Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 22-Μαϊ-2020 00:03

    Τουρισμός με τη Μαρινέλλα

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Θεοδόση Μπουντουράκη 

    Σήμερα θα ακουστώ αιρετικός. Θα αναφερθώ σε ένα θέμα που με προβληματίζει καιρό τώρα, αλλά πάντα τελικώς αποδεχόμουν την κοινώς επικρατούσα άποψη. Θα σας πω μερικές σκέψεις για τον τουρισμό και τη σημασία του για την ελληνική οικονομία αλλά και για τη ζωή των Ελλήνων.

    Είναι σίγουρο ότι η πλέον στερεότυπη διατύπωση σχετικά με τα οικονομικά της χώρας μας είναι ότι ο τουρισμός αποτελεί τη "βαριά βιομηχανία της Ελλάδος" και τη "ραχοκοκαλιά της οικονομίας". Παμπάλαια δημοσιογραφικά κλισέ με τα οποία ξεκινάει και τελειώνει κάθε σχετική ανάλυση, από την πιο επιφανειακή, μέχρι την πλέον βαρύγδουπη και περισπούδαστη.

    Έχει τόσο πολύ καθιερωθεί αυτή η άποψη ώστε έχει λάβει διαστάσεις εθνικού αφηγήματος, του μόνου ίσως επί του οποίου συμφωνούν οι πάντες, δεξιοί και αριστεροί, λαϊκιστές και σοβαροί, έξυπνοι και βλάκες. Και τούτο, και διότι το βλέπουμε μπροστά μας κάθε καλοκαίρι, όταν η χώρα μας παραδίδεται ολοκληρωτικά στους τουρίστες, και διότι το καταγράφουν σαφέστατα οι εθνικοί λογαριασμοί. Οι αριθμοί!

    Προσωπικά ως τεχνοκράτης έχω μάθει να αμφισβητώ την απόλυτη αλήθεια των αριθμών. Οι αριθμοί πάντα θέλουν ανάλυση και πολυσκοπική ερμηνεία. Και συνήθως τελικά βλέπουμε ότι οι αριθμοί λένε μόνο ένα μέρος της αλήθειας, διότι αποκαλύπτουν ίσως την ποσοτική πλευρά των πραγμάτων, αλλά αγνοούν την ποιοτική τους πλευρά που συχνά μπορεί να είναι εξ ίσου σημαντική ή και σημαντικότερη. Τα νούμερα είναι λίγο πολύ γνωστά:

    Ο τουρισμός συμμετέχει κατά 32% στο ΑΕΠ, με συνολικά έσοδα γύρω στα 18 δισ. ευρώ.

    Απορροφά το 26% της συνολικής απασχόλησης, ενώ οι εισερχόμενες αφίξεις είναι γύρω στα 31 εκατ. με μέση κατά κεφαλήν δαπάνη γύρω στα 450 ευρώ.

    (Και μια ενδιαφέρουσα και ενδεικτική λεπτομέρεια: για τα Ιόνια νησιά ο τουρισμός συνεισφέρει το 70% του περιφερειακού ΑΕΠ, ενώ η αντίστοιχη συνεισφορά για την Κρήτη είναι 48%. Δηλαδή χωρίς τουρισμό τα Ιόνια νησιά είναι ανύπαρκτα στον οικονομικό χάρτη, ενώ η Κρήτη κόβεται στο μισό.)

    Γιατί όμως η Ελλάδα ανέπτυξε αυτήν την επικίνδυνα αποκλειστική οικονομική εξάρτηση από τον τουρισμό;  Προφανώς γιατί το ελληνικό φυσικό κάλλος, τα αρχαία μνημεία και ο καιρός αποτελούν ένα σαγηνευτικό μαγνήτη για κάθε ξένο, αλλά και γιατί ο τουρισμός ως παραγωγική δραστηριότητα, έχει σαφή πλεονεκτήματα έναντι των κλασσικών μορφών της βιομηχανικής δραστηριότητας. Πρώτον διότι απαιτεί συγκριτικά λιγότερα επενδεδυμένα πάγια κεφάλαια και δεύτερον διότι η απόδοση των επενδυομένων κεφαλαίων είναι άμεση.

    Δεν χρειάζεται ούτε σχεδίαση και ανάπτυξη προϊόντων, ούτε Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D), ούτε δίκτυα διανομής, που χρειάζονται όλες οι μορφές ελαφριάς ή βαριάς βιομηχανίας. 

    Το συγκριτικό πλεονέκτημα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος μας το έχουν χαρίσει η Φύση, οι Αρχαίοι και ο Zorba the Greek.

    Τι είναι όμως αυτό που δεν λένε οι αριθμοί;

    Ένα σημαντικό είναι η υπερβολική εξάρτηση του ελληνικού ΑΕΠ από τον τουρισμό. Όταν το εν τρίτον του ΑΕΠ προέρχεται από μία και μόνο πηγή, αυτό το καθιστά πολύ ευάλωτο σε εποχιακές ή συγκυριακές διακυμάνσεις.(Ενδεικτικά στη Γαλλία ο τουρισμός αντιστοιχεί στο 10% του ΑΕΠ.)

    Ένα δεύτερο και σημαντικότερο, είναι το πλήθος των ετησίων αφίξεων. 31 εκατ. επισκεπτών για το 2019, και φέτος φιλοδοξούσαμε για 33 εκατ. Και εδώ μπαίνει η ποιοτική διάσταση των αριθμών. Οσάκις διαβάζω ή ακούω κάτι περί τουρισμού, αυτό είναι πάντα συνυφασμένο με την προφανή ωφέλεια της ελληνικής οικονομίας. Ποτέ κανείς δεν έχει μιλήσει για το κόστος του τουρισμού, ένα κόστος που δεν είναι μόνο ποσοτικό αλλά σαφώς και ποιοτικό ζήτημα.

    Η Ελλάδα είναι μία χώρα 10 εκατ. ανθρώπων, με ατελείς υποδομές και ιδιόμορφη γεωγραφία, η οποία καθιστά τις συγκοινωνίες και τις μεταφορές συχνά δύσκολες.

    Αυτή η μικρή χώρα κατακλύζεται για ένα διάστημα 3-4 μηνών από υπερτριπλάσιους του πληθυσμού της επισκέπτες. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τη ζωή και τις βασικές καθημερινές ανάγκες των Ελλήνων; Τι μπορεί να σημαίνει για το περιβάλλον και το κυκλοφοριακό, ιδίως σε μέρη όπως η Κρήτη και τα νησιά; Πώς είναι για τον μέσο Έλληνα η ζωή σε ένα μικρό παραθεριστικό προορισμό, ο οποίος τον χειμώνα έχει 1.000 κατοίκους και το καλοκαίρι 10.000;

    Σε πολλά μέρη όπως οι Σπέτσες, για να διανύσεις μία απόσταση 500 μέτρων με τα πόδια το καλοκαίρι, χρειάζεσαι μισή ώρα αφού κινείσαι μέσα σε μια ασφυκτική λαοθάλασσα. Κάτι σαν χαρμόσυνος επιτάφιος! Υπάρχουν πολλά παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι η ζωή του μέσου Έλληνα μετατρέπεται σε ένα βασανιστήριο κατά την τουριστική περίοδο. Για να φας σε μία απλή ταβέρνα πρέπει να κλείσεις τραπέζι δύο μέρες πριν. Λες και πηγαίνεις στο Maxim’s.

    Για να ταξιδέψεις με αεροπλάνο πρέπει να έχεις κλείσει εισιτήριο από τον χειμώνα-αν βρεις. Ενώ ακόμα και στα μεγάλα πλοία του Αιγαίου επικρατεί το αδιαχώρητο και τα εισιτήρια έχουν εξαντληθεί μήνες νωρίτερα. Για να δεις ένα γιατρό στο τοπικό Κέντρο Υγείας πρέπει να περιμένεις ώρες στην ουρά, διότι προηγούνται όλοι οι τουρίστες που έχουν πέσει με το μηχανάκι, και για να παρκάρεις στο χωριό θέλεις παρκαδόρο και πολλή τύχη.

    Υπερβολές θα μου πείτε. Δεν νομίζω.

    Όποιος δεν έχει δει τι γίνεται στην Κέρκυρα το βράδυ με τους μεθυσμένους χούλιγκανς οι οποίοι συχνότατα φθάνουν σε σημείο χυδαίας υπερβολής, σίγουρα δεν κατανοεί το πρόβλημα. Τα ίδια και στη Ρόδο, την Κω κλπ.

    Και φυσικά ούτε λόγος να γίνεται για αστυνόμευση ή για το μάζεμα σκουπιδιών, διότι το σχετικό προσωπικό είναι σχεδιασμένο να επαρκεί για τους μήνες της κανονικής ζωής, ενώ για τους καλοκαιρινούς θα χρειαζόντουσαν τουλάχιστον δεκαπλάσιοι, με ανάλογες υλικές υποδομές. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Δήμαρχοι της Βενετίας και της Βαρκελώνης περιόρισαν αυστηρά τους αριθμούς των τουριστών στις πόλεις τους, όταν αυτές έγιναν αβίωτες για τους ντόπιους.

    Και ποια είναι η λύση;  θα μου πείτε.

    Η λύση προφανώς είναι, όχι 30 εκατ. τουρίστες με μέση κατά κεφαλήν δαπάνη 450 ευρώ, αλλά πολύ λιγότεροι, με πολύ μεγαλύτερη κατά κεφαλήν δαπάνη.

    Και εδώ βέβαια αρχίζουν τα δύσκολα, διότι για να γίνει αυτό χρειάζεται τεράστιος σχεδιασμός, πολύς χρόνος και σοβαρές επενδύσεις, τόσο από το Κράτος όσο και από τους ιδιώτες.

    Δεν αρκεί δηλαδή ο περίφημος στίχος της Μαρινέλλας: "λίγο κρασί λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου", που λίγο πολύ περιγράφει την κατάσταση του ελληνικού τουρισμού σήμερα.

    * Ο κ. Θεοδόσης Μπουντουράκης είναι Οικονομολόγος 

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ