Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 08-Μαϊ-2020 00:04

    Προσεγγίζοντας τον ρόλο και τις δυνατότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Θεοφάνη Κακαρνιά

    Ο ρόλος που πρέπει να έχει η ΕΕ ξαναήρθε στο επίκεντρο της συζήτησης μετά τη νέα κρίση που ζει η ήπειρος, αυτή της πανδημίας του κορονοϊού. Αναμφίβολα, η ΕΕ δεν έκανε καλό ξεκίνημα στην αντιμετώπιση της κρίσης με τα κράτη-μέλη της να αποφασίζουν απαγόρευση εξαγωγών ιατρικού υλικού εντός της ΕΕ, αλλά και μερικά από αυτά όπως η Γερμανία και η Ιταλία να προχωρούν προς κατασχέσεις ιατρικού υλικού που προοριζόταν για άλλες χώρες της ΕΕ. Πρακτική αν μη τι άλλο που θύμισε περιόδους πολέμου. Κάποιοι έσπευσαν να σχολιάσουν ότι αυτά τα γεγονότα δεν ήταν παρά κάποια προσωρινά μέτρα και ότι η ΕΕ τελικά συμφώνησε σε ένα πακέτο χρηματοδοτικής βοήθειας. Κατά πόσο όμως ένα τέτοιο πακέτο, σαφώς μειωμένο από αυτό που πρότεινε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και με αυστηρούς περιορισμούς ως προς τη διαχείρισή του, θα συμβάλλει ουσιαστικά στην αντιμετώπιση μιας πρωτοφανούς κρίσης που αναμένεται να ακολουθήσει;

    Ο πολιτικός επιστήμονας Andrew Moravcsik, που επινόησε την θεωρία του φιλελεύθερου διακυβερνητισμού, φαίνεται να προσφέρει μία πιο πειστική ανάλυση από άλλες θεωρίες για την εξέλιξη της ΕΕ και των κρίσεών της. Και αυτό διότι τοποθετεί σε δεύτερη μοίρα θεωρίες με εντονότερο ιδεολογικό στοιχείο, οι οποίες προέβλεπαν μία σημαντική σύγκλιση των κρατών-μελών υπό την καθοδήγηση των θεσμών της ΕΕ προς την κατεύθυνση της ολοκλήρωσης του ευρωπαϊκού πρότζεκτ. Ο Moravcsik προκρίνει μία πιο ψύχραιμη και ορθολογική προσέγγιση επισημαίνοντας ότι η ΕΕ, τουλάχιστον όσον αφορά τα σημαντικότερα θέματα που αντιμετωπίζει, δεν είναι παρά ένα πλαίσιο όπου τα κράτη-μέλη διαπραγματεύονται τις ήδη διαμορφωμένες θέσεις και επιλογές που έχουν συμφωνηθεί σε εθνικό επίπεδο. Η επιτυχία της διαπραγμάτευσης εξαρτάται πρωτίστως από τη διαπραγματευτική ισχύ των χωρών που βρίσκονται στο τραπέζι. Αυτό εξηγεί και τη διαρκή αποτελεσματικότητα της Γερμανίας να επιτυγχάνει αυτό που επιδιώκει σε ευρωπαϊκό επίπεδο ως το ισχυρότερο μέλος της ΕΕ.  

    Αυτό που δεν εξηγεί επακριβώς αυτή η θεωρία είναι πώς μπορούν να λειτουργήσουν και να επιτύχουν μέσα σε αυτό το πλαίσιο κράτη που δεν έχουν την ισχύ της Γερμανίας, της Γαλλίας ή της Ολλανδίας, όπως είναι η Ελλάδα. Θα περίμενε κανείς σύμφωνα με τη θεωρία του Moravcsik ότι σημαντικά θέματα για τα οποία υπάρχει κινητοποίηση πολιτών σε εθνικό επίπεδο, να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά από τις κυβερνήσεις τους στο επίπεδο της ΕΕ. Αυτό όμως δεν συνέβη με την πανδημία του κορονοϊού καθώς το πακέτο που συμφωνήθηκε ήταν κατώτερο των προσδοκιών. Προχωρώντας στην ανάλυσή του ο Moravcsik δίνει την απάντηση. Όταν για κάποια κράτη τα οποία έχουν και μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ δεν είναι προτεραιότητα ένα ζήτημα, τείνουν να προχωρούν προς μία "οργανωμένη υποκρισία" αντιμετωπίζοντας εν ολίγοις το θέμα με ημίμετρα ώστε να "ρίξουν στάχτη" στα μάτια των υπολοίπων. Θυμίζουμε εδώ ότι η πρόταση της Ιταλίας και της Ισπανίας για κορονοομόλογα κάμφθηκε από την αντίσταση της Ολλανδίας και της Γερμανίας με αποτέλεσμα το πακέτο που συμφωνήθηκε. Πλείστα παραδείγματα τέτοιας υποκρισίας που αφορούν την Ελλάδα μπορεί να βρει κανείς, όπως την αντιμετώπιση της ελληνικής οικονομικής κρίσης και την πρόσφατη απόφαση για μεταφορά περί των 60 (!) ασυνόδευτων ανηλίκων από τις προσφυγικές/μεταναστευτικές δομές της Ελλάδας στο Λουξεμβούργο και τη Γερμανία. 

    Η κρίση της πανδημίας του κορονοϊού φαίνεται να εμβαθύνει περισσότερο το χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου από το σημείο που το άφησε η πρόσφατη οικονομική κρίση. Η θεωρία του Moravcsik, αν και πιο αισιόδοξη από σχολιαστές που προβλέπουν κατάρρευση της ΕΕ, δεν δίνει πολλά περιθώρια σε χώρες όπως η Ελλάδα. Επομένως, η χώρα και οι πολίτες της θα πρέπει να κατανοήσουν καλύτερα τον ρόλο και τους συνεπαγόμενους περιορισμούς της ΕΕ. Σε αυτό θα βοηθούσε και μια αλλαγή ρητορικής από την ίδια την ΕΕ, περισσότερο προσαρμοσμένη στο τι πραγματικά μπορεί να προσφέρει και μακριά από υπερβολές περί ουσιαστικής ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Αν και πλέον κοινοτοπία, η Ελλάδα θα πρέπει επιτέλους να χαράξει μία δική της εθνική στρατηγική για όλα τα σημαντικά ζητήματα όπως οικονομία και εξωτερική πολιτική, πέραν από εξαρτήσεις σε ευρωπαϊκούς ή διεθνής θεσμούς και παράγοντες οι οποίοι αποδεικνύονται ανεπαρκείς στα κρίσιμα ζητήματα. Κάτι τέτοιο δεν συνεπάγεται μη ενδυνάμωση συνεργασιών με παραδοσιακούς ή καινούριους συμμάχους εντός και εκτός της ΕΕ, ούτε μία έξοδο από την ΕΕ, καθώς ακόμα και το μίνιμουμ που μπορεί να συμφωνηθεί είναι προτιμότερο από το τίποτα. Όμως, για να περιμένει η Ελλάδα κάτι καλύτερο μέσα σε αυτό το πλαίσιο διαπραγμάτευσης κρατών που είναι η ΕΕ, ο μόνος τρόπος είναι να αρχίσουμε να βαδίζουμε με βάση ένα δικό μας "στρατηγικό βάθος" με σκοπό την ενίσχυση της οικονομικής και διπλωματικής μας ισχύος σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο.

    * Ο κ. Θεοφάνης Κακαρνιάς είναι Πολιτικός Επιστήμονας - Υποψήφιος Διδάκτορας
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ