Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 05-Νοε-2019 00:14

    Το ευρωπαϊκό εκκρεμές μετά τον Ντράγκι

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Πάνου Ευαγγελόπουλου

    Σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πιο γραφειοκρατική από ποτέ και κινδυνεύει να ομοιάσει στη γραφειοκρατική της δομή ως μίας ήπιας μορφής παραλλαγή κάποιων από τα οικονομικά χαρακτηριστικά των πάλαι ποτέ κεντρικά σχεδιασμένων οικονομιών της Ανατολικής Ευρώπης αλλά με πλήρεις ελευθερίες και υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων που όμως δεν είναι από μόνα τους ικανά στο οικονομικό πεδίο να καταστήσουν την Ευρώπη μία ενιαία ελεύθερη αγορά, που ανταλλάσσει αγαθά και υπηρεσίες στη βάση του συγκριτικού πλεονεκτήματος και με την ελεύθερη βούληση παραγωγών και καταναλωτών. Μάθαμε από την κρίση δημοσίου χρέους που μάστισε αλλά και συνεχίζει ακόμη να μαστίζει αρκετές και μάλιστα μερικές από αυτές, είναι μεγάλες οικονομίες της Ευρώπης, δοκιμαστήκαμε σκληρά αλλά δεν τολμήσαμε την Ευρωπαϊκή Δημοσιονομική Ολοκλήρωση παρά μόνον αφήσαμε την αντιμετώπιση του δυσεπίλυτου δημοσιονομικού μας Πανευρωπαϊκού προβλήματος να το αναλάβει από μόνη της η νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στα στιβαρά χέρια του σοφού κεντρικού τραπεζίτη Μάριο Ντράγκι που με τη νομισματική ποσοτική χαλάρωση και την εκτίναξη του ισολογισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποσοβήσαμε ίσως και τις πιο μοιραίες εξελίξεις για την νομισματική μας ένωση, χωρίς να υπολογίσω καθόλου σε αυτό, την αλόγιστη στάση διαπραγμάτευσης της ελληνικής κυβέρνησης στο πρώτο εξάμηνο του 2015. Όμως η ποσοτική χαλάρωση δεν μπορεί να είναι παρά μια βραχεία απάντηση μας στο μείζον αυτό πρόβλημα και επιβάλλεται σε μία ένωση εάν θέλει να έχει καλό και μακρύ μέλλον να συμπληρώσει την νομισματική της ένωση με την δημοσιονομική της ολοκλήρωση όπου η έκδοση του ευρωομολόγου θα είναι μόνον η αρχή.

    Ενώ λοιπόν αξιώνουμε η Ευρωπαϊκή Ένωση να ολοκληρωθεί, παρουσιάζεται το παράδοξο η Ευρωπαϊκή Ένωση να ρέπει προς τον παρεμβατικό προγραμματικό σχεδιασμό χωρίς όμως να επιτυγχάνει την ολοκλήρωση της. Είναι το ίδιο παράδοξο που αντιμετώπισε η Σοβιετική Ένωση σε όλη την ιστορία της. Ενώ τα πενταετή της προγράμματα ήταν το ένα πιο άρτιο από το άλλο, επεξεργασμένα και τελειωμένα από τα καλύτερα μυαλά και τους καλύτερους οικονομολόγους του υπαρκτού σοσιαλισμού, αυτά τα προγράμματα όμως, φευ, αποτύγχαναν συστηματικά. Σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δηλαδή η κεντρική της αρχή, στην προσπάθεια της να ξεδιπλώσει και να υλοποιήσει τα προγράμματα της και τις πολιτικές της, παράγει αποτελέσματα, θετικά που ανταγωνίζονται όμως τα αρνητικά, πολλές φορές μάλιστα υπερσκελίζονται, πότε ακούσια και πότε εκούσια, κυρίως με τη διαμοίραση προνομίων, είτε με τη μορφή επιδοτήσεων είτε με άλλες μορφές, σε στοχευμένες πληθυσμιακά ομάδες που είναι κυρίαρχες πολιτικά ή σε ομάδες συμφερόντων που όμως δεν είναι πάντα οι πιο παραγωγικές. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι η σπατάλη πόρων, η φορολόγηση των πιο παραγωγικών ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και ατόμων και η απόδοση του προϊόντος τους σε μη παραγωγικές ομάδες και φορείς.

    Αυτό το κατεξοχήν υπονομευτικό αποτέλεσμα για τη λειτουργία και την αποδοτικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης λαμβάνει εκθετικές διαστάσεις διότι στα μάτια των λαών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, φαίνεται ότι τιμωρεί τις μέλισσες και επιβραβεύει τους κηφήνες. Δηλαδή σε όρους οικονομικής ανάλυσης, επιβαρύνονται οι παραγωγικοί συντελεστές ενώ ελαφρύνονται οι free riders ή αλλιώς, οι λαθρεπιβάτες του συστήματος και των κανόνων που μένουν θεσμικά ατιμώρητοι αλλά και οι λήπτες παντός είδους βοηθημάτων, χωρίς ανάλογη παραγωγική συνεισφορά που όλοι μαζί στο σύνολό τους αποτελούν ένα μεγάλο μέγεθος αδρανούς εργασίας πλην όμως αμειβόμενης με το παραπάνω. Αυτή η επιβλαβέστατη κατάσταση μεγεθύνεται ακόμη περισσότερο με τον πιο αρνητικό τρόπο στα μάτια των καινοτόμων επιχειρηματιών αφού το αντίθετο με τους free riders του συστήματος, αυτοί έχουν να αντιμετωπίσουν βαρύτατους φόρους, ένα περιπεπλεγμένο και σχοινοτενές ρυθμιστικό πλαίσιο, απηνείς ελέγχους με βαρύτατες ποινές ενώ αντίθετα βλέπουν και παρατηρούν να ανταμείβονται έως και πλουσιοπάροχα σε μερικές περιπτώσεις, οι περίφημες ομάδες συμφερόντων, ομάδες πίεσης αλλά ακόμη και τα συνδικάτα, με επιχορηγήσεις και άλλες παροχές, όλων των ειδών.

    Ιδιαίτερα σήμερα, σε ένα μακροοικονομικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από κρίσιμη ασταθή ισορροπία, όπου ακόμη δεν έχουμε διαφύγει της κρίσης του δημοσίου χρέους και η νομισματική μας πολιτική αρχίζει να λαμβάνει μόνιμες διαστάσεις αρνητικών επιτοκίων και ποσοτικής χαλάρωσης, απλά και μόνον για να διασφαλιστεί η αγορά ομολόγων, έτσι ώστε χώρες με βαρύτατο δημόσιο χρέος όπως η Ελλάς και η Ιταλία να το χρηματοδοτούν φθηνά αλλά και χώρες με ικανοποιητική δημοσιονομική κατάσταση όπως η Γερμανία, να καταφέρνουν να κερδίζουν κιόλας από τη χρηματοδότηση του δημοσίου χρέους τους, ένεκα των αρνητικών επιτοκίων που απολαμβάνουν τα ομόλογα τους. Ο μόνος λοιπόν δοκιμασμένος δρόμος και τρόπος για να ξεφύγουμε από αυτή την οδυνηρή, αβέβαιη και ασταθή κατάσταση που στα μάτια ημών των οικονομολόγων, ολίγον πια διαφέρει από την αποκαλούμενη Κεϋνσιανώς παγίδα ρευστότητας, είναι η εφαρμογή πανευρωπαϊκών μεταρρυθμίσεων, που θα ενδυναμώσουν παντοιοτρόπως την ιδιωτική οικονομία, θα αποκαταστήσουν την ελευθερία λειτουργίας των αγορών στο φυσικό τους περιβάλλον και θα αναιρέσουν τα αρνητικά αποτελέσματα από την ασύμμετρη υποστήριξη των λιγότερο παραγωγικών εις βάρος των περισσότερο παραγωγικών.

    Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να κάνω μία ιδιαίτερη μνεία στον τρόπο με τον οποίο θα αποφορτίσουμε το ευρωπαϊκό μας οικονομικό σύστημα από την ποσοτική χαλάρωση, επιτυγχάνοντας πρώτα τη δημοσιονομική μας σταθεροποίηση που είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να προχωρήσουμε επιτέλους στη δημοσιονομική μας ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Το πρώτο μας βήμα πρέπει να είναι η επαναφορά και η πλήρης εφαρμογή της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Σήμερα τα δημοσιονομικά όρια, που έθεσε η σοφή ιδρυτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συνθήκη του Μάαστριχτ, καταπατώνται σχεδόν από όλους ακόμη και από τη Γερμανία τουλάχιστον στο σκέλος της σχέσης Δημόσιο Χρέος προς ΑΕΠ. Αυτή δεν είναι εικόνα μιας τόσο μεγάλης και τόσο σημαντικής ένωσης κρατών. Όταν μάλιστα τα δημοσιονομικά είναι η κορυφαία λειτουργία ενός κράτους και με αυτή κρίνεται η οντότητα του αυτή καθ’ εαυτή. Πρέπει να αναλάβουμε όλοι μαζί λοιπόν το πολύ δύσκολο εγχείρημα να σταματήσει αυτός ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός. Μόνον τότε με την επαναφορά της δημοσιονομικής πειθαρχίας και την αποκατάσταση της δημοσιονομικής σταθερότητας, θα καταστεί η νομισματική επέκταση της ποσοτικής χαλάρωσης και των αρνητικών επιτοκίων, περιττές πολιτικές. Αυτό το πολύ δύσκολο και ιδιαίτερα δυσχερές εγχείρημα, όπως τόνισα παραπάνω, πρέπει να το αναλάβουμε άμεσα διότι ήδη η καμπύλη αποδόσεων των ομολόγων έχει παγιωθεί ανεστραμμένη, με τις βραχυχρόνιες αποδόσεις να υπερβαίνουν τις μακροχρόνιες και αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο σήμα κινδύνου που αναβοσβήνει, της πιθανόν μεγαλύτερης δυνατής ύφεσης που θα κτυπήσει την παγκόσμια οικονομία ποτέ.

    Εάν καταφέρουμε να πετύχουμε τον δημοσιονομικό εξορθολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης τότε θα έχουμε καταφέρει το πρώτο μεγάλο βήμα και αυτό αποτελεί αδιαμφισβήτητα το ήμισυ του παντός. Τότε τα επιτόκια δεν θα χρειάζεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να τα κρατά τεχνητά αρνητικά με τον πιο ωμό παρεμβατικό τρόπο που το κάνει τώρα για να σώσει την αγορά ομολόγων αλλά η ίδια η δημοσιονομική αξιοπιστία των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα αποδίδει λογικές τιμές ισορροπίας στα ομόλογά της, χωρίς την υποστήριξη μιας αλυσιτελούς νομισματικής επεκτατικής πολιτικής ποσοτικής χαλάρωσης και αρνητικών επιτοκίων. Αυτό το νέο σημείο δημοσιονομικής ισορροπίας που μπορούμε να επιτύχουμε, αποτελεί τη λυδία λίθο για την νέα αρχιτεκτονική της δημοσιονομικής ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όταν όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτύχουν παρόμοια κρίσιμα δημοσιονομικά μεγέθη, δημοσιονομικού ελλείμματος ως προς το ΑΕΠ κάτω του 3% που είναι πιο εύκολο να επιτευχθεί και δημοσίου χρέους ως προς το ΑΕΠ που είναι πιο δύσκολο να το επιτύχουμε και γι’ αυτό χρήζει και μια αναθεώρηση του ορίου του 60% προς τα πάνω, τότε οι τιμές και οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων των διαφόρων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα είναι παραπλήσιες και λελογισμένα θετικές ενώ η καμπύλη αποδόσεων των κρατικών ομολόγων θα λάβει ξανά την κανονική της θετική κλίση.

    Με την παραπάνω ανάλυση παρατηρούμε πόσο πολύ αλληλένδετες είναι η νομισματική με τη δημοσιονομική πολιτική. Η πιο βασική τους όμως κρίσιμη διαφορά στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ότι η μεν νομισματική πολιτική ασκείται κεντρικά από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η δε δημοσιονομική πολιτική από το κάθε κράτος ξεχωριστά. Αυτό είναι που καθιστά την Ευρωπαϊκή Ένωση τόσο ευάλωτη και το Ευρώ να προσελκύει σαν μαγνήτης τόσους επικριτές του και προφήτες του για τη διάλυσή του και την καταστροφή του και μάλιστα από διάσημους οικονομολόγους κατόχους βραβείου Νόμπελ οικονομίας, και από τις δύο κύριες κατευθύνσεις των οικονομικών τόσο φιλελεύθερους όσο και παρεμβατιστές. Όταν τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακολουθούν δημοσιονομικές πολιτικές εκτροχιασμού τότε αναγκαστικά η νομισματική πολιτική για να περισώσει αυτήν την κατάσταση άναρχης και επί τα χείρω δημοσιονομικής απόκλισης, ακολουθεί και αυτή επικίνδυνους ατραπούς όπως την άνευ ιστορικού προηγουμένου ποσοτική χαλάρωση που οδήγησε σε ιλιγγιώδη αύξηση του ισολογισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και στα αρνητικά επιτόκια.

    Εάν όμως τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιδείξουν αποφασιστικότητα και εφαρμόσουν με συνέπεια και ακρίβεια δημοσιονομικές πολιτικές πειθαρχίας και προσαρμογής, σύγκλισης των κρίσιμων δημοσιονομικών τους μεγεθών τότε αυτός ο ενάρετος δημοσιονομικός δρόμος, σε πρώτη φάση θα αμβλύνει τις πιέσεις που δέχεται η νομισματική πολιτική και σε δεύτερο βήμα θα άρει τα βάρη της Ευρωπαϊκής Τράπεζας που έχει επωμισθεί τόσα χρόνια με την ποσοτική χαλάρωση και στο τέλος θα οδηγήσει και την νομισματική πολιτική στον δρόμο της αρετής. Θα έχουμε καταφέρει δηλαδή να επιτύχουμε τη χρυσή τομή των δύο ευρωπαϊκών πολιτικών, δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής και θα είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε το μέγα εγχείρημα της δημοσιονομικής ολοκλήρωσης που κατάληξή της, τότε και μόνον τότε, θα είναι το Ευρώ-ομόλογο. Δεν μπορούσαμε να ζητάμε το Ευρώ-ομόλογο το 2012 αλλά ούτε και τώρα με τόσο μεγάλες δημοσιονομικές αποκλίσεις. Γι’ αυτό η Γερμανία δικαίως ανθίσταται για το Ευρώ-ομόλογο διότι αλλιώς οι δημοσιονομικά ενάρετες χώρες θα έπρεπε μονίμως να πληρώνουν τα σπασμένα δηλαδή τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό των απείθαρχων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Ευρώ-ομόλογο έπεται της δημοσιονομικής πειθαρχίας, προσαρμογής και της σύγκλισης, και ουδέποτε προηγείται αυτής και είναι αδιανόητο που κάποιοι ζητούσαν και μάλιστα μετά επιτάσεως να δημιουργηθεί το ευρωομόλογο στην έναρξη ή στην καρδιά της έκρηξης της κρίσης δημοσίου χρέους που ταλάνισε την Ευρωπαϊκή Ένωση και ακόμη την ταλανίζει. Μόνον έτσι μπορούμε να φθάσουμε στη δημοσιονομική ολοκλήρωση, η οποία μαζί με τη νομισματική μας ολοκλήρωση θα αποτελέσουν το διατεταγμένο ζεύγος που θα καταστήσει το Ευρώ ακλόνητο και την Ευρωπαϊκή Ένωση πανίσχυρη και θωρακισμένη απέναντι σε κάθε κρίση για να μπορέσει να συνεχίσει ανενδοίαστα την πολιτική της εμβάθυνση και διεύρυνση. 

    * Ο κ. Πάνος Ευαγγελόπουλος είναι Επίκουρος Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων