Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 28-Νοε-2019 00:04

    Γιατί η πλειονότητα των ελληνικών επιχειρήσεων δεν υιοθετεί πρακτικές Βιώσιμης Ανάπτυξης

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Γιώργου Μαρκεζίνη

    Η βασική έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης, δηλαδή κατά πόσον θα μπορεί η ανθρωπότητα να διατηρεί και να βελτιώνει το επίπεδο ζωής της, απασχολεί τους ερευνητές για περισσότερα από 200 χρόνια. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ‘80 είχαν τεθεί οι βασικές παράμετροι της βιώσιμης ανάπτυξης, δηλαδή η οικονομική ανάπτυξη, η περιβαλλοντική προστασία, η κοινωνική δικαιοσύνη, καθώς και η ανάγκη ισορροπίας μεταξύ αυτών των παραμέτρων.

    Η επίτευξη αυτής της ισορροπίας, μέσω κοινά αποδεκτών, παγκόσμιων στόχων απαιτεί την συνεισφορά και την από κοινού προσπάθεια κυβερνήσεων και φορέων, αλλά και της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας. Η ανάγκη αυτής της συνεργασίας έχει γίνει κατανοητή και ήδη πολλές επιχειρήσεις, όλων των κλάδων και μεγεθών, εργάζονται για την καταγραφή και μείωση των αρνητικών επιπτώσεων τους, καθώς και για τη μεγιστοποίηση της συνεισφοράς τους στην κοινωνία και στην προστασία του περιβάλλοντος.

    Στην Ελλάδα, οι επιχειρήσεις που συστηματικά προσεγγίζουν τη Βιώσιμη Ανάπτυξη διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες. Στις ώριμες, που επί σειρά ετών καταγράφουν και δημοσιοποιούν το αποτύπωμα τους στο πλαίσιο μιας στρατηγικής για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, στις επιχειρήσεις που τώρα πραγματοποιούν τα πρώτα βήματα τους και μένει να αποδειχθεί εάν αυτό γίνεται στο πλαίσιο μιας συστηματικής ή περιστασιακής προσέγγισης, και στις επιχειρήσεις που αρκούνται στην πραγματοποίηση μεμονωμένων δράσεων χωρίς να αγγίζουν, στην ολότητα του, το θέμα της Βιώσιμης Ανάπτυξης. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ωστόσο ότι η πλειονότητα των ελληνικών επιχειρήσεων δεν υιοθετεί πρακτικές Βιώσιμης Ανάπτυξης, και οι λόγοι που συμβαίνει αυτό είναι συγκεκριμένοι.

    Καταρχάς, οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν αντιλαμβάνονται τι είναι η Βιώσιμη Ανάπτυξη, δεν κατανοούν την ορολογία. Για αυτές τις επιχειρήσεις, η Βιώσιμη Ανάπτυξη εξαντλείται στην ανακύκλωση, στην αναδάσωση και στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας, δράσεις σημαντικές αλλά πολλές φορές χωρίς συσχέτιση με τις πραγματικές επιπτώσεις που προκύπτουν από τη λειτουργία μιας επιχείρησης. Πολλές φορές συγχέουν και ταυτίζουν την ανακύκλωση ή την κοινωνική ευαισθησία με τη Βιώσιμη Ανάπτυξη χωρίς να αντιλαμβάνονται το πλήρες εύρος της έννοιας. Στο μεγαλύτερο μέρος τους δεν επενδύουν στην εκπαίδευση των στελεχών και των εργαζομένων τους στις βασικές έννοιες της Βιώσιμης Ανάπτυξης και στο πώς μπορούν να συμβάλλουν, ατομικά και συλλογικά, στην επίτευξη των στόχων, στη μεγιστοποίηση των θετικών επιπτώσεων και στην ελαχιστοποίηση των αρνητικών επιδράσεων της επιχείρησης, συμβάλλοντας έτσι στη λανθασμένη προσέγγιση των επιχειρήσεων στη Βιώσιμη Ανάπτυξη.

    Παράλληλα, δεν υπάρχει η κατάλληλη υποστήριξη από το κράτος και τους φορείς. Η εφαρμογή σχετικών νομοθεσιών, όπως αυτή για τη δημοσιοποίηση μη-χρηματοοικονομικών στοιχείων, είναι ελλιπής, χωρίς την κατάλληλη επεξήγηση και χωρίς την παροχή ενός ξεκάθαρου πλαισίου απαιτήσεων, προθεσμιών και ποινών. Σε ευρύτερο πλαίσιο, η ανάγκη θέσπισης ενός εθνικού σχεδίου, που θα θέτει μια κεντρική κατεύθυνση, εναρμονισμένη με το παγκόσμιο και ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, καθώς και με τις εθνικές ανάγκες, προσφέροντας πρακτικές και ξεκάθαρες κατευθύνσεις, είναι απαραίτητη. Τον Μάιο 2019 δημοσιοποιήθηκε η Εθνική Στρατηγική για τη Βιώσιμη και Δίκαιη Ανάπτυξη 2030, που ενώ αποτελεί ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, πάσχει από πολυπλοκότητα και έλλειψη πρακτικών εργαλείων και προτάσεων.

    Η ετήσια έρευνα του Κέντρου Αειφορίας (CSE) επιβεβαιώνει ότι υπάρχει μια συνεχής αύξηση των επιχειρήσεων, πολυεθνικών και ελληνικών, που δημοσιοποιούν τις επιδόσεις και τη στρατηγική τους για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, αύξηση που παρατηρείται ανεξάρτητα της οικονομικής κρίσης και των νομοθετικών υποχρεώσεων των επιχειρήσεων, παρ’ ό,τι ο αριθμός αυτός παραμένει μικρός σε αναλογία με τον αριθμό των επιχειρήσεων που συνολικά δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Οι επιχειρήσεις αυτές αντιλαμβάνονται, σε διάφορες βαθμίδες, την σημασία της δημιουργίας στρατηγικής Βιώσιμης Ανάπτυξης και εναρμόνισης της με την εταιρική στρατηγική. Το μελλοντικό στοίχημα είναι αυτή η συστηματική προσέγγιση στη Βιώσιμη Ανάπτυξη να μην αφορά μόνο 100 με 200 επιχειρήσεις, αλλά ολόκληρο τον επιχειρηματικό κόσμο, και κάθε επιχείρηση, μεγαλύτερη ή μικρότερη, ελληνική ή πολυεθνική, να κατανοήσει τα οφέλη και να εντάξει τη Βιώσιμη Ανάπτυξη στην καθημερινότητα της.  

    * Ο κ. Μαρκεζίνης είναι Επικεφαλής Ερευνητικής Ομάδας και Παρατηρητηρίου Εκθέσεων του Κέντρου Αειφορίας CSE

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων