Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 24-Ιαν-2020 00:03

    Άγγελοι ή διάβολοι;

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Θεοδόση Μπουντουράκη

    Μικρομεσαίων επιχειρήσεων το ανάγνωσμα σήμερα.

    Αποτελούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις τον κινητήριο μοχλό της ελληνικής οικονομίας, όπως πολλοί ειδικοί διατείνονται, ή αντιθέτως συνιστούν ένα χώρο οικονομικής αναποτελεσματικότητας και αυξημένης εισφοροδιαφυγής όπως επίσης συχνά λέγεται, από μια άλλη μερίδα αναλυτών και οικονομολόγων. Άπειρα άρθρα συνέδρια και μελέτες έχουν ασχοληθεί με το θέμα αλλά συμπέρασμα δεν βγαίνει.

    Πρόσφατα σε μία δημόσια εκδήλωση που διοργάνωσε ο ΣΕΒ, ο πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε στο πολύ μικρό μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων, κυρίως των λεγομένων μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ), και τόνισε την άποψή του ότι αυτές πρέπει να μεγαλώσουν μέσω συγχωνεύσεων, ώστε να καταστούν βιώσιμες και περισσότερο ανταγωνιστικές. Είναι κατά τη γνώμη μου κατ’ αρχάς σημαντικό ότι ο πρωθυπουργός ετόλμησε δημοσίως να αμφισβητήσει τον περίφημο μύθο περί ΜμΕ, οι οποίες διαχρονικά φέρονται ότι αποτελούν τη "ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας". Αυτό το συνεχώς επαναλαμβανόμενο κλισέ, αποτελεί έναν από τους δημοφιλέστερους μύθους γύρω από την ελληνική οικονομία, και το προβάλλουν κατά κόρον όλοι οι λαϊκιστές πολιτικοί, δεξιοί και αριστεροί. Βλέπετε οι πάσης φύσεως μικρομεσαίοι αποτελούν πολύτιμη εκλογική πελατεία την οποίαν όλοι έσπευδαν να κολακεύουν.

    Αν όμως οι ΜμΕ αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, τότε η οικονομία μας πάσχει από κύφωση την οποίαν πρέπει επειγόντως να θεραπεύσει. Και η μόνη ενδεικνυόμενη θεραπεία είναι η παροχή φορολογικών και πιθανώς άλλων κινήτρων, προς συνένωση ομοειδών ΜμΕ, με σκοπό τη δημιουργία μεγαλυτέρων επιχειρήσεων οι οποίες θα είναι πιο ανταγωνιστικές στο διεθνοποιημένο και άκρως ανταγωνιστικό οικονομικό περιβάλλον.

    Η ελληνική οικονομία είναι μία από τις μικρότερες της ευρωζώνης με αποτέλεσμα να διαθέτει μία πολύ μικρή εσωτερική αγορά.

    Επίσης η Ελλάδα διαθέτει το μεγαλύτερο ποσοστό αυτοαπασχολουμένων μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών, και ίσως το μεγαλύτερο ποσοστό ΜμΕ. Αυτά συνιστούν ενδείξεις οικονομικής υπανάπτυξης και ως εκ τούτου επιβάλλεται να υπάρξει μια μεγάλη μεταρρυθμιστική τομή στους συγκεκριμένους χώρους όπως προαναφέραμε, ώστε η ελληνική οικονομία να αρχίσει να αποκτά τις δομές των ευρωπαϊκών οικονομιών τις οποίες καλείται να ανταγωνιστεί.

    Βέβαια οι δυσκολίες είναι πολλές. Η ελληνική οικονομία λόγω του μικρού μεγέθους της αλλά και ενός άλλου πλήθους παραγόντων, δεν διαθέτει τα επενδυτικά κεφάλαια τα οποία είναι απαραίτητα για τη δημιουργία μεγάλων και ισχυρών επιχειρήσεων.

    Ένας δεύτερος ανασχετικός παράγων είναι η προβληματική λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, το οποίον δεν είναι σε θέση να χρηματοδοτήσει με επάρκεια τις λειτουργικές ανάγκες των επιχειρήσεων.

    Τέλος υπάρχει ένας ακόμα ανασχετικός παράγων προς δημιουργία μεγαλυτέρων επιχειρήσεων μέσω συγχωνεύσεων, ο οποίος δεν είναι τόσο προφανής αλλά είναι σημαντικός. Και αυτός είναι ο ατομικός ψυχολογικός παράγων. Άκρως καθοριστικός εφόσον μιλάμε για Έλληνες επιχειρηματίες!

    Ο κάθε ιδιοκτήτης μιας μικρής επιχείρησης προτιμά να είναι αφεντικό στο μικρό του μαγαζάκι, παρά ένας εκ των περισσοτέρων μετόχων μιας μεγαλύτερης εταιρείας, όπου δεν θα μπορεί να κάνει ο ίδιος κουμάντο και να απασχολεί τη γυναίκα του, τα παιδιά του και τον κουμπάρο του. Γιατί άραγε τόσα χρόνια μετά τη χρεοκοπία και τα μνημόνια που υποτίθεται ότι αναδιάρθρωσαν την ελληνική οικονομία, δεν υπάρχουν ακόμη στη χώρα μας εταιρείες ταξί; Ή αλυσίδες φαρμακείων;

    Αντίθετα υπάρχουν και αγκομαχούν αναρίθμητες συνοικιακές μπουτίκ ρούχων ή σουβλατζίδικα και ων ουκ έστι αριθμός μικροβιοτεχνίες που παράγουν από μανταλάκια μέχρι είδη δώρων.

    Ας δούμε όμως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που καταγράφει με ενάργεια τη μάστιγα του πολυκερματισμού των ελληνικών επιχειρήσεων σε πολλές μικρομεσαίες μονάδες.

    Το ελληνικό κρασί! 

    Είναι γνωστό ότι η Ελλάδα διαθέτει πολλά και καλά κρασιά, τα οποία τα τελευταία χρόνια έχουν αναδειχθεί, και μάλιστα έχει δημιουργηθεί μία βιομηχανία κρασιού, η οποία αγωνίζεται να καθιερωθεί διεθνώς μέσω εξαγωγών. Όμως και αυτός ο κλάδος πάσχει από την νόσο της πολυδιάσπασης.

    Μπαίνεις σε μία κάβα ή ένα σουπερμάρκετ και βρίσκεσαι αντιμέτωπος με μία τεράστια ποικιλία οινοπαραγωγών τους οποίους -αν εξαιρέσουμε ελάχιστους παλαιούς, γνωστούς και καθιερωμένους- δεν έχεις ξανακούσει. Και μετά πας σε ένα εστιατόριο όπου σου προτείνουν άλλους Έλληνες οινοπαραγωγούς, τους οποίους επίσης δεν γνωρίζεις, και μάλιστα με πανάκριβες ετικέτες. 

    Το πράγμα είναι απλό. Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί και μικροί (αλλά καλοί) οινοπαραγωγοί, με αποτέλεσμα να παράγονται πολλά κρασιά, τα οποία όμως είναι μη ανταγωνιστικά σε σχέση με τα αντίστοιχα Ιταλικά, Γαλλικά ή Ισπανικά. Ο κάθε Έλληνας μικροπαραγωγός έχει τον δικό του μικρό αμπελώνα, τις δικές του μικρές οινοποιητικές εγκαταστάσεις και γενικά τη δική του μικρή επιχείρηση, με συνέπεια να μην υπάρχουν οικονομίες κλίμακος. Και οι πάμπολλες μάρκες που κάθε τόσο βγαίνουν, να έχουν μικρό χρόνο ζωής και υψηλές τιμές.

    Αποτέλεσμα; Ο κάθε ταβερνιάρης σου πασάρει ένα κακό και φθηνό χύμα κρασί και σου κλείνει το μάτι λέγοντας ότι "είναι δικό μου απ’ το βαρέλι", ενώ είναι χύμα από την Ισπανία.

    Αν όμως κατάφερναν οι πολυάριθμοι Έλληνες μικροπαραγωγοί να συνενωθούν κατά ομάδες και να αποκτήσουν οικονομίες κλίμακος, με όλα τα συνεπαγόμενα οφέλη σε παραγωγή μάρκετινγκ και τελικά χαμηλότερες τιμές, τότε το ελληνικό κρασί θα θριάμβευε, όπως και του αξίζει. 

    Έλα όμως που δεν μας αφήνει του Έλληνος ο τράχηλος που "ζυγόν δεν υποφέρει".

    * Ο κ. Θεοδόσης Μπουντουράκης είναι οικονομολόγος 

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων