

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ