Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 17-Δεκ-2018 17:35

    Πώς ο Γουίλμπουρ Ρος έχασε εκατομμύρια αν και αψήφησε τους κανόνες δεοντολογίας

    Πώς ο Γουίλμπουρ Ρος έχασε εκατομμύρια αν και αψήφησε τους κανόνες δεοντολογίας
    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Dan Alexander

    Ο Αμερικανός υπουργός Εμπορίου Γουίλμπουρ Ρος μπήκε στην κυβέρνηση Τραμπ στις αρχές του 2017 με ένα "γεμάτο συγκρούσεις" επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, και έως το καλοκαίρι του 2018 αρκετοί βουλευτές ζητούσαν να γίνει έρευνα. Ευρισκόμενος υπό πίεση, ο Ρος δεσμεύτηκε να πουλήσει ό,τι είχε σε μετοχές, μια ενέργεια που αποδείχθηκε κοστοβόρα. Τελικά πούλησε ένα από τα πιο πολύτιμα περιουσιακά του στοιχεία, μια συμμετοχή αξίας σχεδόν 25 εκατομμυρίων δολαρίων σε ναυτιλιακό fund, για λιγότερο από τη μισή της αξία, σύμφωνα με έγγραφα που επικαλείται το Forbes. Η ίδια η συμφωνία "εξαφάνισε" περίπου 15 εκατομμύρια δολάρια από την προσωπική περιουσία του Ρος.  

    Το υπουργείο Εμπορίου δεν απάντησε στα πολλαπλά αιτήματα του Forbes για ένα σχόλιο πριν τη δημοσιοποίηση της υπόθεσης, όμως εξέδωσε μια ανακοίνωση αμέσως μετά: Το άρθρο του "Forbes’ είναι γεμάτο με πολλές ανακρίβειες, για να μην αναφερθώ σε προφανή μη κατανόηση κανόνων και συμφωνιών. Δεν θα κάνω άλλο σχόλιο".

    Είναι ξεκάθαρο πως ο Ρος δεν ξεκίνησε για να χάσει χρήματα επί προεδρίας Τραμπ. Από τη στιγμή που ο Τραμπ κέρδισε τις εκλογές, η αξία των τραπεζών αυξήθηκε εν μέσω ελπίδων για χαλάρωση του ρυθμιστικού πλαισίου. Ένα από τα fund του Ρος, το WLR Recovery Fund IV, ρευστοποίησε τα μερίδιά του σε δύο χρηματοοικονομικές εταιρείες, τις Virgin Money και Cascade Bancorp. Ο Γουίλμπουρ Ρος "χρησιμοποίησε αυτόν τον ούριο άνεμο σαν ευκαιρία" εξηγούσαν οι συνεργάτες του σε μια εμπιστευτική επιστολή προς τους επενδυτές, χωρίς να εκφράζουν δυσφορία που το αφεντικό τους εμφανώς στοιχημάτιζε στις πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ σχεδόν την ίδια στιγμή που ετοιμαζόταν να συμμετάσχει σε αυτήν.

    "Όταν αποφάσισα να δεχθώ την πρόταση του προέδρου Τραμπ να μπω στην κυβέρνησή του" πρόσθεσε ο Ρος σε δεύτερή του δήλωση "έκανα συνειδητά οικονομικές θυσίες, που αφορούν τόσο το υπάρχον επενδυτικό μου χαρτοφυλάκιο όσο και μελλοντικές ευκαιρίες εισοδήματος ώστε να μπορώ να υπηρετήσω τη χώρα μέσω των δημόσιων υπηρεσιών. Οι όποιοι χαρακτηρισμοί για το αντίθετο είναι απλώς λάθος". 

    Το επενδυτικό χαρτοφυλάκιο του Ρος αποδείχθηκε πως ήταν ένα μείγμα νικητών και χαμένων. Το μόνο πράγμα που ήταν σταθερό ήταν οι ηθικοί "πονοκέφαλοι" που αυτό δημιούργησε. Ο Ρος προγραμμάτισε στις 22 Μαρτίου του 2017 μια συνάντηση με τον CEO της Chevron για να μιλήσουν για δουλειές, παρότι η σύζυγός του είχε μερίδιο ύψους 400.000 δολαρίων στον πετρελαϊκό κολοσσό. Διατηρώντας τη συμμετοχή αυτή, συνέβαλε στο να βάλει τον Ρος σε κίνδυνο παραβίασης του νόμου περί ποινικών συγκρούσεων συμφερόντων, όμως δεν έκανε καλό στο ζεύγος οικονομικά. Τη χρονική στιγμή που η σύζυγος του Ρος πούλησε τη συμμετοχή της δύο μήνες αργότερα, η μετοχή της Chevron είχε πέσει 3%.

    Η ατζέντα του Ρος στη συνέχεια περιελάμβανε μια συνάντηση με τον CEO της Boeing, παρότι η σύζυγός του είχε σε αυτή μερίδιο αξίας άνω των 2 εκατομμυρίων δολαρίων. Οι μετοχές της Boeing αυξήθηκαν 2,5% τη χρονική στιγμή που πούλησε τις μετοχές της σχεδόν ένα μήνα μετά. Δεν υπάρχει απόδειξη πως οι επίσημες ενέργειες του Ρος συνέβαλαν στην αύξηση της αξίας της μετοχής, όμως η καθυστερημένη πώλησή τους σίγουρα τον ωφέλησε. 

    Ο Ρος υιοθέτησε τη συνήθεια να καθυστερεί τις εκποιήσεις, δίνοντας, όπως φαίνεται, λίγη σημασία στις ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων. Για το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης χρονιάς του ως μέλος της αμερικανικής κυβέρνησης, διατήρησε τις συμμετοχές του στα fund WLR Recovery Fund III, IV και V.

    Το Fund III είχε ήδη πουλήσει τις περισσότερες συμμετοχές του προτού ο Ρος φτάσει στην Ουάσινγκτον, αλλά είχε ακόμη ποσοστό σε εταιρεία κατασκευής εξαρτημάτων αυτοκινήτων με έδρα το Λουξεμβούργο, η οποία ονομαζόταν International Automotive Components Group. Αυτό δημιούργησε ένα "ηθικό χάος" όταν ο Ρος συναντήθηκε με εκπροσώπους της βιομηχανίας, στα μέλη της οποίας συμπεριλαμβανόταν και η International Automotive Components Group στις 24 Απριλίου 2017. Παρ’ όλα αυτά, η αξία της δραστηριότητας αυτής έπεσε περίπου 35% μεταξύ του τέλους του πρώτου τριμήνου και των τελευταίων τριμήνων του 2017, σύμφωνα με έγγραφα που έχει στη διάθεσή του το Forbes.

    Παράλληλα, η αξία του Fund IV υποχώρησε από τις επενδύσεις στη ναυτιλία. Στους μεγαλύτερους επενδυτές μιας εκ των ναυτιλιακών εταιρειών, της Diamond S Shipping, περιλαμβάνονταν τόσο το πρώην fund του Ρος όσο και η κυβέρνηση της Κίνας. Μια άλλη εταιρεία, η Navigator Holdings, είχε μεταξύ των μεγαλύτερων πελατών της μια εταιρεία την οποία κατείχαν μερικώς άνθρωποι του Βλαντιμίρ Πούτιν. Ωστόσο, ο Ρος διατήρησε τη συμμετοχή του στο fund για τους πρώτους οκτώ μήνες που ήταν μέλος της κυβέρνησης. Όταν τελικά την πούλησε, οι μετοχές της Navigator δεν είχαν σχεδόν καμία μεταβολή και η αξία της Diamond S είχε πέσει περίπου 15%, σύμφωνα με εσωτερικά έγγραφα. 

    Το Fund V τα κατάφερε κάπως καλύτερα, λόγω ισχυρών επιδόσεων από μια άλλη δραστηριότητα με έδρα το Τέξας και από μια άλλη ναυτιλιακή Nautical Bulk Holdings. Ωστόσο, τα κέρδη του δεν μπορούσαν να συμβαδίσουν με τον S&P 500.

    Έως τον Οκτώβριο του 2017, ο χρόνος του Ρος για να προχωρήσει σε εκποιήσεις τελείωνε. Βάσει της συμφωνίας δεοντολογίας που είχε υπογράψει, είχε δεσμευτεί να ξεφορτωθεί τα fund εντός 180 ημερών από την ανάληψη των καθηκόντων του ή το αργότερο μετά από παράταση 60 ημερών. Έτσι, στις 25 Οκτωβρίου, ακριβώς 240 ημέρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Ρος πούλησε μέρος των συμμετοχών του σε fund τα οποία διαχειριζόταν η Goldman Sachs. Με δεδομένο ότι περίμενε μέχρι την τελευταία μέρα για να εκποιήσει νόμιμα τα περιουσιακά του στοιχεία, φαίνεται βέβαιο ότι κατέληξε να πουλήσει με discount.

    Την αμέσως επόμενη μέρα, στις 26 Οκτωβρίου 2017, ένας δημοσιογράφος των New York Times επικοινώνησε  με τον Ρος έχοντας μια λίστα ερωτήσεων για τους δεσμούς του με τη Navigator, την εταιρεία που συνδέεται με τον Πούτιν. Πριν τη δημοσίευση του θέματος, ο Ρος υιοθέτησε μια θέση short εναντίον της Navigator —ουσιαστικά στοιχηματίζοντας ότι η μετοχή της εταιρείας θα πέσει. Όταν το θέμα τελικά δημοσιοποιήθηκε, στις 5 Νοεμβρίου του 2017, η μετοχή αρχικά δεν έπεσε, αλλά τελικά υποχώρησε 4% μέχρι την ώρα που ο Ρος έκλεισε τη θέση short 11 μέρες αργότερα, με αποτέλεσμα να ενισχυθεί η περιουσία του κατά 3.000 με 10.000 δολάρια.

    Την 1 Νοεμβρίου 2017, μία μέρα αφότου ο Ρος σόρταρε τη Navigator, υπέγραψε μια δήλωση ότι είχε εκποιήσει τις συμμετοχές του σε επιχειρήσεις σύμφωνα με τα όσα είχε υπογράψει στη συμφωνία δεοντολογίας. Όμως αυτό δεν ήταν αλήθεια. Στην πραγματικότητα ο Ρος είχε στην κατοχή του μετοχές αξίας άνω των 10 εκατομμυρίων δολαρίων  στην Invesco, τη μητρική εταιρεία της πρώην επενδυτικής του εταιρείας. Τον επόμενο μήνα πούλησε αυτές τις μετοχές, κερδίζοντας τουλάχιστον 1,2 εκατομμύρια δολάρια περισσότερα απ’ ό,τι αν τις είχε πουλήσει το χρονικό διάστημα που είχε υποσχεθεί να το κάνει. 

    Τον Ιούνιο ο Ρος παραδέχθηκε ότι δεν είχε πουλήσει επίσης μια συμμετοχή του σε μια εταιρεία με την επωνυμία Air Lease. Στους 13 μήνες αφού ο Ρος είχε υποσχεθεί να πουλήσει, η μετοχή της αυξήθηκε 20%, που σημαίνει ότι έβγαλε 12.000 δολάρια παραπάνω απ’ ό,τι θα έβγαζε σε άλλη περίπτωση. 

    Επίσης τον Ιούνιο, το Forbes αποκάλυψε ότι ο Ρος είχε υποβάλει ψευδή δήλωση στους ομοσπονδιακούς αξιωματούχους για τη δεοντολογία, σόρταρε τη Navigator και λειτούργησε σαν συνέταιρος της κινεζικής κυβέρνησης. Τρεις βουλευτές ζήτησαν από την αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SEC) να ξεκινήσει έρευνα και υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι δεοντολογίας στις ΗΠΑ κατηγόρησαν τον Ρος ότι θέτει σε κίνδυνο την εμπιστοσύνη του αμερικανικού λαού προς την κυβέρνηση. 

    Ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, το Forbes έβαζε τις τελευταίες πινελιές σε μια άλλη αποκάλυψη, που αναφερόταν με λεπτομέρειες στις συναντήσεις του Ρος με δεκάδες επιχειρήσεις που συνδέονταν με την προσωπική του περιουσία, μεταξύ των οποίων η Boeing και η Chevron. Ο Ross ήξερε τι θα ακολουθούσε καθώς το περιοδικό είχε επικοινωνήσει πολλές φορές μαζί του για το θέμα αυτό. Αργά το βράδυ στις 12 Ιουλίου, τη μέρα πριν δημοσιευθεί το άρθρο, ο Ρος έβγαλε μία δραματική ανακοίνωση. "Για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης του αμερικανικού λαού, έχω δώσει εντολή να πουληθούν όλες οι μετοχές που κατέχω”.

    Η τήρηση αυτής της υπόσχεσης αποδείχθηκε δύσκολη. Έναν μήνα αργότερα, στα μέσα Αυγούστου, ο Ρος είπε στους ομοσπονδιακούς αξιωματούχους ότι ακόμη εργαζόταν πάνω στην εκποίηση ορισμένων από τις συμμετοχές του. Η συμμετοχή με τη μεγαλύτερη αξία ήταν μια οντότητα με την επωνυμία Starboard WLR Associates L.P., η οποία κατείχε τη συμμετοχή του Ρος ύψους σχεδόν 25 εκατομμυρίων δολαρίων σε ένα ναυτιλιακό fund με την επωνυμία Transportation Recovery Fund, σύμφωνα με έγγραφα που επικαλείται το Forbes. 

    Tελικά, ο υπουργός Εμπορίου αναγκάστηκε να πουλήσει τη συμμετοχή αυτή αυτό το φθινόπωρο σε μια εταιρεία private equity με την επωνυμία Siguler Guff. Η τελική τιμή; Λιγότερα από 10 εκατομμύρια δολάρια. 

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    Forbes 100+ The Greek List

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Jeff Bezos

    Jeff Bezos

    109,7 δισ. $

    Bill Gates

    Bill Gates

    105,7 δισ. $

    Bernard Arnault

    Bernard Arnault

    100,2 δισ. $

    Warren Buffett

    Warren Buffett

    82,4 δισ. $

    Amancio Ortega

    Amancio Ortega

    70,6 δισ. $