Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 27-Απρ-2020 00:03

    Η οικονομία δεν θα ξανανοίξει με τους όρους που έκλεισε

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Παναγιώτη Γκλαβίνη

    Θα είναι η κρίση αυτή μια παρένθεση για την παγκόσμια οικονομία, ένα ατύχημα που συνέβη στην πορεία; Θα το διαπιστώσουμε όταν δούμε πόσες επιχειρήσεις θ’ ανεβάσουν ρολά μετά το shutdown και θα ξαναρχίσουν να δουλεύουν όπως πριν. Άραγε τότε, θα σταματήσει η κρίση και απλά θα επουλώνουμε τις πληγές που θα μας έχει αφήσει πίσω της ή θα συνεχίσει και θα αναρωτιόμαστε αν αυτό που ζούμε οφείλεται στην πανδημία (βολική εξήγηση) ή/και σε κάτι άλλο; 

    Αιτιώδης συνάφεια

    Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κρίση είναι μπροστά κι όχι πίσω μας. Θα βλέπουμε επιχειρήσεις και κράτη να πτωχεύουν και θ’ αναρωτιόμαστε αν αυτό είναι συνέπεια του κορονοϊού ή/και άλλων αιτίων. Υφίσταται, άραγε, αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πανδημίας και της οικονομικής κρίσης όπως θα την δούμε να ξεδιπλώνεται μετά το shutdown; 

    Ήδη, το από 19.3.2020 Προσωρινό Πλαίσιο της Ε.Ε. για τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων κατοχυρώνει την έννοια της αιτιώδους συνάφειας, μη επιτρέποντας τη χορήγηση βοήθειας σε επιχειρήσεις που ήταν ήδη προβληματικές πριν τις 31.12.2019, αλλά μόνο σε όσες αντιμετωπίζουν δυσκολίες μετά την ημερομηνία αυτή και ως αποτέλεσμα του ξεσπάσματος της κρίσης. 

    Παρά την απαγόρευση, ωστόσο, έχουμε την εντύπωση ότι πολύ δύσκολα θα αμφισβητηθούν επιδοτήσεις που θα έχουν δοθεί υπό τις παρούσες συνθήκες σε επιχειρήσεις που δεν θα το αξίζουν. Είναι κι αυτό ενδεικτικό, όμως, της ζημίας που θα συνεχίσει να προκαλεί η κρατική παρέμβαση στην έξοδο της οικονομίας από την κρίση, μετά τη βλάβη που της προξένησε κατά την είσοδο. Εταιρείες που τις κρατούσε στη ζωή η ποσοτική χαλάρωση, θα συνεχίσουν να ζούνε –για πόσο ακόμη, άγνωστο– χάρη στις κρατικές ενισχύσεις που θα λάβουν επειδή τάχα χτυπήθηκαν από τον κορονοϊό. Μαζί με κάμποσα ακόμη δισ. ενδεχομένως, που θα συνεχίσουν να αντλούν από τις αγορές, χάρη στη νέα παρέμβαση των κεντρικών τραπεζών.

    Καταλύτης η πανδημία

    Αυτοί που πιστεύουν ότι η κρίση οφείλεται στην πανδημία έχουν τόσο δίκιο, όσο είχαν κι εκείνοι που πίστευαν ότι η χρηματοπιστωτική κρίση οφειλόταν στην πτώχευση της Lehman Brothers. Και τα δυο αυτά γεγονότα (trigger events) δεν ήταν παρά καταλύτες για το ξέσπασμα μιας κρίσης, που θαρχόταν ούτως ή άλλως και στις δυο περιπτώσεις. 

    Η περίπτωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης αντιμετωπίστηκε με κρατικά μέτρα παντού, περιλαμβανομένης της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη. Σε κανέναν τομέα δεν αφέθηκε η οικονομία να κάνει τον φυσιολογικό της κύκλο και να βρει μόνη της τον δρόμο της εξόδου από την κρίση. Η κρατική παρέμβαση ήταν οδοστρωτήρας που ισοπέδωσε τα πάντα στο διάβα της, μην αφήνοντας τις αγορές να λειτουργήσουν. Στην ουσία, εμπόδισε την εκκαθάριση ενός χρέους που αδυνατούσε να πληρωθεί, διογκώνοντάς το.

    Κι όταν η νέα κρίση χτύπησε, οι κεντρικές τράπεζες κάνανε αυτό που ξέρουν να κάνουν πάντα σε ανάλογες περιπτώσεις: να τυπώνουν χρήμα. Επειδή κρατάνε σφυρί, νομίζουν ότι όλα τα προβλήματα είναι καρφιά. Δεν υποτιμούμε την παρέμβασή τους, πλην όμως, μακροπρόθεσμα, ή όσο ενεργούν οι ισχυρές δόσεις μορφίνης που θα δώσουν αυτή τη φορά στον τραυματία, τα πράγματα θα γίνουν πολύ χειρότερα. Χρέος που δεν μπορεί να πληρωθεί, δεν θα πληρωθεί και κάτι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτό. Ή θ’ αφήσουμε την αγορά να λειτουργήσει, με αποτέλεσμα να έχουμε καταιγίδα πτωχεύσεων όχι μόνο επιχειρήσεων, αλλά και κρατών, ή θα το κουρέψουμε. 

    Ηθικός κίνδυνος

    Στο σημείο αυτό διεξάγεται μια δεύτερη μεγάλη συζήτηση, η οποία αφορά στον λεγόμενο "moral hazard" που μπορεί να ελλοχεύει στην έκταση της στήριξης που μπορεί να λάβει ένα κράτος ή μια επιχείρηση για ν’ αντιμετωπίσουν την κρίση. Μια αδύναμη πλειοψηφία εντός της Ε.Ε., βλέποντας την μικρή εικόνα, πιστεύει πως η κρίση οφείλεται στον κορωνοϊό, άρα πρόκειται για κλασική περίπτωση ανωτέρας βίας, επομένως αυτή τη φορά δεν ευθύνονται τα κράτη, οι τράπεζες και οι επιχειρήσεις και δεν θα πρέπει, συνεπώς, να υποστούν και τις συνέπειες. 

    Μια ισχυρή μειοψηφία, ωστόσο, προβάλλοντας τη μεγαλύτερη εικόνα, επικαλείται την ανθεκτικότητα ως συστατικό στοιχείο του ανταγωνισμού για την επιβίωση, όταν η αλληλεγγύη συναντά τα όριά της. Έτσι, εάν ένα κράτος φρόντισε, τον καιρό των παχιών αγελάδων, να περιορίσει τα ελλείμματά του και να μειώσει το χρέος του, στην περίοδο των ισχνών αγελάδων θα μπορεί να τα αυξήσει για να βοηθήσει την οικονομία του. Δεν είναι, λοιπόν, ηθικό, σύμφωνα με την άποψη αυτή, ένα τέτοιο κράτος να επωμισθεί το βάρος της αποτυχημένης δημοσιονομικής προσαρμογής ενός άλλου κράτους, που αποδείχθηκε λιγότερο ανθεκτικό στην κρίση. Και τούτο, από οποιαδήποτε αιτία κι αν επήλθε η κρίση.

    Ανταγωνισμός επιβίωσης

    Η φύση της κρίσης, ωστόσο, εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρονται τα ισχυρά κράτη σήμερα, όταν καλούνται να την αντιμετωπίσουν σε συλλογικό επίπεδο. Αυτό ισχύει για το G7, το G20, ακόμη και για την ίδια την Ε.Ε. Στη φύση της κρίσης οφείλεται η εθνοκεντρική αντιμετώπισή της. Η αβεβαιότητα που προκαλεί ως προς την επιβίωση ενός λαού, του συστήματος υγείας του, άρα του ίδιου του κράτους, και κατ’ επέκταση των επιχειρήσεών του και της οικονομίας του, ωθεί τα ισχυρά κράτη στον απομονωτισμό και στην απροθυμία να μοιραστούν τα μέσα που διαθέτουν όταν δεν ξέρουν τι τους ξημερώνει. 

    Δεν θα πρέπει, λοιπόν, να μας ξενίζει γιατί αυτή τη φορά δεν έχουμε την κινητοποίηση που είχαμε από τη μεριά των ισχυρών της γης κατά την αντιμετώπιση της προηγούμενης κρίσης. Εκτός των άλλων και γιατί η κρίση αυτή –ως εκ της φύσεώς της και πάλι– κατάφερε ένα βίαιο κτύπημα στις ανοικτές αγορές, κλείνοντας τα σύνορα. Είναι αμφίβολο το πώς και πότε θ’ ανοίξουν ξανά τα σύνορα όπως πριν και το αν θα λειτουργήσει εκ νέου το πολυμερές εμπορικό σύστημα όπως πριν. 

    Αυτά, κάποια στιγμή, θ’ αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των τεσσάρων ισχυρότερων εμπορικών δυνάμεων του πλανήτη, ήτοι των ΗΠΑ, της Κίνας, της αποδυναμωμένης λόγω Brexit Ε.Ε. και της Ιαπωνίας. Οι δυνάμεις αυτές διενεργούν το 50% του διεθνούς εμπορίου ως εξαγωγείς και ως εισαγωγείς αγαθών και υπηρεσιών. Οι διαπραγματεύσεις στις οποίες θα εμπλακούν δεν θάναι στιγμιαίες, αλλά μακρόσυρτες, επίπονες και βασανιστικές. Ενδεχομένως, η μεταβατική περίοδος, στην οποία χωρίς αμφιβολία έχουμε εισέλθει, να κρατήσει χρόνια πριν ισορροπήσει το διεθνές οικονομικό σύστημα στο νέο σημείο ισορροπίας του.

    Η ακόμη μεγαλύτερη εικόνα

    Στις διαπραγματεύσεις αυτές θα επικρατήσουν όσοι θα έχουν αντέξει στην κρίση˙ οι ανθεκτικότεροι δηλαδή. Αυτό το ξέρουν οι βασικοί παίκτες και ήδη προετοιμάζονται για τη σύγκρουση. Στο πλαίσιο αυτό, η Ε.Ε. αντιμετωπίζει τις περισσότερες προκλήσεις: δεν είναι μόνο η ατελής, και μη εισέτι ανθεκτική όσο θα θέλανε οι ισχυροί της ζώνης, οικονομική της ένωση, είναι και η ίδια η ενιαία αγορά της που απειλείται από τα κλειστά εθνικά σύνορα. Δεύτερη έρχεται η Κίνα, η οποία πλήττεται στις εξαγωγές της, στις οποίες οφείλει την δυναμική της οικονομίας της, που την ανέδειξε σε διεκδικητή του θρόνου του διεθνούς οικονομικού συστήματος. Τρίτη έρχεται η Ιαπωνία, η οποία έχει ένα τεράστιο χρέος, το οποίο, όμως, αντισταθμίζουν τα υψηλά εμπορικά της πλεονάσματα. Η αύξηση του χρέους της σε συνδυασμό με την μείωση του πλεονάσματός της συνιστά μια σημαντική πρόκληση για τη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Τέταρτη έρχεται η Αμερική, η οποία, με όρους ανταγωνισμού απέναντι στην Κίνα και την Ε.Ε., είναι ήδη βρεγμένη και λογικά θα πρέπει να φοβάται τη βροχή λιγότερο απ’ όλους. Στο μεταξύ, λόγω της παράλληλα εξελισσόμενης πετρελαϊκής κρίσης, καμιά πετρελαϊκή δύναμη (βλ. Ρωσία) δεν είναι σε θέση να διεκδικήσει μια καλύτερη θέση στο διεθνές γίγνεσθαι από αυτήν που κατείχε προηγουμένως. 

    Η μετά την πανδημία εποχή, που θα προετοιμάσει το νέο οικονομικό σύστημα σε αντικατάσταση του ισχύοντος, δεν θα είναι ένας δρόμος 100 μέτρων. Θα είναι μαραθώνιος και θα επικρατήσουν όσοι αντέξουν. Γι’ αυτό, καθόσον αφορά εμάς τους Έλληνες, θα πρέπει να ξέρουμε ότι κανένας δεν θα μας χαριστεί. Εάν συνιστούμε ρήγμα στην ανθεκτικότητα της ευρωζώνης, της οποίας το σχέδιο ολοκλήρωσης θα επανέλθει δριμύτερο, τότε θα υποχρεωθούμε να αποχωρήσουμε. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με την Ιταλία και ίσως και με άλλα PIGS, κι όλα αυτά να γίνουν "μ’ έναν πόνο" και να περάσουν απαρατήρητα μέσα στον κακό χαμό της βαθύτερης κρίσης που θα έχει βιώσει η υφήλιος από το 1929 και μετά. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή στις συμμαχίες που συνάπτουμε εντός της Ευρωζώνης το επόμενο διάστημα.

    * Ο κ. Γκλαβίνης είναι Καθηγητής Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ και συγγραφέας του βιβλίου "Μηχανισμοί Αναδιάταξης Ισχύος στο Διεθνές Οικονομικό Σύστημα", Εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2019, που βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ