Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 12-Αυγ-2020 00:03

    Υποχρεωτική ανταλλαγή πληροφοριών στον τομέα της φορολογίας σχετικά με δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις (DAC6)

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Σοφίας Σταυρίδη

    Στις διατάξεις του νέου φορολογικού νόμου 4714/2020 και, ειδικότερα, στα άρθρα 50-58 αυτού, ενσωματώνεται, για πρώτη φορά, στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία (ΕΕ) 2018/822 (DAC6), αναφορικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών στον τομέα της φορολογίας σχετικά με δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις, στο εξής αναφερόμενη ως "Οδηγία". Η εν λόγω Οδηγία τροποποιεί ουσιαστικά την Οδηγία (ΕΕ) 2014/107, η οποία αναπτύχθηκε στους κόλπους του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως (ΟΟΣΑ) αναφορικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών επί χρηματοοικονομικών λογαριασμών, τους οποίους κατέχουν πρόσωπα που έχουν τη φορολογική τους κατοικία στην αλλοδαπή (γνωστη και ως CRS). Ο σκοπός και το εύρος των ελληνικών διατάξεων αντικατοπτρίζουν και συμμορφώνονται πλήρως με τις διατάξεις της Οδηγίας.

    Υπό το πρίσμα των διατάξεων της ως άνω Οδηγίας, ως ενδιάμεσα πρόσωπα ("intermediaries") ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα πρόσωπα που καταρτίζουν, διαθέτουν στην αγορά, οργανώνουν ή διαχειρίζονται την εφαρμογή μιας δηλωτέας διασυνοριακής ρύθμισης (reportable cross-border arrangement). Τα εν λόγω ενδιάμεσα πρόσωπα έχουν την υποχρέωση γνωστοποίησης στη Φορολογική Αρχή ορισμένων πληροφοριών, που συνδέονται με τις ως άνω δηλωτέες διασυνορικές συναλλαγές. Αντίστοιχα, και ο ίδιος ο φορολογούμενος υποχρεούται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να γνωστοποιήσει αρμοδίως ορισμένες πληροφορίες σχετιζόμενες με την προαναφερθείσα διασυνοριακή ρύθμιση. Υποχρεούται, δε, να προβαίνει σε γνωστοποίηση, όταν δεν κατορθώνει να αποδείξει, με τα κατάλληλα μέσα, ότι η ίδια πληροφορία σχετικά με τη δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση έχει, επίσης, γνωστοποιηθεί από κάποιο "ενδιάμεσο" πρόσωπο σε ένα άλλο κράτος μέλος.

    Εξαίρεση στα ανωτέρω εντοπίζεται στο επάγγελμα των Δικηγόρων, το οποίο καλύπτεται στο ακέραιο από το επαγγελματικό απόρρητο. Συνεπώς, όπως συμβαίνει σε όλες ανεξαιρέτως τις χώρες που έχουν ήδη ενσωματώσει στην εσωτερική τους νομοθεσία την Οδηγία (λ.χ. στο Ηνωμένο Βασίλειο), οι Δικηγόροι απαλλάσσονται από την υποχρέωση γνωστοποίησης των επίμαχων πληροφοριών στις φορολογικές αρχές. Ωστόσο, η εξαίρεση αυτή δεν επεκτείνεται σε λογιστές, φοροτεχνικούς ή άλλους "ενδιάμεσους", οι οποίοι δεσμεύονται από τις διατάξεις της Οδηγίας και υποχρεούνται σε γνωστοποίηση. Πάντως, ακόμη και ο εξαιρούμενος "ενδιάμεσος" και, εν προκειμένω, ο Δικηγόρος, οφείλει να ειδοποιήσει αμελλητί τυχόν άλλους "ενδιάμεσους" ή ακόμη και τον ίδιο τον φορολογούμενο, αναφορικά με την υποχρέωση γνωστοποίησης.

    Ως έναρξη ισχύος της προαναφερθείσας υποχρέωσης προβλέπεται η 1η Ιανουαρίου 2021, προτάθηκε, ωστόσο, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και αποφασίσθηκε η εξάμηνη αναβολή ορισμένων προθεσμιών, λόγω της πανδημίας COVID-19.

    Το ύψος των διοικητικών προστίμων εκπρόσθεσμης υποβολής ή μη υποβολής ή ανακριβούς υποβολής Έκθεσης (Report), καθώς επίσης και άλλων περιπτώσεων, προβλέπεται στο άρθρο 55 του νέου φορολογικού νόμου.

    Δεδομένου ότι η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σε σχέση με δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις εντός της Ένωσης πρέπει να λαμβάνει χώρα ομοιόμορφα, προβλέπονται ορισμένα διακριτικά (hallmarks), βάσει των οποίων θα αξιολογείται η υποχρέωση γνωστοποίησης της εκάστοτε διασυνοριακής ρύθμισης.

    Τα ειδικότερα χαρακτηριστικά των εν λόγω διακριτικών αναφέρονται αναλυτικά στο Παράρτημα του άρθρου 56 του νέου ελληνικού νόμου.

    Ο σκοπός της γνωστοποίησης σχετίζεται με επιθετικές ρυθμίσεις, που αφορούν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, καθώς επίσης και ένα κράτος μέλος με μια τρίτη χώρα. Ο όρος "ρύθμιση", ωστόσο, δεν ορίζεται στο κείμενο του νόμου. Για τους σκοπούς της Οδηγίας θα πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως -αλλά όχι καταχρηστικώς- με γνώμονα τους μηχανισμούς, που αναπτύσσονται για να εκμεταλλευτούν δυνητικά τις ανεπάρκειες της αγοράς, οι οποίες προκύπτουν από την αλληλεπίδραση μεταξύ ανόμοιων εθνικών φορολογικών κανόνων.

    Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ορισμένα από τα προαναφερθέντα διακριτικά γεννούν υποχρέωση προς γνωστοποίηση αποκλειστικά και μόνο όταν η ρύθμιση πληροί το κριτήριο του κυρίου οφέλους (main benefit test), ενώ όλα τα υπόλοιπα διακριτικά γεννούν την ίδια υποχρέωση σε όλες ανεξαιρέτως τις περιπτώσεις, ανεξάρτητα από το αν η απόκτηση ενός φορολογικού οφέλους αποτέλεσε τον λόγο για τον οποίο διενεργήθηκε η ρύθμιση. 

    Υπογραμμίζεται ότι το κριτήριο του κύριου οφέλους/πλεονεκτήματος παρατηρείται διαρκώς τα τελευταία χρόνια στη σφαίρα του διεθνούς φορολογικού δικαίου. Πέραν της ως άνω Οδηγίας, το εν λόγω κριτήριο εντοπίζεται περαιτέρω στο πλαίσιο εφαρμογής του γενικού αντικαταχρηστικού κανόνα (GAAR), καθώς επίσης και των συμβάσεων αποφυγής διπλής φορολογίας (main purpose test), το οποίο εφαρμόστηκε ύστερα από την υπογραφή της πολυμερούς σύμβασης BEPS, γνωστής και ως σύμβαση MLI (σε ισχύ από την 1η.1.2018), σηματοδοτώντας ένα σημαντικό βήμα στις διεθνείς προσπάθειες επικαιροποίησης των διμερών φορολογικών συνθηκών.

    Για τους σκοπούς της Οδηγίας, το κριτήριο του κύριου οφέλους πληρούται, εάν μπορεί να αποδειχθεί ότι το κύριο όφελος ή ένα από τα κύρια οφέλη που αναμένει κανείς ευλόγως από μια ρύθμιση, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών γεγονότων και περιστάσεων, συνίσταται στην απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος.

    Αναμένεται να φανεί στην πορεία ο τρόπος με τον οποίο οι φορολογικές αρχές θα εφαρμόζουν το συγκεκριμένο διακριτικό και, κυρίως, το κριτήριο του κύριου οφέλους, ιδίως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ενδέχεται να εφαρμόζεται καταχρηστικώς.

    Με δεδομένο ότι η DAC6 έχει ήδη ενσωματωθεί στην εσωτερική νομοθεσία πληθώρας χωρών και, σε συνδυασμό με τον φόρο επί ψηφιακών συναλλαγών (digital services tax), ο οποίος εφαρμόζεται ήδη αρκετές ευρωπαϊκές και όχι μόνο χώρες, αναμένεται με ενδιαφέρον η εξέλιξη της πρωτοβουλίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να επανέλθει με την έβδομη έκδοση της Οδηγίας, πιθανόν αναφερομένης και ως DAC7, η οποία θα στοχεύει στις διασυνοριακές συναλλαγές με έμφαση στις ψηφιακές υπηρεσίες και πλατφόρμες. Εν προκειμένω, αντίθετα με τις προηγούμενες μορφές της Οδηγίας, η νέα Οδηγία DAC7 είναι πιθανό να επεκτείνεται και σε έμμεσους φόρους, όπως λ.χ. στον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ).

    Οι ελληνικές φορολογικές αρχές δεν έχουν προς το παρόν προβεί σε έκδοση οδηγιών σχετικά με τον τρόπο που θα εφαρμόζεται πρακτικά η Οδηγία. Κρίνοντας από την εμπειρία μου και συμβουλεύοντας μια πληθώρα διεθνών πελατών, καθώς επίσης και απο τις αρκετά σαφείς οδηγίες των φορολογικών αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου, κρίνεται απαραίτητο για τις ελληνικές φορολογικές αρχές όταν κληθούν να εξετάσουν τις διατάξεις της Οδηγίας να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας και να μην προβαίνουν σε αλόγιστη και καταχρηστική εφαρμογή των διατάξεων του νόμου. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι φορολογούμενοι όπως επίσης και οι "ενδιάμεσοι" λαμβάνουν άμεσα μέτρα, στελεχώνοντας τις ομάδες τους ικανώς, για να ανταποκριθούν στις ανάγκες που επιβάλλει η Οδηγία. 

    Κρίνεται τέλος σκόπιμο, να εξοπλιστούν οι εταιρείες, και όχι μόνο μεγάλες πολυεθνικές, με τα απαραίτητα συστήματα τεχνολογίας, τα οποία θα τους επιτρέπουν να αναλύουν αν αφενός μια ρύθμιση οφείλει να γνωστοποιείται και αφετέρου τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να γνωστοποιείται. 

    *Η κ. Σοφία Σταυρίδη είναι Associate στο φορολογικό τμήμα της διεθνούς δικηγορικής εταιρείας Pinsent Masons LLP στο Λονδίνο

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ