Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 21-Μαϊ-2020 00:03

    Να κερδίσουμε την ειρήνη

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Αλέξανδρου Μπένου 

    Κάποιοι ιστορικοί υποστηρίζουν πως ο Πρόεδρος Γουίλσον "κέρδισε τον (Α’ Παγκόσμιο) πόλεμο αλλά έχασε την ειρήνη".  Και αυτό γιατί ήταν, μαζί με τον Κλεμανσώ, ο εμπνευστής και σχεδιαστής της Συνθήκης των Βερσαλλιών που επέβαλε μεγάλη απώλεια εδαφών και εξουθενωτικές πολεμικές αποζημιώσεις στην ηττημένη Γερμανία, οδηγώντας τον λαό της σε απόγνωση και προετοιμάζοντας ουσιαστικά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία.

    Ίσως είναι ιεροσυλία να συγκριθούν τα εκατομμύρια θύματα και οι καταστροφές που έφερε ο Μεγάλος Πόλεμος με την τρέχουσα πανδημία COVID-19.  Η παραπάνω φράση όμως, έχει τη σημασία της και σήμερα: ακόμα κι αν πιστέψουμε πως κερδίσαμε τον "πόλεμο" με τον ιό (υπερβολικά βιαστικό συμπέρασμα, νομίζω), σίγουρα έχουμε πολλά να κάνουμε από δω και πέρα "για να μη χάσουμε την ειρήνη".

    Η έκρηξη αλλά και η μέχρι σήμερα αντιμετώπιση της πανδημίας, σε παγκόσμιο επίπεδο, ανέδειξε τρεις ισχυρές ασυνέπειες στην καρδιά των Δυτικών οικονομιών, ασυνέπειες που οφείλουμε να (προσπαθήσουμε να) επιλύσουμε.

    Πρώτα απ’ όλα, είδαμε από πρώτο χέρι, την πάλη ανάμεσα στην Υγεία και την Οικονομία, την υγειονομική ανάγκη για απομόνωση και τις επιπτώσεις της σε "συνδεδεμένες οικονομίες".  Έπειτα, βιώσαμε, ευτυχώς μόνο σποραδικά στην Ελλάδα αλλά συχνότερα σε άλλες χώρες, τις αντιθέσεις μεταξύ Προσωπικής και Συλλογικής συμπεριφοράς (το παράδοξο της "ισορροπίας κατά Nash").  Τέλος, είναι προφανής η διαμάχη μεταξύ αυτών που υποστηρίζουν την αντιμετώπιση της πανδημίας σε Εθνικό επίπεδο (με προστασία προπαντός του τοπικού πληθυσμού και της εγχώριας οικονομίας) και εκείνων που αποζητούν, ρομαντικά ίσως, την Παγκόσμια συνεργασία.

    Πρέπει να παραδεχτούμε επιπρόσθετα πως και οι αρχικές οικονομικές συνθήκες υπό τις οποίες "χτύπησε" η επιδημία του Κορονοϊού, ειδικά στην Ευρώπη, ήταν αρκετά άσχημες: οι κεφαλαιαγορές ήταν μάλλον αποσυνδεδεμένες από τις "θεμελιώδεις βάσεις" (fundamentals) των επιχειρήσεων, ζούσαμε μια εποχή πολύ χαμηλής ανάπτυξης (και την θεωρούσαμε και φυσιολογική) και, ιδίως, "δεν είχαμε ρεζέρβα" όταν μας έπιασε το λάστιχο.  Τα υψηλά ελλείμματα από το 2010 και εξής για το σύνολο της Ευρώπης (ΕΕ 28 ή/και Ευρωζώνη), τα αρνητικά επιτόκια και το δυσθεώρητο χρέος (δημόσιο, για τις χώρες του Νότου, και ιδιωτικό, στην πλειονότητα των Δυτικών οικονομιών) δημιούργησαν ένα κοκτέιλ, φαρμάκι στη γεύση και σίγουρα όχι φάρμακο στην κρίση.

    Τι έπεται; Κατ’ αρχάς, αντίθετα με το 2008-9, το τραπεζικό σύστημα δεν είναι η αιτία της κρίσης, άρα έχει ουσιώδη ρόλο να παίξει στην άμβλυνσή της.  Έχουμε κρίση ρευστότητας στο σύστημα κι αν τα πιστωτικά ιδρύματα δεν την παράσχουν, με οργανωμένο τρόπο και με σωστά κίνητρα, θα μεταλλαχθεί (φοβάμαι, αρκετά γρηγορότερα από τον κορονοϊό) σε πρόβλημα φερεγγυότητας με πολύ επαχθέστερα αποτελέσματα.  Όπως γλαφυρά ανέφερε ο M. El Erian, πρώην Διευθύνων Σύμβουλος της PIMCO, σε πρόσφατη συνέντευξή του, "στην κρίση του 2008-9, η παγκόσμια οικονομία έπαθε καρδιακή προσβολή: επενέβησαν άμεσα οι Κεντρικές Τράπεζες, έβαλαν μπρος τους εκτυπωτές και είπαν ‘έχετε μας εμπιστοσύνη!’". Τώρα όμως δεν έχουμε φαινόμενο ανακοπής: οι οικονομίες μας έχουν πάθει διάφορα κακά ταυτόχρονα: στην ιατρική γλώσσα, είναι πολυτραυματίες, με χρόνια νοσήματα αλλά και μολύνσεις.  Ένα φάρμακο δεν φτάνει και η ανάρρωση δεν θα είναι ούτε εύκολη ούτε γρήγορη.

    Το αυριανό περιβάλλον θα είναι πολύ διαφορετικό: ήδη εγκαταλείπονται ορισμένα "θέσφατα" της προηγούμενης δεκαετίας στον πολιτικά ορθό λόγο, όπως η άκριτη προώθηση της παγκοσμιοποίησης και η ξέφρενη κούρσα για αποδόσεις.  Η κοινή γνώμη έχει υποδεχθεί θετικά τη μεγαλύτερη εμπλοκή των κρατικών θεσμών στην οικονομία, οι περισσότερες χώρες κλίνουν ήδη προς τον "επαναπατρισμό", ειδικά από την Ασία, ουσιαστικών κρίκων της εφοδιαστικής τους αλυσίδας, ώστε να ελαχιστοποιήσουν τους κινδύνους "μετάδοσης της παράλυσης" και η Ανθεκτικότητα (Resilience) αρχίζει να μπαίνει πάνω από την Αποτελεσματικότητα (Efficiency) ως επιχειρηματικό κριτήριο.

    Η επιστροφή στην εθνική παραγωγή δεν είναι αναγκαστικά οπισθοδρόμηση: απορρέει από την αδήριτη ανάγκη προστασίας βασικών οικονομικών πόρων και διαδικασιών από απρόβλεπτους εξωγενείς παράγοντες.  Μετά από μια τόσο απότομη στάση παραγωγής και κατανάλωσης σε πολλές οικονομίες, το να μην εξαρτάται κανείς μόνο από μια πηγή για κάποια υπηρεσία ή αγαθό που χρειάζεται είναι το αυτονόητο.  Το χαμηλό κόστος δεν είναι πλέον το ζητούμενο.

    Σημασία έχει η εξασφάλιση του απαραίτητου αγαθού ή της υπηρεσίας και όχι το χαμηλότερο κόστος ή η ταχύτερη παράδοση ("just-in-case” αντί "just-in-time”). Επιστρέφουμε δηλαδή τώρα, και σε παγκόσμιο επίπεδο, στη βασική αρχή διαχείρισης κινδύνων, τη διασπορά του κινδύνου, ώστε να επιτύχουμε την πολυπόθητη (;) "διατηρήσιμη παγκοσμιοποίηση".

    Στην Ελλάδα, διαμορφώνεται ένα ακόμα πιο δύσκολο τοπίο μιας και υποφέρουμε από χρόνια χαμηλή παραγωγικότητα λόγω της δομής της οικονομίας μας: μικρές επιχειρήσεις, πολλοί αυτοαπασχολούμενοι, υπερβολική εξάρτηση από υπηρεσίες.  Παράλληλα, οι δυσμενείς δημογραφικές προοπτικές εντείνουν έτι περισσότερο το πρόβλημα αφού μειώνουν ουσιαστικά το εργατικό δυναμικό.  Η προσέλκυση διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων είναι τουλάχιστον δύσκολη στην εποχή μετά τον COVID-19, αφού ο πλανήτης ολόκληρος μπαίνει σε παρατεταμένη αβεβαιότητα με αλλαγές σε καταναλωτικά πρότυπα, εργασιακές συνθήκες, κ.ο.κ.

    Αλλάζουν οι "συναρτήσεις χρησιμότητας", που θα έλεγαν και οι θεωρητικοί της μικροοικονομίας. Αν προσθέσει κάποιος σε όλα τα παραπάνω την αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών στην Ελλάδα, καταλήγει αβίαστα στο ότι απαιτείται ισχυρή και πραγματική αναπτυξιακή ώθηση.

    Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται να αφήσουμε πίσω κι εμείς οι πολίτες ορισμένες από τις χρόνια παγιωμένες απόψεις με πρώτη αυτή περί Τουρισμού: η τουριστική κίνηση είναι τόσο ευάλωτη σε μη προβλέψιμους, εξωγενείς κλυδωνισμούς που δεν μπορεί να συνεχίσει να μονοπωλεί το ενδιαφέρον μας.

    Σήμερα είναι ο κορoνοϊός, χτες ήταν οι ταραχές στην Αίγυπτο που έστρεψαν μέρος του ευρωπαϊκού τουριστικού ρεύματος προς εμάς, αύριο μπορεί να είναι κάτι άλλο που θα το στρέψει σε άλλες ακρογιαλιές.  Και με το οικονομικό του αποτύπωμα στο ΑΕΠ να ξεπερνά το 40% σήμερα, φοβάμαι ότι βάζουμε "όλα τα αυγά μας στο ίδιο καλάθι".  Ειδικά στην απασχόληση, που, σωστά, μας ενδιαφέρει όλους πολύ περισσότερο σήμερα, ο πολλαπλασιαστής των τουριστικών υπηρεσιών φαίνεται αδύναμος: το 2019 είχαμε αύξηση κατά 20 χιλιάδες απασχολούμενους στον Τουρισμό, όταν οι εισπράξεις του κλάδου αυξήθηκαν περισσότερο από €2 δισ. Αντίθετα, η Μεταποίηση, που βίωσε μικρή πτώση στον Δείκτη Βιομηχανικής Παραγωγής έναντι του 2018, αύξησε κατά ίσο σχεδόν αριθμό (19.300 άτομα) τους απασχολούμενους σε αυτήν, με θέσεις εργασίας μόνιμες και όχι εποχικές (βλ. μελέτη ΙΟΒΕ 15/04/20 για το α’ τρίμηνο της Ελληνικής Οικονομίας).  Και να μην ξεχνάμε τέλος, πως για να ξαναγυρίσουν οι πελάτες, ξένοι και ντόπιοι, σε ταβέρνες, ακρογιαλιές και μπαράκια, δεν αρκεί να άρουν οι κυβερνώντες τους περιορισμούς και οι εταιρείες να εφαρμόσουν πρωτόκολλα προστασίας της υγείας.  Μέχρι να σταματήσουμε να βλέπουμε όλοι οι κάτοικοι της Γης, τους συνανθρώπους μας ως ιογενείς απειλές, αυτές οι μικρές απολαύσεις που λαχταρούμε είναι πιθανό να συνεχίσουν να "μας ξεφεύγουν".

    Ναι, να παρθούν μέτρα βραχυπρόθεσμα για τη στήριξη των θέσεων εργασίας στον Τουρισμό, μήπως όμως να ξαναδούμε εκ βάθρων τη στάση της κοινωνίας μας έναντι της σύγχρονης βιομηχανίας και της εφαρμοσμένης τεχνολογίας;  Μήπως να ξεφύγουμε από τις προκαταλήψεις για "φάμπρικες" και "ξενιτιά"; Να ανοίξουμε τα μάτια μας στα λίγα αλλά σύγχρονα, με περιβαλλοντική ευαισθησία και υψηλή τεχνογνωσία, εργοστάσια των μεγάλων βιομηχανικών ομίλων της χώρας και τα αυτιά μας στις φωνές που πληθαίνουν παγκοσμίως για νέους βιομηχανικούς κλάδους (μπαταρίες ηλεκτρικών οχημάτων, ιατρικός εξοπλισμός), για ΣΔΙΤ στην ανανεώσιμη ενέργεια, κ.ά.;

    Μετά έχουμε τον Πολιτισμό, για τον οποίο ακούμε πολλά λόγια περί "βαριάς βιομηχανίας της χώρας". Πολιτισμός όμως δεν είναι μόνο οι Τέχνες, οι Αρχαιολογικοί Χώροι και τα Μουσεία·είναι και η Εκπαίδευση, ιδιαίτερα η τριτοβάθμια, στην οποία πρέπει να δώσει έμφαση σοβαρά η χώρα μας. Το άνοιγμα των ΑΕΙ σε αλλοδαπούς φοιτητές με ξενόγλωσσα προγράμματα μεταπτυχιακών και η ενεργή ενίσχυση από το κράτος πρωτοποριακών ερευνητικών κέντρων συνεισφέρουν τόσο άμεσα (σε συνάλλαγμα) όσο και έμμεσα στην οικονομική ανάπτυξη μέσα από τις συνέργειές τους με την παραγωγική βάση,εγχώρια και ξένη.Για τα τελευταία δε, αν ξεφύγουμε επιτέλους από το εθνικό ταμπού διασύνδεσης "πολυεθνικών" και ΑΕΙ, η συνεργασία τους με μεγάλες βιομηχανικές μονάδες θα είναι το πρώτο βήμα δημιουργίας και εντός Ελλάδος προτύπων μονάδων παραγωγής με νέες τεχνολογίες.  Και ίσως αυτό, θα επιτρέψει και σε πολλές νεοφυείς επιχειρήσεις (startups) έντασης γνώσης να αποκτήσουν και μια άλλη εναλλακτική εξέλιξης, πλην αυτής που έχουν σήμερα, δηλ. της πώλησής τους σε επενδυτικά κεφάλαια του εξωτερικού.

    Η πανδημία ήταν και παραμένει ένα στρες τεστ, μια "άσκηση ακραίων καταστάσεων" για όλη την υφήλιο.  Μας υπενθυμίζει με άκρως ενοχλητικό, είναι αλήθεια, τρόπο πως όλα, προσωπικές σχέσεις, εφοδιαστικές αλυσίδες, οικονομικά συμφέροντα, είναι διασυνδεδεμένα.  Δεν μπορούμε επομένως να κερδίσουμε ούτε μόνοι μας, ούτε σε μικρές ομάδες ατόμων ή κρατών.  Κερδίζουμε μόνο με ευρύτερη συνεργασία.  Τα μεγάλα ζητήματα (κλιματική αλλαγή, υποσιτισμός, γεωστρατηγικές ισορροπίες) παραμένουν και χρειάζονται "ομαδικό παιχνίδι", όχι ατομικές ντρίπλες.

    Όχι αμέσως πάντως: ο τρόπος εργασίας, διασκέδασης, μετακίνησης αλλάζει.  Οι επιχειρήσεις μπαίνουν στη νέα, υβριδική "κανονικότητα" σιγά σιγά και με έντονο τον φόβο για τη διαχείριση των υποκείμενων κινδύνων.  Χρειάζονται χρήματα, βραχυπρόθεσμα και ασφάλεια με κίνητρα, μεσοπρόθεσμα.  Μένει λοιπόν να βάλουμε τις βάσεις για την αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος που θα επιτρέψει την υψηλή και διατηρήσιμη (sustainable) ανάπτυξη με αναλογική συμμετοχή όλων (inclusivity).Αφού κερδίσουμε, με το καλό, τον "πόλεμο" με τον ιό, μένει να κερδίσουμε και την ειρήνη.

    * Ο κ. Αλέξανδρος Β. Μπένος, PhD, είναι CFO, Cenergy Holdings, Πρώην Chief Risk Officer, Εθνική Τράπεζα, Πρώην Καθηγητής Χρηματοοικονομικών ΠαΠει & HEC Paris, France

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Διαβάστε το ΚΕΦΑΛΑΙΟ
    και ηλεκτρονικά στο

    ReadPoint
    Κυκλοφορεί εκτάκτως
    Παρασκευή 5-Ιουν-2020