Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 15-Φεβ-2019 00:03

    Ένα ελληνικό (διατροφικό και επιχειρηματικό) αναπάντητο

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Γιώργου Ι. Κωστούλα

    Ο Τ. Κυριακίδης ερευνητής στη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης του πανεπιστημίου Γέιλ, και ο Βασίλης Βασιλείου διευθυντής του τμήματος Περιβαλλοντικών Επιστημών Υγείας στο Γέιλ, έχουν ένα όραμα: Να δημιουργήσουν ένα Διεθνές Ινστιτούτο Ελαιολάδου υπό την αιγίδα του Γέιλ. 

    Η αναγγελία της προσπάθειας, όπως μαθαίνουμε από άρθρο της  Γ. Επτακοίλη στην Καθημερινή, έγινε σε ομιλία του πρώτου, κατά τη διάρκεια διήμερου συμποσίου για το ελαιόλαδο και την υγεία, στο φημισμένο πανεπιστήμιο. Το κοινό του ήταν άνθρωποι, κορυφαίοι στον τομέα τους, χημικοί, γιατροί, διατροφολόγοι, σεφ, γευσιγνώστες, αλλά και επαγγελματίες από τον χώρο του ελαιολάδου. 

    Οι δυο εισηγητές της ιδέας, διαθέτοντας τις γνώσεις και τις επαφές, ως μέλη ενός σπουδαίου δικτύου επιστημόνων και ερευνητών, έχουν τη δηλωμένη φιλοδοξία να  δημιουργήσουν ένα μηχανισμό που θα στηρίξει την έρευνα, θα γεννήσει νέες ιδέες και θα κάνει ακόμη πιο ζωηρό το ενδιαφέρον του κόσμου για το ελαιόλαδο. 

    Kαι ενώ αυτά συμβαίνουν στο Γειλ, γύρω από το εθνικό μας προϊόν, ερήμην μας φυσικά, εμείς εδώ, η τρίτη χώρα παραγωγής ελαιολάδου στον κόσμο (!), τί κάνουμε, ή μάλλον, τί ξέρουμε γι’ αυτό; Αυτό συνιστά και το ελληνικό αναπάντητο του τίτλου.

    Αντλώ τα παρακάτω και από κείμενα του "Δειπνοσοφιστή”: Ζούμε σε ένα τόπο κυριολεκτικά πλημμυρισμένο από ελαιόδεντρα, με μια κατά κεφαλήν ετήσια κατανάλωση ελαιολάδου δέκα πέντε κιλών, τη μεγαλύτερη παγκοσμίως - με μια κουζίνα που βασίζεται αποκλειστικά σχεδόν στο ελαιόλαδο και μια "εθνική” ιδεολογία που ανάγει το ελαιόλαδο σε ένα από τα θεμέλια της πολιτιστικής μας ιδιοπροσωπίας. 

    Από τις αρχαίες σπονδές, μέχρι το ευχέλαιο, το βάπτισμα, το χρίσμα της χριστιανικής λατρείας, το λαδάκι αποτέλεσε ένα μόνιμο σχεδόν τελετουργικό υλικό. Και ιερό βεβαίως: "του ιλαρίναι πρόσωπον εν ελαίω”, με το άναμμα των καντηλιών. 

    Ας σταθούμε λίγο ακόμα στην πολιτιστική διάσταση του εμβληματικού προϊόντος μας:  Οι παλιότεροι, που χρησιμοποιούσαν το λάδι και ως φωτιστικό μέσο, έλεγαν, για ένα βιβλίο που για να γραφτεί χρειάστηκε πολύ κόπο, ότι "όζει λυχνιών”. Το αντίθετο, αν το βιβλίο δεν άξιζε και πολλά πράγματα, έλεγαν ότι "ο συγγραφέας του κατανάλωσε το λάδι του τζάμπα”. Υπάρχει και λατινική, αντίστοιχη έκφραση: "oleum perdidi”. Ωστόσο υπάρχει και η άποψη ότι η τέχνη δικαιώνεται μόνο όταν "ου ζητεί τα εαυτής”. Δηλαδή, το έργο τέχνης πρέπει να κρύβει τον κόπο του. Τίποτα, με άλλα λόγια, να μην "όζει λυχνίας”. Μόνο οι καλλιτέχνες, μόνο οι δημιουργοί, μόνο αυτοί να ξέρουν, πόσο λάδι έκαψε ο λύχνος τους.

    Το ελαιόλαδο, λοιπόν, σεπτόν και αιδέσιμο δευτερογενές προϊόν της ελιάς, ενός δέντρου - δώρου της θεάς της σοφίας στην Αθήνα, που ταυτιζόταν με τον πολιτισμό. Και ως πρωτογενές προϊόν, όμως, η ελίτσα μας, προσφέρει το αξεπέραστο και διαχρονικό ελληνικό προσφάγι, συνώνυμο της πορείας ενός λιτοδίαιτου λαού. Τόσο λιτοδίαιτου που, έχοντας συναίσθηση της σπουδαιότητάς του, και παρόλη την ευλογημένη επάρκεια σ’ αυτό, η χρήση του λαδιού από το λαό μας ήταν μεν απλόχερη, ποτέ όμως σπάταλη.  

    Mε όλη αυτή τη βαθιά και πυκνή σχέση, δεν θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι οι Έλληνες είναι οι βαθύτεροι γνώστες των μυστικών της ελιάς και του λαδιού, ως περιούσιος λαός τους; 

    Και όμως, (με τα λόγια και πάλι του πρύτανη της καθ’ ημάς γαστρονομίας): Οι αγρότες - παραγωγοί από τη μια πλευρά και οι καταναλωτές από την άλλη συναγωνίζονται σε άγνοια και αδιαφορία. Η "σοφία”, η "γνώση” και το "μεράκι” των πρώτων εξαντλούνται στο να μαζευτούν, όπως όπως, οι ελιές και να μεταφερθούν στο πλησιέστερο ελαιοτριβείο. Η καλλιέργεια των δέντρων, οι τρόποι συγκομιδής, έκθλιψης, αποθήκευσης και συσκευασίας, η επιδίωξη την υψηλής ποιότητας, όλα αυτά αποτελούν λεπτομέρειες, ανάξιες της προσοχής τους. 

    Αντιστοίχου βάθους είναι και η "εξοικείωση”, ή η γνώση του λαδιού από την πλευρά των καταναλωτών: Αρκεί η εδραία πεποίθηση ότι τα λάδια είναι όλα ίδια, εξαιρέσει ίσως εκείνων, τα οποία είναι εμφανώς ανυπόφορα. 

    Για τον Έλληνα το λάδι δεν έχει οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, δεν έχει άρωμα, γεύση, χρώμα, δεν έχει φρεσκάδα δεν έχει ήπιο ή δυναμικό χαρακτήρα και, κατά συνέπεια, το λάδι δεν προσφέρεται για διαφορετικές, κατά περίπτωση, χρήσεις. Και ο παραλογισμός συνεχίζεται: Παρά την παχυλή άγνοιά μας, τόσο για τα μυστικά, όσο και τις αρετές και τα ελαττώματα του ελαιολάδου, επιμένουμε να προμηθευόμαστε το "λαδάκι” μας από την πηγή, χύμα μέσω των συγγενών μας, των φίλων και γνωστών - αγνώστων. 

    Εραστές μιας κακώς εννοούμενης "αυθεντικότητας”, θύματα μιας φαντασίωσης που εξιδανικεύει το χωριό, τους ελαιώνες και τα αγροτικά ήθη, αδιαφορούμε για την έλλειψη τεχνογνωσίας και εκτιθέμεθα στο συχνό ενδεχόμενο μιας οδυνηρής εξαπάτησης.

    Όταν πάλι αναγκαζόμαστε να προμηθευτούμε το λάδι μας από τα σούπερ μάρκετ βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια σειρά γρίφων: "εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο”, "αγνό παρθένο ελαιόλαδο”, "ελαιόλαδο”, "ραφιναρισμένο ελαιόλαδο”. 

    Πρόκειται για τις διαβαθμίσεις ποιότητας που αναγράφονται στις ετικέτες των μπουκαλιών, σύμφωνα προφανώς με κάποιους κανονισμούς, και οι οποίες, ιεραρχώντας τα ελαιόλαδα με την προαναφερόμενη σειρά, έχουν σκοπό, υποτίθεται, να διαφωτίσουν και να καθοδηγήσουν τους καταναλωτές. Ωστόσο χωρίς αποτέλεσμα. Για παράδειγμα, με ποια λογική ένας καταναλωτής πρέπει να καταλάβει ότι η παρθενιά θεωρείται ανώτερη της αγνότητας; 

    Το θέμα, φυσικά, δεν τελειώνει εδώ. Αν μη τι άλλο, υπάρχει ένα δεύτερο, δραματικότερο αυτό, ελληνικό αναπάντητο: Πως γίνεται εμείς να πουλάμε-εξάγουμε το ελαιόλαδό μας σε καραβιές, με τον τόνο, και οι άλλοι να το πουλάνε σε μπουκαλάκια;


    Υ.Γ. Ορμώμενος  από τους σκοπούς του συμποσίου των συμπατριωτών μας του Γέιλ, σκέπτομαι μήπως  είναι η ώρα, στο πλαίσιο μιας εθνικής στρατηγικής, να προβάλλουμε διεθνώς τον γενικότερο ελληνικό τρόπο ζωής, ως ένα μοντέλο ευζωίας; 

    Με πυρήνα μιας τέτοιας στρατηγικής τη θέση, ότι, μεσογειακή δίαιτα δεν είναι μόνο το ευλογημένο λαδάκι και η μεσογειακή κουζίνα, που βασίζεται κυρίως πάνω σ’ αυτό. Είναι πάνω απ’ όλα οι καθαρές σκέψεις  και το ελεύθερο πνεύμα που χάρισε η γη που ζούμε στους παππούδες μας και που χαρίζει και σήμερα σε όσους εκλεκτούς μπορούν ακόμη να το αντιληφθούν.  

    Εξάλλου σύμφωνα με παλαιότερα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας, το μυστικό που εξασφαλίζει μακροζωία στους μεσογειακούς λαούς είναι η αισιόδοξη στάση ζωής και η χαλαρότητα των ρυθμών που σχετίζονται με το εύκρατο κλίμα και το μεσογειακό φως. Γιατί, το πιο σημαντικό είναι να μη γίνει κανείς πνευματικά βαρύς και να παραμένει διάφανος. Είναι γι’ αυτή εσωτερική διαφάνεια που έχει γράψει και ο ποιητής: "Θα σου δώσω εγώ ένα δέρμα που να κοιτάν οι άνθρωποι από μέσα. Και να μην έχεις ούτε ένα μυστικό. Σε όλους εσύ θα ανήκεις. Όλος φως”. 


    Αναφορές:

    Δειπνοσοφιστής, εκδόσεις Ίκαρος
    Γιούλη Επτακοίλη: "Το ελαιόλαδο στο Γέιλ”, Καθημερινή, 31/12/18


    * Ο κ. Κωστούλας είναι τέως γενικός διευθυντής εταιρειών του ευρύτερου  χρηματοπιστωτικού τομέα  

    gcostoulas@gmail.com

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων