Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 29-Οκτ-2013 00:49

    Μείωση ενεργειακού κόστους μέσω αντισταθμιστικού μηχανισμού

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Δρ. Αντώνη Μεταξά

    Η έναρξη της τρίτης φάσης λειτουργίας του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Ρύπων από 01/01/2013 σηματοδοτεί το τέλος της δωρεάν διάθεσης δικαιωμάτων εκπομπών αερίων ρύπων στον κλάδο της ηλεκτροπαραγωγής. Και αυτό το ζήτημα, δεδομένης της συστημικής του επενέργειας, όπως πλείστα άλλα θέματα της ελληνικής ενεργειακής αγοράς, ενδέχεται να συνιστά την αφετηρία μιας σειράς δυσμενών επιπτώσεων για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας. Καθώς οι ηλεκτροπαραγωγοί επιβαρύνονται πλέον με την αγορά των μέχρι πρότινος δωρεάν διατιθέμενων δικαιωμάτων ρύπων, δύνανται (υπό αυστηρά νομικορυθμιστικά ελέγξιμες προϋποθέσεις και μεθοδολογίες ανάλογα και με την ισχύ που κατέχουν στη σχετική αγορά εντός της οποίας δραστηριοποιούνται) να μετακυλίουν μέρος ή το σύνολο αυτού του κόστους στους πελάτες τους. Το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι ότι οι βιομηχανικοί καταναλωτές καλούνται να αντιμετωπίσουν το αναπόφευκτα έτι περαιτέρω αυξανόμενο ενεργειακό κόστος όντες υποκείμενοι και στο επονομαζόμενο «έμμεσο κόστος εκπομπών» (indirect emission cost). Η αύξηση του ενεργειακού κόστους οδηγεί με τη σειρά της στον κίνδυνο αύξησης της «διαρροής άνθρακα» (carbon leakage), ένα φαινόμενο με έντονα αρνητικό οικονομικό, περιβαλοντικό αλλά και γεωπολιτικό αντίκτυπο, καθότι βιομηχανικές εγκαταστάσεις μετακινούνται σε τρίτες χώρες όπου δεν ισχύουν δεσμευτικές συμφωνίες για τη μείωση των εκπομπών ή ισχύουν εν γένει ελαστικότερες κανονιστικές ρυθμίσεις επί του θέματος. Ως αποτέλεσμα, όχι μόνο επίκειται σημαντική εξασθένηση της δυναμικής συγκεκριμένων βιομηχανικών κλάδων, αλλά ελλοχεύει και ο κίνδυνος αύξησης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, καθιστώντας μία τέτοια εξέλιξη εξόχως αρνητική όχι μόνο από τη σκοπιά της βιομηχανικής πολιτικής αλλά και της πολιτικής προστασίας του περιβάλλοντος.

    Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει διαβλέψει την οικονομική αλλά και γεωστρατηγική διάσταση του προβλήματος. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιτρέπει τη χορήγηση στοχευμένων κρατικών ενισχύσεων από τα κράτη μέλη σε βιομηχανικούς κλάδους που υπόκεινται σε υψηλό βαθμό έκθεσης στον κίνδυνο διαρροής άνθρακα. Με βάση το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο, τις Οδηγίες που ρυθμίζουν το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ) 2003/87/ΕΚ και 2009/29/ΕΚ και τις Κατευθυντήριες Γραμμές που εκδόθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη μέλη δύνανται να σχεδιάσουν ένα μηχανισμό κατάλληλο και πρόσφορο, ώστε να αντισταθμιστεί το κόστος των δικαιωμάτων CO2 για συγκεκριμένους επιλέξιμους ενεργοβόρους κλάδους της βιομηχανικής παραγωγής, οι οποίοι αντιμετωπίζουν ήδη τον κίνδυνο αξιοσημείωτων αυξήσεων του ενεργειακού τους κόστος.

    Με βάση τις παραπάνω Κατευθυντήριες Γραμμές, η χώρα μας μπορεί να προβεί άμεσα στη σχεδίαση ενός μηχανισμού μερικής αντιστάθμισης του έμμεσου κόστους CO2 για τους επιλέξιμους κλάδους βιομηχανικής παραγωγής με ορίζοντα χρονικής ισχύος το χρονικό διάστημα 2013-2020.Για τη θέση ενός τέτοιου μηχανισμού σε εφαρμογή απαιτείται ένα σύνολο ενεργειών, οι οποίες μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν:

    - Ειδικό σχεδιασμό του μέτρου (καθεστώτος) κρατικών ενισχύσεων, το οποίο οφείλει να κοινοποιηθεί (προ της επίσημης θέσπισής του) προς έγκριση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. 

    - Εξεύρεση και δέσμευση των κατάλληλων κονδυλίων που θα αξιοποιηθούν για το σκοπό αυτό με εξειδίκευση του τρόπου χρηματοδότησης του μηχανισμού.

    - Προετοιμασία του αναγκαίου νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου σε εθνικό επίπεδο.

    - Προετοιμασία του κατάλληλου μηχανισμού σε διαχειριστικό επίπεδο για την εφαρμογή του εν λόγω μέτρου.
    Η εφαρμογή ενός τέτοιου μηχανισμού μπορεί να έχει συγκεκριμένα οφέλη για τις ελληνικές επιχειρήσεις, υπόκειται όμως και σε συγκεκριμένους περιορισμούς. Στα θετικά του σημεία εγγράφονται:

    -  Το γεγονός ότι υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες αποτελεί ένα πρακτικό εργαλείο στήριξης της χειμαζόμενης ελληνικής βιομηχανίας.

    -    Η άμεση μείωση που θα επιφέρει στα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος, ιδιαίτερα σε ενεργοβόρους βιομηχανικούς καταναλωτές.

    - Η διασφάλιση ενός ελάχιστου «βαθμού προστασίας» έναντι των μεταβαλλόμενων τιμών των δικαιωμάτων ρύπων. Το ποσό της αντιστάθμισης θα αυξάνεται αναλογικά με την αύξηση των τιμών των δικαιωμάτων ρύπων.

    Από την άλλη πλευρά, αξίζει να τονιστεί εκ νέου ότι, ο όποιος θεσπισθησόμενος μηχανισμός αντιστάθμισης αφορά συγκεκριμένους κλάδους και δεν καλύπτει παρά ένα μόνο τμήμα της συνολικής επιπλέον επιβάρυνσης που επιφέρει το έμμεσο κόστος εκπομπών στις επιχειρήσεις. Το γεγονός αυτό οφείλεται καταρχάς στον τρόπο υπολογισμού της χορηγούμενης ενίσχυσης στις Κατευθυντήριες Γραμμές. Επηρεάζεται όμως και από τυχόν αποκλίσεις μεταξύ της συλλογιστικής που διέπειτις Κατευθυντήριες Γραμμές και του πραγματικού τρόπου υπολογισμού της συνολικής επιβάρυνσης CO2 στο ανταγωνιστικό σκέλοςτων τιμολογίων ηλεκτρικού ρεύματος. 

    Κλείνοντας, να επισημάνουμε τα εξής: Πρόσφατα ολοκληρώθηκε σχετική μελέτη του ΙΟΒΕ, η οποία υπολογίζει τις αρνητικές επιπτώσεις, όχι απλώς για την ελληνική βιομηχανία, αλλά ευρύτερα για την ελληνική οικονομία, από τη μη συγκρότηση και εφαρμογή μηχανισμού αντιστάθμισης του κόστους των ρύπων. Αυτό συνιστά εύστοχη επισήμανση μεν, το ζητούμενο όμως είναι η άμεση δρομολόγηση της προετοιμασίας για τη σχεδίαση του συγκεκριμένου καθεστώτος κρατικών ενισχύσεων που θα συγκροτεί το μηχανισμό και θα τεθεί το συντομότερο υπό την έγκριση της Επιτροπής. Σε διαφορετική περίπτωση η εγχώρια βιομηχανία θα πληγεί συν τοις άλλοις από την ασύμμετρη υποστήριξη των εντός Ε.Ε. ανταγωνιστικών επιχειρήσεων, οι οποίες θα τύχουν της σχετικής στήριξης, καθότι άλλα κράτη μέλη έχουν ήδη θεσπίσει εγκεκριμένους από την Επιτροπή αντισταθμιστικούς μηχανισμούς. Είναι λοιπόν κρίμα, στην παρούσα περίοδο που επιβάλλεται για πλείστους λόγους η ανάσχεση της προϊούσας αποβιομηχάνισης της χώρας, η οποία εν πολλοίς οφείλεται και στο δυσβάσταχτο ενεργειακό κόστος που καθηλώνει την ανταγωνιστικότητα της εγχώριας βιομηχανίας, να μην αξιοποιούνται όλες οι δυνατότητες σύννομης κατά το ενωσιακό δίκαιο υποστήριξής της. Και τούτο, τη στιγμή που οι δυνατότητες συμβατής με το ευρωπαϊκό δίκαιο κρατικών ενισχύσεων στήριξης της εθνικής μας βιομηχανίας είναι εγγενώς περιορισμένες, τιθέμενες υπό την αυστηρή ελεγκτική εποπτεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

    Ο Δρ. Αντώνης Μεταξάς είναι  Λέκτορας Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Διευθύνων Εταίρος της Δικηγορικής εταιρείας «Μεταξάς & Συνεργάτες»

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ