Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 10-Σεπ-2019 01:00

    Αρνητικά επιτόκια και ανταγωνιστικότητα

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Μελέτη Ρεντούμη

    Μία από τις κύριες πολιτικές που επιτελεί η ΕΚΤ και το ευρωσύστημα παίζοντας ένα καταλυτικό ρόλο στην ανταγωνιστικότητα των κρατών μελών, αλλά και της ίδιας της Ένωσης, είναι η νομισματική πολιτική με την αντίστοιχη πολιτική επιτοκίων που ακολουθείται τα τελευταία χρόνια.

    Είναι γεγονός ότι εδώ και αρκετά χρόνια, κυρίως κατά την διάρκεια της οικονομικής κρίσης, η ΕΚΤ αποφάσισε αφενός να κρατήσει τα βασικά επιτόκια χαμηλά και αφετέρου να προσφέρει φθηνή ρευστότητα στις συστημικές τράπεζες της Ευρωζώνης, μέσω της ποσοτικής  χαλάρωσης QE, που εφαρμόστηκε κατά κόρον με σημαντικές αγορές ομολόγων αξίας δισεκατομμυρίων ευρώ κάθε μήνα.
    Το αποτέλεσμα όμως της νομισματικής πολιτικής, έχει πάντα δύο όψεις και δεν είναι μονοσήμαντο, με αποτέλεσμα σε αρκετές περιπτώσεις να δημιουργούνται παρενέργειες στην οικονομία και στα μακροοικονομικά μεγέθη ισχυρών κρατών μελών.

    Μία από τις βασικότερες συνέπειες της χαλαρής νομισματικής πολιτικής,  είναι τα αρνητικά επιτόκια τα οποία είναι υποχρεωμένες να τηρούν όλες οι τράπεζες με αποτέλεσμα, αντί να έχουν έσοδο από την ρευστότητα που εμπιστεύονται σε λογαριασμό στην ΕΚΤ, να πληρώνουν για τα χρήματα που επί της ουσίας εξάγουν.

    Το αυξημένο κόστος για τις τράπεζες, δημιουργεί μείωση της κερδοφορίας τους, με αποτέλεσμα ακόμη και η φθηνή ρευστότητα που έπαιρναν μέσω του QE να μετριάζεται.

    Πλέον με τον τερματισμό του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης και τις συζητήσεις για επανεκκίνησή του, με τη νέα διοίκηση της ΕΚΤ, οι τράπεζες έχουν σημαντικό κόστος λόγω των αρνητικών επιτοκίων, καθώς είναι αμφίβολο αν τελικά το κόστος αυτό καλύπτεται από τις αυξημένες χορηγήσεις που πραγματοποιούν λόγω των χαμηλών επιτοκίων αναφοράς.
    Οι χώρες που έχουν αυξημένο πιστωτικό ρίσκο, όπως η Ελλάδα, σίγουρα δεν επωφελούνται από ένα παρατεταμένο καθεστώς αρνητικών επιτοκίων, ιδίως αν δεν έχουν πρόσβαση στο QE και τα ελληνικά ομόλογα δεν εντάσσονται στην επενδυτική βαθμίδα.

    Με βάση τα παραπάνω, γίνεται κατανοητό ότι η ΕΚΤ σε συνεργασία με την Κομισιόν και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες, οφείλει να βρει μία λύση για το θέμα, ώστε να μετριάσει τις απώλειες του ευρωσυστήματος και να προασπίσει έτσι και την αύξηση των καταθέσεων των εμπορικών τραπεζών.

    Μία σημαντική λύση, θα ήταν να εφαρμοστεί ένα σύστημα διακριτών ή πολλαπλών επιτοκίων, όσον αφορά την υπερβάλλουσα ρευστότητα που είναι διατεθειμένες οι εμπορικές τράπεζες να δίνουν προς την ΕΚΤ. 

    Ουσιαστικά θα μπορούσε η ΕΚΤ να ορίσει ένα πολλαπλάσιο επί των ελάχιστων ρευστών διαθεσίμων που είναι υποχρεωμένες να διακατέχουν οι τράπεζες, ώστε πέρα από αυτό το όριο, οι καταθέσεις να χρεώνονται με ένα επιτόκιο, που θα είναι η συνέπεια του αρνητικού επιτοκίου σε μέρος μόνο της ρευστότητας.
    Αυτή η λογική, σε συνδυασμό τόσο με αναπτυξιακά δημοσιονομικά μέτρα της Κομισιόν, αλλά και της ολοκλήρωσης των ενεργειών της Τραπεζικής Ένωσης και του συστήματος εγγύησης καταθέσεων, θα δημιουργήσει μία νέα δυναμική στην ΕΕ και θα καταστήσει τις ευρωπαϊκές και κατ’επέκταση τις ελληνικές τράπεζες πιο ανταγωνιστικές, απελευθερώνοντας σημαντική ρευστότητα προς την πραγματική οικονομία, που το έχει απόλυτη ανάγκη για την έξοδο από την στασιμότητα.

    Ο κ. Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων