Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 03-Σεπ-2020 00:05

    Ευρωζώνη: Παρά τον ιστορικό συμβιβασμό, οι διαφωνίες για τη μελλοντική της πορεία παραμένουν

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Δήμητρας Τσίγκου 

    Πριν από μερικές ημέρες, η δήλωση του εκπρόσωπου της Γερμανίδας καγκελαρίου, Στέφεν Ζάιμπερτ, μας υπενθύμισε ότι η γερμανική κυβέρνηση δεν είναι διόλου εύκολο να μετακινηθεί ουσιαστικά από τις πάγιες θέσεις της –ειδικά όταν αυτές αφορούν την ανάληψη κοινού χρέους από την ΕΕ.

    Πιο συγκεκριμένα, ο κος Ζάιμπερτ ξεκαθάρισε ότι ο κοινός δανεισμός της ΕΕ ώστε να χρηματοδοτηθεί το Ταμείο Ανάκαμψης είναι ένα προσωρινό μέτρο. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε: "η συγκεκριμένη απόφαση αποτελεί την απάντηση σε μια προσωρινή ακραία κρίση, σαφώς περιορισμένη ως προς τον χρόνο, το ύψος και το εύρος, και αποσκοπεί στην αντιμετώπιση αυτής της κρίσης."

    Πράγματι, δεν έχουν περάσει πολλοί μήνες από τότε που η καγκελάριος Μέρκελ στάθηκε επί της ουσίας απέναντι στην πρόταση για τη δημιουργία κορονο-ομολόγων (coronabonds) –παρότι η πρόταση αυτή είχε τη θερμή υποστήριξη εννέα Ευρωπαίων ηγετών, μεταξύ των οποίων και ο Γάλλος Πρόεδρος Μακρόν– και απέρριψε οποιαδήποτε ιδέα επιχορηγήσεων από την ΕΕ προς τα μέλη της. Το γεγονός αυτό φυσικά δεν θα πρέπει να μας προκαλεί εντύπωση. Η Γερμανία έχει υιοθετήσει ένα εξαγωγικό μοντέλο ανάπτυξης, όπως και οι υπόλοιπες οικονομίες του Βορρά. Η θεσμική υποδομή των οικονομιών αυτών υποστηρίζει υψηλά επίπεδα συντονισμού μεταξύ των παραγωγικών ομάδων, διευκολύνοντας με αυτό τον τρόπο την εναρμονισμένη μισθολογική διαπραγμάτευση και τη συνεργασία στο πλαίσιο των προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης, μέσω των οποίων παρέχεται ένα υψηλό επίπεδο δεξιοτήτων που προωθεί τη βαθμιαία τεχνολογική καινοτομία και ευνοεί την παραγωγή προϊόντων μεσαίας και υψηλής τεχνολογίας. Παράλληλα, οι οικονομίες αυτές τείνουν να υιοθετούν αυστηρές δημοσιονομικές πολιτικές καθώς τα ελλείμματα του δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τη σύγχρονη μακροοικονομική, μεταφράζονται στο μεσοπρόθεσμο διάστημα σε επιδείνωση του εξωτερικού ισοζυγίου, υπονομεύοντας το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της χώρας.

    Εν προκειμένω, το παραδοσιακό (γερμανικό) εξαγωγικό μοντέλο ανάπτυξης βασίζεται κατά κύριο λόγο στον κλάδο της βιομηχανίας και διασφαλίζει την υψηλή ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεών του στις διεθνείς αγορές μέσω της σιωπηρής υποστήριξης των εργοδοτών και των συνδικαλιστικών οργανώσεων ώστε να διατηρούν χαμηλά το μοναδιαίο κόστος εργασίας. Σε αντίθεση με την ευρύτερη πεποίθηση, επομένως, πρωταρχικός στόχος της Γερμανίας για τη δημιουργία του κοινού νομίσματος δεν ήταν τόσο να προωθήσει την επανένωσή της ή να υλοποιήσει ένα ιδεαλιστικό ομοσπονδιακό σχέδιο για την Ευρωπαϊκή Πολιτική Ένωση. Περισσότερο, μάλλον, ήταν η ενίσχυση της δικής της οικονομικής ευημερίας μέσω των ανοιχτών αγορών, της ανταγωνιστικής συναλλαγματικής ισοτιμίας και της αντιπληθωριστικής νομισματικής πολιτικής.

    Ως εκ τούτου, σε κάθε κομβική διαπραγμάτευση είτε αυτή αφορούσε την ίδια τη δημιουργία της ΟΝΕ είτε την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους και τη μετέπειτα μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης, κύριο μέλημα της γερμανικής κυβέρνησης ήταν πάντα η "διαφύλαξη" του εξαγωγικού συγκριτικού πλεονεκτήματος της γερμανικής οικονομίας. Η γερμανική οπτική παραδοσιακά απέβλεπε στη λειτουργία μιας Ευρωζώνης η οποία θα ήταν σε θέση να  διασφαλίζει την αυστηρή επιβολή των κανόνων για την τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας,  να προωθεί την υιοθέτηση πολιτικών για τη βιωσιμότητα του χρέους έναντι της δυνατότητας μεταβίβασης πόρων και η οποία, επ’ ουδενί, δεν θα προέβλεπε οποιαδήποτε μορφή  αμοιβαιοποίησης χρέους. 

    Άρα, τι ήταν αυτό  που ώθησε τη Γερμανίδα καγκελάριο να μετακινηθεί από τις πάγιες θέσεις της, θέτοντας εκ νέου σε κίνηση τον γαλλογερμανικό άξονα; Σαφώς, σημαντικό ρόλο έπαιξε το γεγονός ότι την περίοδο που προηγήθηκε της πρότασης που κατέθεσαν οι δύο χώρες για κοινή έκδοση χρέους και επιχορηγήσεις ύψους €500 δισ. η υποστήριξη προς το πρόσωπο και το κόμμα της κας Μέρκελ είχε αυξηθεί σημαντικά και, παράλληλα, η γερμανική κοινή γνώμη άρχισε να μετατοπίζεται υπέρ της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Κυρίως, όμως, άρχισαν να γίνονται αντιληπτές οι καταστροφικές οικονομικές συνέπειες ως αποτέλεσμα του lockdown, οι οποίες απειλούσαν να διευρύνουν ακόμα περισσότερο τις ανισορροπίες μεταξύ των ευρωπαϊκών οικονομιών. Η ευρωπαϊκή ήπειρος θα αντιμετώπιζε τον κίνδυνο της διαίρεσης και της βαθιάς ύφεσης, συμπαρασύροντας και την εξαγωγική οικονομία της Γερμανίας. Επομένως, ακόμα κι αν η Γερμανία εξακολουθούσε να τα καταφέρνει αναλογικά καλύτερα ως προς την αντιμετώπιση της κρίσης, κατέστη σαφές ότι το πρόβλημα ξεπερνούσε τα όρια του έθνους-κράτους, απαιτώντας την ουσιαστική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. 

    Έτσι, η συζήτηση τέθηκε σε νέες βάσεις, αλλά, ενδεχομένως,  και εντός συγκεκριμένων ορίων. Εν προκειμένω, δεν υπήρξε συζήτηση για την αντιμετώπιση μιας νέας κρίσης της Ευρωζώνης, για την ανάγκη μεταρρύθμισής της ή για το ύψος του δημόσιου χρέους συγκεκριμένων κρατών μελών. Τουναντίον, η διαπραγμάτευση εστιάστηκε στην ανασύσταση των ευρωπαϊκών οικονομιών μετά το πέρας της πανδημίας του κορονοϊού, καταδεικνύοντας, παράλληλα, για μια ακόμα φορά τη δυσκολία συγκερασμού των διαφορετικών και αντικρουόμενων εθνικών συμφερόντων. 

    Παρόλα αυτά, μία ιστορική "Συμφωνία – Σταθμός" επετεύχθη και η ανάληψη κοινού ευρωπαϊκού χρέους είναι γεγονός. Για την καγκελάριο Μέρκελ πρόκειται για μία εφάπαξ συμφωνία. Αντιθέτως, για τον Γάλλο πρόεδρο Μακρόν, ακόμα και για τον Γερμανό υπουργό οικονομικών, κ. Σολτς, η ανάγνωση είναι διαφορετική, καθώς δεν αντιλαμβάνονται τον κοινό δανεισμό ως ένα μέτρο εφήμερο, αποκλειστικά προς την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης κρίσης. Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι σαφές ότι η συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης προμηνύεται ιδιαιτέρως πολύπλοκη. Η Γερμανία είναι πολύ πιθανό να αναδιπλωθεί στις πάγιες θέσεις της, επαναφέροντας στο προσκήνιο την αντιπαράθεση μεταξύ των κρατών-μελών που επιθυμούν τη μεγαλύτερη αλληλεγγύη και ευελιξία εντός της Ένωσης, έναντι αυτών που προτάσσουν την ανάγκη ενίσχυσης της ευθύνης των κρατών μελών, ως προαπαιτούμενο μέτρο για οποιαδήποτε πρωτοβουλία οδηγεί προς την περαιτέρω ομοσπονδοποίηση της ΕΕ. 

    *Η κα Δήμητρα Τσίγκου είναι Υπότροφος Βοηθός Ερευνήτρια, "Ερευνητική Έδρα Ιδρύματος Α.Γ. Λεβέντη", Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ