Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 01-Απρ-2020 00:06

    Τραπεζίτες έχουμε, πολιτικούς δεν έχουμε

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Θεοδόση Μπουντουράκη 

    Προσφάτως η ΕΚΤ όπως όλοι πλέον γνωρίζουμε, ανακοίνωσε ένα πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QΕ) ύψους 750 δισ.  και επίσης μία σειρά άλλων μέτρων κυρίως θεσμικής και εποπτικής φύσεως. Για παράδειγμα χαλαρώνουν οι προβλέψεις για την κεφαλαιακή δομή των τραπεζών, με αποτέλεσμα το ποσοστό 14% των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι των χορηγουμένων δανείων να μειωθεί σε 11,5%, γεγονός που αποδεσμεύει ίδια κεφάλαια για τις τράπεζες και αυξάνει τη δυνατότητα χορηγήσεως νέων δανείων. Επίσης αναβάλλει για ένα χρόνο τη διενέργεια των λεγομένων stress tests και έτσι αποσκοπεί στο να κάνει τις τράπεζες λιγότερο συντηρητικές, εφόσον δεν θα είναι υποχρεωμένες να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους ακραία σενάρια συνθηκών λειτουργίας.

    Ας έλθουμε όμως τώρα στα καθ’ ημάς. Μεταξύ των αλλαγών στους κανόνες της ΕΚΤ είναι και η ένταξη στο πρόγραμμα QE και ομολόγων χαμηλότερης πιστοληπτικής διαβάθμισης, όπως τα ελληνικά, τα οποία τα τελευταία χρόνια είχαν αποκλεισθεί. Στη συγκεκριμένη μεταβολή πολιτικής της ΕΚΤ, ρόλο φαίνεται ότι έπαιξε και η προσωπική πίεση την οποίαν άσκησε ο Έλλην πρωθυπουργός, ώστε να πεισθεί η Κα Κριστίν Λαγκάρντ αλλά και να καμφθούν οι αντιρρήσεις των σκληροπυρηνικών Γερμανών και λοιπών Βορείων.

    Η ένταξη λοιπόν των ελληνικών τίτλων στο QE, για πρώτη φορά από το 2015, δίδει την δυνατότητα στην ΕΚΤ να αγοράζει σταδιακά αντίστοιχους τίτλους μέχρι ύψους 12 δισ.  από τις ελληνικές τράπεζες, και αντιστοίχως να παρέχει την ανάλογη ρευστότητα σε αυτές. Το σκεπτικό είναι να διευκολυνθεί το ελληνικό τραπεζικό σύστημα να χορηγήσει αντίστοιχα δάνεια προς τις ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες πλέον διεξάγουν τον υπέρτατο αγώνα επιβίωσης. Αν συνυπολογίσουμε δε ότι το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ είναι αρνητικό και μάλιστα βρίσκεται στο -0,5%, αυτό προσθέτει ένα ακόμη κίνητρο στις τράπεζες, για χορηγήσεις νέων και μάλιστα χαμηλότοκων (σχετικά) δανείων.

    Πόσο πρόθυμες θα είναι όμως οι τράπεζες να χορηγήσουν νέα δάνεια προς τις ελληνικές επιχειρήσεις και νοικοκυριά, δεδομένων των συνθηκών που προβλέπεται να επικρατήσουν στην ελληνική οικονομία την επόμενη μέρα;

    Ιστορικά οι παρεμβάσεις νομισματικής πολιτικής των κεντρικών τραπεζών δεν είχαν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Με άλλα λόγια οι μειώσεις επιτοκίων οδηγούσαν μοιραίως σε αύξηση ρευστότητος στην οικονομία, η οποία όμως αντί να διοχετευθεί από τις τράπεζες προς τις επιχειρήσεις, υπό μορφήν νέων δανείων, κατέληγε να διοχετεύεται στα χρηματιστήρια και σε προγράμματα επαναγοράς ιδίων μετοχών εκ μέρους των εισηγμένων εταιριών, με αποτέλεσμα τη δημιουργία πολύ συχνά του φαινομένου  της περίφημης χρηματιστηριακής φούσκας.

    Σήμερα τα κανονικά εξυπηρετούμενα δάνεια του ελληνικού τραπεζικού συστήματος ανέρχονται σε περίπου 100 δισ. Υπάρχουν όμως και 80 δισ. κόκκινων δανείων τα οποία επιβαρύνουν τους ισολογισμούς των τραπεζών. Οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης λόγω κορονοϊού, οπωσδήποτε θα οδηγήσουν στη δημιουργία μιάς νέας γενιάς κόκκινων δανείων, από τα μέχρι σήμερα εξυπηρετούμενα, το ύψος των οποίων μπορεί να ανέρχεται από 15 δισ. έως πολύ παραπάνω, ανάλογα με ποιο σενάριο υιοθετεί κανείς για το άμεσο μέλλον της οικονομίας.

    Προσωπικά δεν θα ήθελα με τίποτα να είμαι στην θέση ενός τραπεζικού στελέχους το οποίον θα κληθεί να εγκρίνει τη χορήγηση ενός νέου δανείου, υπό τις διαμορφούμενες συνθήκες.

    Νομίζω ότι οι προσπάθειες των τραπεζών θα επικεντρωθούν στην κατά το δυνατόν αποτροπή της δημιουργίας νέων κόκκινων δανείων, παρά στην ανάληψη νέων δανειακών κινδύνων.

    Φοβούμαι ότι το φθηνό και άφθονο χρήμα δεν θα μας πείσει να καταναλώσουμε περισσότερο ή να επενδύσουμε, όταν η ψυχολογία είναι στα τάρταρα και ο φόβος και η αβεβαιότητα εξακολουθούν να πλανώνται ζοφερά στην ατμόσφαιρα.

    Είναι δεδομένο ότι η ψυχολογία αποτελεί τη βασική παράμετρο της οικονομίας, και δυστυχώς για το άμεσο μέλλον η ψυχολογία δεν βοηθάει καθόλου. Βέβαια ο Warren Buffet εδώ θα μας έλεγε, ότι όταν η ψυχολογία είναι στο ναδίρ και το αίμα ρέει στους δρόμους, "αγόραζε αγόραζε αγόραζε". Όμως  αυτά τα λέει ο Warren Buffet και μερικοί άλλοι δισεκατομμυριούχοι που επενδύουν στο χρηματιστήριο. Άντε πες το σε έναν οικογενειάρχη βιοτέχνη και μάλλον θα σε πάρει με τις πέτρες!

    Ενδεικτικά θα αναφέρω την απάντηση γνωστού οικονομολόγου ο οποίος όταν ρωτήθηκε σχετικά, απάντησε: "Cash is king". Δυστυχώς τα μετρητά φαίνεται ότι αποτελούν το μόνο καταφύγιο απέναντι  στον φόβο, αν βέβαια τα μετρητά  υπάρχουν.

    Κατά τα άλλα η κίνηση της Κριστίν Λαγκάρντ ήταν πολύ σημαντική. Ακολουθεί την παράδοση που καθιέρωσε ο εμβληματικός προκάτοχός της Μάριο Ντράγκι, ο οποίος δια μιάς φράσεως και μόνον, απεσόβησε την επαπειλούμενη κατάρρευση του ευρώ το 2012. Ήταν το ιστορικό "whatever it takes” , δηλ. θα κάνω ό,τι κι’ αν  χρειασθεί, που αποθάρρυνε τους κερδοσκόπους και ηρέμησε τις αγορές εν μια νυκτί. Βέβαια σήμερα η Κα Λαγκάρντ δεν είχε απέναντι της τους κερδοσκόπους αλλά τον κορονοϊό, όμως εν πάσει περιπτώσει, έδειξε τα ανακλαστικά της. Δήλωσε και αυτή ότι "δεν υπάρχουν όρια στη δέσμευσή μας για το ευρώ", πράγμα που προδικάζει ότι οι παρεμβάσεις της ΕΚΤ θα είναι δυναμικές και θα έχουν συνέχεια.

    Πέραν όμως των επιπτώσεων στην οικονομία, τα μηνύματα των δύο κεντρικών τραπεζιτών αποτελούν μια ισχυρότατη παρότρυνση προς τους πολιτικούς ηγέτες της ευρωζώνης, σημερινούς και μελλοντικούς.

    Διατρανώνοντας σε υψηλούς τόνους την πίστη τους στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, ως βασικού θεσμού της ευρωπαϊκής ενοποίησης, υποδεικνύουν προς τους πολιτικούς ηγέτες να αγωνισθούν για μεγαλύτερη ενοποίηση, ισχυροποίηση και αλληλεγγύη μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, τόσο για την διατήρηση της ευρωπαϊκής πνευματικής, πολιτιστικής και πολιτικής κληρονομιάς, όσο και ως απάντηση στην αμερικανική και κινεζική επέλαση σε βασικούς τομείς της ευρωπαϊκής ζωής μας.

    * Ο κ. Θεοδόσης Μπουντουράκης είναι οικονομολόγος

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ