Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 01-Ιουλ-2019 00:04

    Ο λαϊκισμός ως στρατηγική επιλογή

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Ευάγγελου Δ. Στραβέλα

    Ο λαϊκισμός βρίσκεται κάτω από μεγαλύτερη κριτική και μελέτη από ποτέ, αφού η διάδοση του έχει συμβεί ταυτόχρονα σε όλες σχεδόν τις δημοκρατίες σε όλο τον κόσμο. Πολλές πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις σε ευρωπαϊκές χώρες είδαν την εμφάνιση λαϊκίστικών κομμάτων και υποψηφίων, αλλά η νίκη του Donald Trump στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ το 2016 αντιπροσωπεύει ίσως το σημαντικότερο γεγονός. Αντί να ασχοληθεί κάποιος από την "πλευρά  της ζήτησης" για το τι μπορεί να προκάλεσε αυτό το κύμα λαϊκισμού, θα μπορούσε να επικεντρωθεί στην περιγραφή της "στρατηγικής προσφοράς", δηλαδή στην επιλογή του λαϊκισμού ως πολιτικής στρατηγικής που υιοθετείται από ορθολογικούς πολιτικούς υποψήφιους..

    Οι λαϊκιστές πολιτικοί συχνά παρουσιάζονται ως αντί-ελίτ, όπου η ελίτ περιγράφεται ως διεφθαρμένη και υπεύθυνη για όλα τα προβλήματα της χώρας. Αυτή η συνιστώσα της λαϊκίστικης στρατηγικής είναι καθιερωμένη και, ιστορικά, υπήρξε σε όλες τις εκδηλώσεις του λαϊκισμού. Μια συμπληρωματική συνιστώσα της λαϊκίστικης ρητορικής είναι η εστίαση σε μια συγκεκριμένη επείγουσα ανάγκη του λαού. Εάν όλο και περισσότεροι πολιτικοί σε έναν αυξανόμενο αριθμό χωρών υιοθετούν λαϊκίστική ρητορική, πρέπει να είναι επειδή αντιλαμβάνονται μια τέτοια πολιτική στρατηγική ως ανταμοιβή από τους ψηφοφόρους. Εν ολίγοις, οι υποψήφιοι χρησιμοποιούν λαϊκισμό για να μεγιστοποιήσουν την αποτελεσματικότητα των πολιτικών εκστρατειών, ως αποτέλεσμα στρατηγικών εκτιμήσεων, δηλαδή, ο λαϊκισμός χρησιμοποιείται ως εργαλείο κινητοποίησης ή πειθούς κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας 

    Το κύριο θέμα που πρέπει να αντιληφθούμε είναι ότι ο λαϊκισμός, μπορεί να χρησιμοποιηθεί στρατηγικά από ορθολογικούς πολιτικούς στις προεκλογικές εκστρατείας εναντίων συστημικών κυρίως πολιτικών αντιπάλων ή εναντίον ενός κατεστημένου.  Η αλληλεπίδραση των πολιτικών και οικονομικών συνθηκών έχει σαφή επίδραση στις αποφάσεις του υποψηφίου σε επίπεδο λαϊκιστικού περιεχομένου. Συγκεκριμένα, σε χώρες με μεγάλη οικονομική ανασφάλεια και όπου οι εκλογές είναι κοντά, ένας "εξωγενής" ή αλλιώς μη συστημικός πολιτικός είναι πρόθυμος να επενδύσει πλήρως στη λαϊκίστική ρητορική. Η οικονομική ανασφάλεια συνδέεται με την αύξηση της προσφοράς λαϊκίστικης ρητορικής. Όταν η πιθανότητα νίκης είναι χαμηλή, ωστόσο, το πιθανό μακροπρόθεσμο κόστος φήμης που συνδέεται με τη χρήση λαϊκίστικης ρητορικής δεν μπορεί να αντισταθμιστεί από το όφελος που εξαρτάται από την εκλογή. Επιπλέον, ο λαϊκισμός είναι πιο διαδεδομένος σε χώρες με ισχυρή ιδεολογική κλίση και όπου οι εκλογές είναι κοντά.

    Κατά μία έννοια, μπορούμε να σκεφτούμε τον λαϊκισμό ως μεταβλητή επιλογής και όχι ως σταθερό χαρακτηριστικό ενός υποψηφίου, καθώς ο ίδιος υποψήφιος σε διαφορετικά χρονικά σημεία μπορεί να εκφωνήσει ομιλίες σε διαφορετικά επίπεδα λαϊκιστικού περιεχομένου(πολύ υψηλά ή πολύ χαμηλά). Ο λαϊκισμός δεν συνδέεται με μια συγκεκριμένη θέση σε ένα κλασικό αριστερό-δεξιό πολιτικό φάσμα, αλλά μάλλον χαρακτηρίζεται ως ρητορικό στυλ. Δηλαδή, οι λαϊκιστές πολιτικοί έχουν μια στρατηγική αντίληψη  στην προσφορά λαϊκίστικης ρητορικής και τη χρησιμοποιούν ως εργαλείο για τη μεγιστοποίηση της αναμενόμενης ωφέλειάς τους και την αύξηση των πιθανοτήτων για εκλογική επιτυχία, το δε περιεχόμενο τη ρητορικής των υποψηφίων προσαρμόζεται στην αναμενόμενη λανθάνουσα ζήτηση για λαϊκισμό στο συγκεκριμένο κοινό.

    Αν θέλαμε να εξατομικεύουμε τα τρία βασικά συστατικά που εμπλέκονται στον υπολογισμό κόστους / οφέλους κατά τον προσδιορισμό του βαθμού ή της έντασης της λαϊκίστικης ρητορικής αυτά θα ήταν: (1) το επίπεδο ζήτησης του ακροατηρίου στόχου για πολιτικές βραχυπρόθεσμης προστασίας, (2) το επίπεδο αξιοπιστίας του υποψηφίου να πιέσει για τέτοιες πολιτικές και (3) το μέγεθος του αναμενόμενου κόστους φήμης του υποψηφίου όταν συνδέεται με απλοϊκές λαϊκίστικες πολιτικές όπως το άνευ όρων άνοιγμα ή κλείσιμο των συνόρων, κλείσιμο των αγορών και εγκατάλειψη των διεθνών θεσμών.

    Όσον αφορά το πρώτο συστατικό, της ζήτησης, η οικονομική ανασφάλεια είναι ένας
    σημαντικός οδηγός του λαϊκίστικου συναισθήματος. Κύριο γνώρισμα αποτελεί το ότι ένας μεγάλος αριθμός ψηφοφόρων υποστηρίζει υποψηφίους που υπογραμμίζουν την αντίθεση μεταξύ ελίτ και πολιτών και προτείνουν πολιτικές που σχετίζονται με τη βραχυπρόθεσμη προστασία.  Η οικονομική ανασφάλεια είναι επίσης ένας σημαντικός καθοριστικός παράγοντας για τη μείωση της εμπιστοσύνης στα εθνικά και ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. 

    Σχετικά με το δεύτερο συστατικό, την αξιοπιστία, ένα συγκεκριμένο σύνολο χαρακτηριστικών τονίζει τη σχέση μεταξύ της προσφοράς λαϊκισμού και των εγγενών χαρακτηριστικών των μη παραδοσιακών κομμάτων και των υποψηφίων. Αυτό οδηγεί σε ένα περίγραμμα τόσο των κοινών χαρακτηριστικών όσο και του πολιτικού καθεστώτος που χαρακτηρίζουν τους λαϊκιστές πολιτικούς. Τα περισσότερα από αυτά τα χαρακτηριστικά υποδηλώνουν σταθερά ότι η περιορισμένη πολιτική εμπειρία σχετίζεται με υψηλότερα επίπεδα λαϊκισμού. Μπορούμε να θεωρήσουμε  ότι οι λαϊκιστές πολιτικοί είναι κατά μέσο όρο νεότεροι και εξωγενείς στην παραδοσιακή πολιτική. Πράγματι, ένα κρίσιμο στοιχείο της χρήσης της λαϊκίστικης ρητορικής είναι η ικανότητα του υποψήφιου να διεκδικήσει ασυνέχεια μεταξύ του εαυτού του και της υφιστάμενης πολιτικής ελίτ. Με αυτόν τον τρόπο, οι υποψήφιοι που δεν έχουν προηγούμενη πολιτική εμπειρία πρέπει να ευνοούνται όταν χρησιμοποιούν μια λαϊκίστικη στρατηγική.

    Αναφορικά με το τρίτο συστατικό, το αναμενόμενο κόστος φήμης είναι υψηλότερο όταν η πιθανότητα νίκης είναι χαμηλή και οι συνέπειες που υπόκεινται στην απώλεια είναι υψηλές. Η χρήση του λαϊκισμού μπορεί να συνεπάγεται κόστος στη φήμη αλλά και πολιτικό κόστος. Η χρησιμοποίηση της λαϊκίστικης ρητορικής σε μια προεκλογική εκστρατεία μπορεί να σηματοδοτήσει χαμηλότερη ικανότητα, την οποία οι ψηφοφόροι συσχετίζουν συνήθως με το στερεότυπο των λαϊκιστών υποψηφίων. Οι υποψήφιοι που επιδιώκουν να πείσουν και να κινητοποιήσουν τους αναποφάσιστους ψηφοφόρους με ισχυρές λαϊκίστικες θέσεις, διακινδυνεύουν το πρόσθετο πολιτικό κόστος να αποξενώσουν βασικούς υποστηρικτές τους.

    Εθνικά και περιφερειακά χαρακτηριστικά, όπως η οικονομική ανασφάλεια (δίχως να είναι η μοναδική αιτία), καθορίζουν εάν η πιθανότητα νίκης είναι υψηλότερη με μια λαϊκίστικη δέσμευση ή με μια παραδοσιακή πολιτική πλατφόρμα για το κόμμα του υποψηφίου. Όταν η πιθανότητα νίκης είναι μεγαλύτερη με μια λαϊκίστικη πλατφόρμα, οι υποψήφιοι  αντιμετωπίζουν ένα δίλλημα (trade-off).  Αφενός, τα εκλογικά κίνητρα παρακινούν υψηλότερη προσφορά, από την άλλη πλευρά, υπάρχουν κόστη που πρέπει να εξεταστούν κατά την υιοθέτηση αυτής της στρατηγικής: (i) μειωμένη φήμη στο μυαλό των ψηφοφόρων με διαφορετικό όραμα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ή με μια πεποίθηση ότι όσοι προσφέρουν απλοϊκά σχέδια πρέπει να είναι χαμηλότερης ικανότητας. ii) πολύ μειωμένη πιθανότητα μελλοντικής σταδιοδρομίας που θα μπορούσε να εξαρτάται από τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ και (iii) κόστος απογοήτευσης και μείωσης της υποστήριξης από την άποψη της απόκλισης από τον ιδεολογικό πυρήνα του κόμματος. Εάν η πιθανότητα νίκης είναι αρκετά υψηλή, τα βραχυπρόθεσμα εκλογικά οφέλη μπορούν να κυριαρχήσουν στο μελλοντικό κόστος. Ως αποτέλεσμα, είναι αναμενόμενη η συχνότερη χρήση λαϊκίστικης στρατηγικής σε περιοχές-χώρες που πλήττονται από σοκ οικονομικής ανασφάλειας και όπου ο προεκλογικός ανταγωνισμός είναι ιδιαίτερα δύσκολος.

    Η ιδεολογική κλίση της περιφέρειας ή ιδεολογική παράδοση της χώρας  είναι επίσης πιθανό να διαδραματίσουν κάποιο ρόλο στη λαϊκίστική στρατηγική του υποψηφίου. Πρώτον, εάν μια περιφέρεια έχει ισχυρή ιδεολογική διάσπαση, δηλαδή οι προτιμήσεις των εκλογέων είναι πολωμένες στην αριστερά-δεξιά διάσταση, τότε είναι λιγότερο πιθανό ότι η λαϊκίστικη ρητορική θα επηρεάσει αρνητικά την κινητοποίηση των βασικών υποστηρικτών. Δεύτερον, ένας "εξωγενής", αντισυμβατικός υποψήφιος μπορεί να είναι πιο επιρρεπής σε επιθετική αντί-ελίτ ρητορική όταν ο ελίτ αντίπαλός του αντανακλά πολύ διαφορετικές πολιτικές προτιμήσεις.

    Και οι δύο μηχανισμοί συμβάλλουν στη μείωση του κόστους που συνδέεται με τη λαϊκίστικη ρητορική. Ως αποτέλεσμα, θα πρέπει να αναμένουν συχνότερη χρήση λαϊκίστικης στρατηγικής σε περιοχές με ισχυρότερη ιδεολογική κλίση και όπου η προεκλογική περίοδος είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστική.

    Από το παραπάνω σχηματοποιημένο πλαίσιο προκύπτουν δύο συμπεράσματα:

    (i) Η προσφορά λαϊκισμού ανταποκρίνεται στην οικονομική ανασφάλεια των "εξωγενών" πολιτικών σε ανταγωνιστικές εκλογικές περιφέρειες.
    (ii) Η προσφορά λαϊκισμού ανταποκρίνεται στην ιδεολογική κλίση για τους "εξωγενείς" σε ανταγωνιστικές εκλογικές περιφέρειες.

    Οι υποστηρικτικές ενδείξεις αυτών των συμπερασμάτων  επιβεβαιώνουν την ύπαρξη στρατηγικής χρήσης του λαϊκισμού στην προεκλογική εκστρατεία


    * Ο κ. Ευάγγελος Δ. Στραβέλας είναι οικονομολόγος με κύρια ερευνητικά ενδιαφέροντα τη νομισματική οικονομία, διεθνή μακροοικονομία και μακροοικονομετρία. 

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων