Συνεχης ενημερωση

    Σάββατο, 20-Ιουλ-2019 10:14

    Αναμνήσεις από έναν σεισμό διάρκειας 44 ημερών

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Αφροδίτης Αλ Σάλεχ

    Κάθε φορά που γίνεται ένας σεισμός, αφού βεβαιωθώ πως όλοι είναι καλά, ο νους μου άθελά μου τρέχει στις μνήμες εκείνες που δεν είναι άλλες από τον σεισμό της Θεσσαλονίκης του 1978. Μπορεί να ήμουν πολύ μικρή αλλά καμία άλλη παιδική ή και εφηβική ανάμνηση δεν είναι τόσο έντονη.

    Δεν θυμάμαι πώς ξεκίνησαν όλα, δεν θυμάμαι τον πρώτο σεισμό. Θυμάμαι όμως τα πάντα (ή έτσι νομίζω) από την επομένη του πρώτου σεισμού μέχρι τον κύριο σεισμό – μια περίοδος που κράτησε κάτι λιγότερο από 2 μήνες, 44 μέρες : 8 Μαΐου – 20 Ιουνίου 1978.

    Ο σεισμός της Θεσσαλονίκης είχε ένα μοναδικό χαρακτηριστικό, θα θυμάστε ίσως. Ενώ ο πρώτος σεισμός ήταν μεγάλος και όλοι στην αρχή πίστευαν πως ήταν ο κύριος, οι αναμενόμενοι "μετασεισμοί" που ακολουθούσαν οδηγούσαν σε έναν μη αναμενόμενο ακόμα μεγαλύτερο σεισμό. Κάθε φορά που λέγαμε πως αυτός είναι ο κύριος σεισμός, μετά από λίγες μέρες μικρότερων σεισμικών δονήσεων (τα γνωστά Ρίχτερ) ερχόταν ένας μεγαλύτερος από τον προηγούμενο μεγάλο... και αυτό συνεχίζονταν.

    Η ζωή όμως εκείνες τις πολύ δύσκολες 44 μέρες, όσο παράδοξο και να ακούγεται, ήταν ένα συνεχές γλέντι. Ένα ασταμάτητο γλέντι για να ξορκίσουμε τον φόβο του θανάτου. Κάθε ένας ζούσε την κάθε μέρα σα να μην υπήρχε επόμενη - Όταν πολλά χρόνια είχα διαβάσει την περίφημη φράση του Εμπειρίκου στο ποίημα του "...έκαμαν οίστρο της ζωής το φόβο του θανάτου" ήξερα πολύ καλά για τι μίλαγε. Ήταν η παιδική μου ηλικία.

    Οι μέρες πέρναγαν με ατελείωτες συζητήσεις για το πόσα Ρίχτερ ήταν ο μετασεισμός και πότε θα έρθει ο επόμενος. Είχαμε γίνει, μικροί και μεγάλοι, ειδικοί. Λέξη σκληρή δεν έλεγε κανείς σε κανέναν. Κανείς δεν ήξερε τι θα φέρει η επόμενη ώρα και τα καλά λόγια που δεν είχαν ειπωθεί μέχρι τότε μοιράζονταν απλόχερα, ενώ οι πίκρες εξαφανίζονταν. Λέξεις που θα πλήγωναν δεν είχαν χώρο και τη θέση τους έδινα εξομολογήσεις αγάπης και κρυμμένα μυστικά. Αλλά και οι σκοτούρες δεν είχαν θέση. Ας τελειώσει όλο αυτό, να ζούμε, και βλέπουμε, ήταν η φράση που θυμάμαι να ακούγεται συχνά από τα χείλη των μεγάλων.

    Κι όταν έφτανε το σούρουπο και ξεκίναγαν οι πιο δύσκολες ώρες, αυτές της νύχτας, οι Θεσσαλονικείς κατέκλυζαν τις ταβέρνες. Γεμάτες όλες οι ταβέρνες μέχρι πολύ αργά τη νύχτα. Κανείς δεν ήθελε να πάει σπίτι. Τα σπίτια δεν ήταν ασφαλή και η μοναξιά δεν ήταν φίλη τις μέρες εκείνες. Κανείς δεν την ήθελε.

    Κι όταν πηγαίναμε πια για ύπνο- συχνά εμείς, τα παιδιά, κοιμόμασταν ήδη σε κάποια αγκαλιά ενός μεγάλου στην ταβέρνα- θυμάμαι τη μαμά να μας ντύνει και να μας εξοπλίζει για τον ύπνο: Ντυνόμασταν όλοι με ρούχα σωστά – παντελόνι, μπλούζα, παπούτσια - και η ζακέτα παραδίπλα. Και πάνω στο κρεβάτι, δίπλα στο προσκεφάλι να υπάρχει πάντα ο φακός, η σφυρίχτρα και ένα μπουκάλι νερό. Σ’ αγαπώ, όλα θα πάνε καλά, κοιμήσου ...

    Τις οδηγίες, όλοι, μικροί και μεγάλοι, τις ξέραμε καλά. Όταν γίνεται ο σεισμός ποτέ δεν βγαίνουμε στο μπαλκόνι, ποτέ δεν κατεβαίνουμε σκάλες, μπαίνουμε κάτω από το κρεβάτι ή το τραπέζι ή τα κουφώματα και, προσοχή, όχι πανικός. Ψυχραιμία. Στο χέρι πάντα η σφυρίχτρα, ο φακός και το νερό. Και όταν ο σεισμός σταμάταγε, με προσοχή όλοι έπρεπε να βγούμε σε ξέφωτο. Τα σημεία τα ξέραμε. Όπου και να ήμασταν ξέραμε ποιο ήταν το σημείο το ασφαλές κάθε φορά. Στη μέση ενός πάρκου ή μιας αλάνας, μακριά από σπίτια.

    Και φυσικά όλοι μα όλοι δίναμε μεγάλη σημασία στα γαβγίσματα των σκύλων. Όταν ακούγαμε σκύλους να γαβγίζουν χωρίς προφανή λόγο ... προετοιμαζόμασταν. Οι σκύλοι ένιωθαν...

    Οι μέρες πέρναγαν και ο ψίθυρος ότι έρχεται ο μεγαλύτερος σεισμός που θα καταστρέψει την πόλη, δυνάμωνε. Κάποιοι μιλάγανε για εκκένωση της πόλης. Μα όσο δυνάμωνε ο ψίθυρος δυνάμωναν και τα γέλια, η πίστη στη ζωή για όσο κρατήσει.

    Και κάπως έτσι ήρθε στο βράδυ της 20ης Ιουνίου. Εμάς, την οικογένεια σε ευρεία σύνθεση, μας βρήκε, (που αλλού;) σε μια ταβέρνα όπως και χιλιάδες Θεσσαλονικείς. Θυμάμαι, πάντα θα θυμάμαι, να είμαι στο διάνοιγμα μεταξύ των δύο πολυκατοικιών και να παίζω με άλλα παιδιά. Θυμάμαι τον ξάδελφό μου να μας φωνάζει "ελάτε, ήρθαν οι πατάτες" - ως δέλεαρ στην πρώτη άρνηση να ανταποκριθούμε στις εκκλήσεις των μεγάλων να καθίσουμε στο τραπέζι, να φύγουμε από εκεί. Κι έτσι, ενδίδοντας στις τηγανιτές πατάτες, βγαίνω, τελευταία, από το διάνοιγμα. Και εκείνη τη μόλις στιγμή, θυμάμαι να ακούω τη βοή του σεισμού, θυμάμαι να κοιτάζω πίσω και να βλέπω στο διάνοιγμα να πέφτει η πλάγια τζαμαρία της ταβέρνας, να γίνεται θρύψαλα. Θυμάμαι να με αρπάζει η μαμά μου στον αέρα κυριολεκτικά, κρατώντας την αδελφή μου στην αγκαλιά, και να μας βγάζει στο ξέφωτο τρέχοντας. Θυμάμαι κραυγές με ονόματα – ο ένας να ψάχνει τον άλλον. Φωνές και κλάματα. Οι σκύλοι να γαβγίζουν. Θυμάμαι, έτσι όπως μας πήρε ο μπαμπάς από τα χέρια της, να χάνω τη μαμά μου από το οπτικό πεδίο μέσα στον πολύ κόσμο και να νομίζω πως είχε ανοίξει η γη και την κατάπινε, και εγώ να της φωνάζω...Ευτυχώς είχε απλώς λιποθυμήσει.

    Όλοι ξέραμε πως αυτός ήταν ο μεγάλος σεισμός.

    Δεν θυμάμαι άλλα από το βράδυ εκείνο. Μόνο το βουητό του σεισμού ανάκατο με τις κραυγές των ανθρώπων. Ο φόβος. Και κάπως, αρκετές ώρες αργότερα, βρεθήκαμε μακριά, στην παραλία της Αγίας Τριάδας, θέρετρο τότε των Θεσσαλονικέων, μακριά από την πληγωμένη πόλη, να ξαγρυπνάμε.

    Την επομένη οι μεγάλοι πήγανε στο σπίτι. Μας είπαν πως δεν ήταν κατοικήσιμο. Λίγο αργότερα μας είπαν πως ήταν κόκκινο, δηλαδή απαγορευόταν να μπούμε. Το σπίτι μας άλλωστε, μας λέγανε, ήταν κοντά στην "πολυκατοικία του Νίκου", στην πολυκατοικία εκείνη που είχε καταρρεύσει.

    Δεν είχαμε που να μείνουμε όπως και χιλιάδες άλλοι Θεσσαλονικείς. Ο κρατικός μηχανισμός όμως ήταν έτοιμος. Μοιράστηκαν αντίσκηνα, οριοθετήθηκαν οι χώροι "διαμονής", πρόσκοποι και στρατός καθημερινά μοίραζαν φαγητό και ρούχα αλλά και παιχνίδια - εμείς μέναμε σε σκηνή στο πάρκο της Κρήτης. Αυτό συνεχίστηκε για μήνες. Ο ένας στήριζε τον άλλο. Ήμασταν οι σεισμόπληκτοι.

    Η πόλη προσπαθούσε για καιρό να επουλώσει τις πληγές για τους συμπολίτες μας που χάθηκαν. Για τους τραυματίες. Για τις περιουσίες που χάθηκαν. Για την ανεύρεση χώρων μόνιμης διαμονής πριν έρθει ο χειμώνας. Και τα κατάφερνε σιγά σιγά. Οι σκοτούρες άρχισαν να επανεμφανίζονται μαζί με την κανονικότητα.

    Τα χρόνια πέρασαν. Πολλά ξεχάστηκαν. Εγώ όμως ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτόν τον "οίστρο της ζωής" που ζήσαμε εκείνες τις 44 μέρες και λίγο μετά.

    Έκτοτε έχω ζήσει φυσικά, όπως όλοι μας, κι άλλους σεισμούς, μικρούς ή μεγάλους, όπως τον σεισμό της Αθήνας του 1999. Είτε όμως είναι στον τόπο που ζω, είτε απλώς ακούω με τρόμο για τους σεισμούς που χτυπάνε συμπολίτες μας σε άλλα μέρη της Ελλάδας, πάντα μα πάντα στο νου μου έρχονται οι 44 εκείνες μέρες.

    Γιατί σας τα λέω όλα αυτά; Δεν ξέρω... από ανάγκη δική μου ίσως για να ξορκίσω τον φόβο που ένιωσα, που νιώσαμε όλοι στην Αθήνα εχθές το μεσημέρι όταν ακούστηκε αυτό το γνώριμο βουητό του θανάτου. Ευτυχώς δίχως απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.

    Και το κλισέ του επιλόγου δεν μπορεί πάρα να είναι πως τίποτα μα τίποτα δεν έχει περισσότερη σημασία από τις ανθρώπινες ζωές. Μα καλό είναι που και που να θυμόμαστε τον φόβο αυτόν που γίνεται οίστρος ζωής.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων