Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 05-Νοε-2019 00:14

    Ο σουρεαλισμός των αρνητικών επιτοκίων

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Ηρακλή Ρούπα

    Οι πρόσφατες εκδόσεις κρατικού χρέους ανέδειξαν - για πρώτη φορά ίσως - ένα απλό ερώτημα: Το γεγονός ότι οι ξένοι και εγχώριοι επενδυτές για πρώτη φορά δείχνουν διάθεση να ρισκάρουν προκειμένου να επενδύσουν σε ελληνικά έντοκα γραμμάτια αποτελεί ένδειξη "οικονομικού σουρεαλισμού" ή πραγματική αναγνώριση θετικών οικονομικών δεδομένων;

    Η διολίσθηση του επιτοκίου των τρίμηνων εντόκων γραμματίων κάτω από το μηδέν δείχνει πως όσοι επενδύουν πληρώνουν "ασφάλιστρο" για τα χρήματά τους αντί να λαμβάνουν τόκο. Καταβάλλουν ασφάλιστρο για να τοποθετήσουν τη ρευστότητά τους στο χρέος μίας χώρας που κατηγοριοποιείται από τους οίκους αξιολόγησης ως αναξιόχρεη. Εκτός επενδυτικής βαθμίδας (non investment grade).

    Οι επενδυτές αναλαμβάνουν το ρίσκο σε συνθήκες όπου το διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από αντίστοιχες περιπτώσεις αποδόσεων. Το ίδιο όμως περιβάλλον είναι αυτό που εμποδίζει την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους της χώρας και τη μείωση του υποχρεωτικού ύψους του πλεονάσματος από το 3,5%. Δηλαδή αναγνωρίζεται η "ασφάλεια" μίας αναξιόχρεης οικονομίας που ζητά να δανεισθεί, την ίδια στιγμή που η αρνητική τοποθέτηση των δανειστών στις παραπάνω αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές κινδυνεύει να δημιουργήσει πλαίσιο εκ νέου ανασφάλειας ζημιώνοντας δυνητικά τους νέους επενδυτές του χρέους της.   

    Προφανώς η ανάλυση των παραπάνω δεδομένων ενός φαύλου κύκλου οικονομικού σουρεαλισμού αποτελεί γρίφο για δυνατούς λύτες. Το βέβαιο είναι πως εξαιτίας των ευνοϊκών εξελίξεων της διεθνούς οικονομικής συγκυρίας, σταδιακά επιτυγχάνεται η αναχρηματοδότηση μέρους του βραχυπρόθεσμου χρέους και η αντικατάστασή του με μεσοπρόθεσμο.

    Η ύπαρξη αρνητικών επιτοκίων - εν μέσω εντόνων συζητήσεων μεταξύ κεντρικών τραπεζών και κυβερνήσεων για την αναγκαιότητα ή μη περαιτέρω ποσοτικής χαλάρωσης - μπορεί να ευνοεί στην παρούσα φάση τους σχεδιασμούς της Κυβέρνησης. Δεν μπορεί όμως να θεωρηθεί ούτε ως αποτέλεσμα κάποιων οικονομικών επιτυχιών, ούτε βέβαια ως βάση περαιτέρω μακροπρόθεσμου σχεδιασμού. Η στρεβλότητα αυτή των αγορών θα τερματίσει μόλις οι ίδιες οι χρηματαγορές αποκτήσουν την ισορροπία τους εντός της ιστορικής λογικής των.

    Δεν είναι δυνατόν να διατηρηθούν συνθήκες όπου ο ανταγωνισμός των επενδυτών για επενδύσεις σε χρέος εστιάζει στην ελάχιστη ή μέγιστη αρνητικότητα επιτοκίων ομολόγων που κάτω από κανονικές συνθήκες θα είχαν την αντιμετώπιση "junk". Αν σε αυτό το πλαίσιο γίνονται τοποθετήσεις στα υψηλά, δύο εκδοχές αυτών των ιστορικά ασυνήθιστων επιλογών αναδεικνύονται: Είτε η στρεβλότητα των αγορών αναμένεται να ενταθεί - οπότε τα αρνητικά επιτόκια θα μεγαλώνουν - είτε οι προσωρινές θέσεις κερδοσκοπικού πλέον χαρακτήρα αποτελούν βραχυπρόθεσμη διέξοδο η πορεία των οποίων αναμένεται να αντιστραφεί βίαια.

    Τα πάντα εξαρτώνται από την ένταση και τη διάρκεια της οικονομικής επιβράδυνσης στην Ευρωζώνη που συνδυάζεται με προοπτικές επιβράδυνσης στις ΗΠΑ. Οι επισημάνσεις Ντράγκι κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Αθήνα δεν είναι τυχαίες. Αυτός είναι και ο βασικότερος λόγος που η επίτευξη χαμηλών επιτοκίων από τις εκδόσεις του δημοσίου δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται από την Κυβέρνηση για επικοινωνιακούς λόγους.

    Όταν παρουσιάζονται ευκαιρίες τέτοιου εύρους, προφανώς καμία κυβέρνηση δεν καθυστερεί μεμψιμοιρώντας. Σπεύδει δε – όπως συμβαίνει σήμερα – να τις αξιοποιήσει. Προφανώς οι εξελίξεις αυτές διευκολύνουν και τις επιτυχημένες εκδόσεις ομολόγων ελληνικών επιχειρήσεων. Όταν όμως ο επενδυτής βρίσκεται αντιμέτωπος με την πρόκληση πολύ χαμηλών επιτοκίων δανεισμού και αρνητικών επιτοκίων καταθέσεων, γίνεται αντιληπτό πως μέχρι την τελική εξισορρόπηση και επάνοδο στην κανονικότητα –όποτε αυτό προκύψει– οι ανεπιθύμητες παρενέργειες ίσως να είναι εντονότερες του αναμενομένου.

    Η δυνατότητα των μεγάλων επιχειρήσεων να δανείζονται μέσω ομολογιακών εκδόσεων με δυσανάλογα χαμηλά επιτόκια σε σύγκριση με το μέσο κόστος δανεισμού των περισσότερων δημιουργεί ένα "παραγωγικό χάσμα" στην πορεία προγραμματισμού του συλλογικού και συνολικού αφηγήματος της ανάπτυξης. Η αδυναμία των τραπεζών να ενισχύσουν την λειτουργικότητά τους και να ανακτήσουν τη δυνατότητα ισοδύναμων με τα ευρωπαϊκά δεδομένα επιτοκίων χρηματοδοτήσεων, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους. Κρίσιμο το ερώτημα αν θα μπορέσει ο παραγωγικός ιστός της οικονομίας –που δειλά-δειλά ξεκινά την ανοικοδόμησή του–  να στηριχθεί στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

    Δυστυχώς, το οικονομικό σουρεαλιστικό πλαίσιο το οποίο εκμεταλλεύεται το δημόσιο για να δανεισθεί, δεν υφίσταται για τις επιχειρήσεις. Το ίδιο πλαίσιο που ακόμα κατηγοριοποιεί τις τράπεζες ως προβληματικές λόγω της αδυναμίας των να δώσουν αμεσότερες λύσεις για τα "κόκκινα δάνεια", παρέχει τη δυνατότητα να δράσουν και ως ανάδοχοι εκδόσεων. Η διεύρυνση όμως της ανισότητας μεταξύ μεγάλων και μικρών επιχειρήσεων θα οδηγήσει πολλές που ακόμα σήμερα είναι υγιείς είτε στο κλείσιμο, είτε στην φυγή από τη χώρα.

    Τα αναπτυξιακά μέτρα μπορεί να βρίσκονται προς τη σωστή κατεύθυνση. Την κατεύθυνση εφαρμογής του αυτονόητου.  Κανείς όμως δεν φαίνεται να σκέφθηκε πως δεν υπάρχει πολιτική στόχευση κάλυψης του "ενδιάμεσου χρόνου" προσαρμογής από την ψήφιση στην υλοποίηση των μέτρων και μετέπειτα στη δράση τους ως πόλου έλξης επενδύσεων.

    Μπορεί να θεωρείται ως φυσιολογική η συντελούμενη αναδιάταξη της παραγωγικής δομής της χώρας. Όμως, ακόμα και κάτω από τις νέες παραμέτρους στον ορίζοντα δεν υπάρχει πρόβλεψη για άμεση στήριξη νέων δομών. Ειδικά αν συνυπολογίσουμε το γεγονός πως η επερχόμενη διεθνής ύφεση –ακόμα και αν δεν μας επηρεάσει σημαντικά– θα καθυστερήσει το αναπτυξιακό momentum.

    Η πιθανολογούμενη υπόθεση εργασίας της Κυβέρνησης πως ο κρίσιμος "ενδιάμεσος χρόνος" είναι δυνατόν να καλυφθεί ως απεικόνιση στατιστικών δεδομένων εξαιτίας της θετικής επίπτωσης στο ΑΕΠ των μεγάλων έργων όπως το "Ελληνικό" (2% ετησίως συνεισφορά στο ΑΕΠ) δεν θα επιτρέψει την ανάγνωση ανάγκης ουσιαστικότερων και εξειδικευμένων μέτρων και πολιτικών. Μπορεί η Κυβέρνηση να έχει θέσει ως στόχο στον προϋπολογισμό επίπεδο ανάπτυξης 2,8%, που είναι δυνατόν  ακόμα και να επιτευχθεί ανάλογα με τον χρόνο εκκίνησης του Ελληνικού. Δεν έχει εμφανίσει όμως ακόμα αναπτυξιακή εξειδικευμένη στόχευση μικροκλίμακας.  

    Το ζητούμενο είναι η συνολική μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της οικονομίας και όχι μία που να βασίζεται μόνον σε θετικά στατιστικά δεδομένα κάποιων μεγάλων επενδύσεων ή στα πήλινα πόδια των αρνητικών επιτοκίων. Η ορθή ανάγνωση των εξελίξεων πρέπει να οδηγήσει σε περιφερειακό σχεδιασμό ανάπτυξης και αντίστοιχα προώθησης λύσεων χρηματοδότησης επιχειρήσεων με βραχυπρόθεσμη αποδοτικότητα. Απαιτείται εξειδίκευση στην αναπτυξιακή λογική και σχεδιασμό. Τώρα που οι αγορές μας "λοξοκοίταξαν" ουσιαστικά για πρώτη φορά μετά από 10 χρόνια.

    * Ο κ. Ηρακλής Ρούπας είναι Οικονομολόγος 

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων