Π. Βουρλούμης: Δεν ζητάμε λεφτά από το κράτος, αλλά αδειοδοτήσεις
Πέμπτη, 17-Ιουν-2010 17:30
«Δεν ζητάμε λεφτά από το κράτος, αλλά αδειοδοτήσεις, βοήθεια σε πρόσβαση, ταχύτερες αποφάσεις και γενικά θετική αντιμετώπιση. Να κόψει δρόμο μέσα από την γραφειοκρατία. Ζητάμε τέλος να πάρει στα σοβαρά τον ρόλο του σαν ο κύριος διαμορφωτής μιας εθνικής τηλεπικοινωνιακής στρατηγικής». Αυτά δήλωσε μεταξύ ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ΟΤΕ, Παναγής Βουρλούμης, στο πλαίσιο του 5ου διεθνούς συνεδρίου της ΕΕΤΤ με θέμα τα «Δίκτυα πρόσβασης επόμενης γενιάς», μιλώντας για τις οπτικές ίνες.
Αναφερόμενος στην ΕΕΤΤ σημείωσε ότι: «Ένα δίκτυο νέας γενιάς προϋποθέτει πολύ σοβαρές επενδύσεις και κινδύνους για τον επενδυτή. Για αρκετά χρόνια παραμένει ζημιογόνο, αυτό έχει δείξει η πείρα άλλων κρατών. Για να αποκτήσει η Ελλάδα NGΑ πρέπει η ΕΕΤΤ να λύσει το δίλημμα, επένδυση/ανάπτυξη ή ανταγωνισμό. Όταν η πλάστιγγα γέρνει υπερβολικά προς τον ανταγωνισμό χειροκροτούν οι πολιτικοί και οι καταναλωτές και ο Ρυθμιστής γίνεται δημοφιλής. Αλλά για λίγο. Θυσιάζονται οι επενδύσεις, τα χρήματα πηγαίνουν στη διαφήμιση ή σε μείωση τιμών, η χώρα μένει πίσω και τελικά θα την πληρώσει πάλι ο καταναλωτής και η ανάπτυξη».
Επιπλέον, ο κ. Βουρλούμης, συμπλήρωσε ότι «για να γίνουν επενδύσεις πρέπει να υπάρχουν κίνητρα και στην περίπτωσή μας αυτά χωρίζονται σε δύο μεγάλες ομάδες. Η μία αφορά την ρυθμιστική βεβαιότητα. Την σιγουριά του επενδυτή ότι οι κανόνες του παιχνιδιού θα παραμείνουν οι ίδιοι για ένα διάστημα αρκετό για την απόσβεση της επένδυσής του και κάποια λογική απόδοση. Με δεδομένους τους κινδύνους του κλάδου που η απαξίωση τεχνολογιών και η αντικατάστασή τους με νέες είναι συνεχής, τα κίνητρα χρειάζεται να είναι ισχυρά. Η άλλη ομάδα κινήτρων αφορά την τιμολόγηση προϊόντων ανταγωνιστικών προς τα δίκτυα νέας γενιάς. Αν τα προϊόντα αυτά, όπως το LLU είναι πολύ φτηνά δεν υπάρχει κίνητρο για αναβάθμιση. Αυτό συμβαίνει σήμερα εδώ».
Ο ίδιος πρόσθεσε πως ο ρόλος του Ρυθμιστή είναι πολύ δύσκολος αλλά και αποφασιστικός για την ανάπτυξη. «Προς το παρόν η ΕΕΤΤ ρέπει προς την καλλιέργεια της εύνοιας του καταναλωτή, αν και αυτό ακόμη είναι συζητήσιμο όταν αναγκάζει τον ΟΤΕ να πουλά σε τιμές 40% υψηλότερες από τους ανταγωνιστές του. Παρ’ όλες τις προσπάθειές της όμως να στηρίξει μη βιώσιμα σχήματα, ο κλάδος υποφέρει. Όλες οι Εταιρίες, πλην του ΟΤΕ, είναι ζημιογόνες και ο ΟΤΕ, η σταθερή τηλεφωνία του, τείνει και αυτή προς την ίδια κατεύθυνση. Αλλά ο ΟΤΕ είναι η μόνη μηχανή ανάπτυξης σήμερα στον κλάδο που είναι σε θέση να κάνει σοβαρές επενδύσεις. Για πόσο ακόμη;».
Τέλος και μιλώντας για την Τοπική Αυτοδιοίκηση σημείωσε: «Υπάρχουν φωτισμένοι τοπικοί άρχοντες που έχουν καταλάβει τη σημασία της οπτικής ίνας των δικτύων νέας γενιάς και μας ανοίγουν τις πόρτες τους για να βάλουμε στις πόλεις ή τις γειτονιές τους, παρ’ όλο την όχληση των σκαψιμάτων. Υπάρχουν άλλοι κοντόφθαλμοι που βλέπουν τα σκαψίματα σαν μπελά και την οπτική ίνα ως ένα μέσο για να αποσπάσουν από τον ΟΤΕ χορηγίες, τιμωρώντας έτσι τους δημότες τους και καταδικάζοντάς τους να μην πάρουν εγκαίρως αυτό που θα μπορούσαν».
Αναφερόμενος στην ΕΕΤΤ σημείωσε ότι: «Ένα δίκτυο νέας γενιάς προϋποθέτει πολύ σοβαρές επενδύσεις και κινδύνους για τον επενδυτή. Για αρκετά χρόνια παραμένει ζημιογόνο, αυτό έχει δείξει η πείρα άλλων κρατών. Για να αποκτήσει η Ελλάδα NGΑ πρέπει η ΕΕΤΤ να λύσει το δίλημμα, επένδυση/ανάπτυξη ή ανταγωνισμό. Όταν η πλάστιγγα γέρνει υπερβολικά προς τον ανταγωνισμό χειροκροτούν οι πολιτικοί και οι καταναλωτές και ο Ρυθμιστής γίνεται δημοφιλής. Αλλά για λίγο. Θυσιάζονται οι επενδύσεις, τα χρήματα πηγαίνουν στη διαφήμιση ή σε μείωση τιμών, η χώρα μένει πίσω και τελικά θα την πληρώσει πάλι ο καταναλωτής και η ανάπτυξη».
Επιπλέον, ο κ. Βουρλούμης, συμπλήρωσε ότι «για να γίνουν επενδύσεις πρέπει να υπάρχουν κίνητρα και στην περίπτωσή μας αυτά χωρίζονται σε δύο μεγάλες ομάδες. Η μία αφορά την ρυθμιστική βεβαιότητα. Την σιγουριά του επενδυτή ότι οι κανόνες του παιχνιδιού θα παραμείνουν οι ίδιοι για ένα διάστημα αρκετό για την απόσβεση της επένδυσής του και κάποια λογική απόδοση. Με δεδομένους τους κινδύνους του κλάδου που η απαξίωση τεχνολογιών και η αντικατάστασή τους με νέες είναι συνεχής, τα κίνητρα χρειάζεται να είναι ισχυρά. Η άλλη ομάδα κινήτρων αφορά την τιμολόγηση προϊόντων ανταγωνιστικών προς τα δίκτυα νέας γενιάς. Αν τα προϊόντα αυτά, όπως το LLU είναι πολύ φτηνά δεν υπάρχει κίνητρο για αναβάθμιση. Αυτό συμβαίνει σήμερα εδώ».
Ο ίδιος πρόσθεσε πως ο ρόλος του Ρυθμιστή είναι πολύ δύσκολος αλλά και αποφασιστικός για την ανάπτυξη. «Προς το παρόν η ΕΕΤΤ ρέπει προς την καλλιέργεια της εύνοιας του καταναλωτή, αν και αυτό ακόμη είναι συζητήσιμο όταν αναγκάζει τον ΟΤΕ να πουλά σε τιμές 40% υψηλότερες από τους ανταγωνιστές του. Παρ’ όλες τις προσπάθειές της όμως να στηρίξει μη βιώσιμα σχήματα, ο κλάδος υποφέρει. Όλες οι Εταιρίες, πλην του ΟΤΕ, είναι ζημιογόνες και ο ΟΤΕ, η σταθερή τηλεφωνία του, τείνει και αυτή προς την ίδια κατεύθυνση. Αλλά ο ΟΤΕ είναι η μόνη μηχανή ανάπτυξης σήμερα στον κλάδο που είναι σε θέση να κάνει σοβαρές επενδύσεις. Για πόσο ακόμη;».
Τέλος και μιλώντας για την Τοπική Αυτοδιοίκηση σημείωσε: «Υπάρχουν φωτισμένοι τοπικοί άρχοντες που έχουν καταλάβει τη σημασία της οπτικής ίνας των δικτύων νέας γενιάς και μας ανοίγουν τις πόρτες τους για να βάλουμε στις πόλεις ή τις γειτονιές τους, παρ’ όλο την όχληση των σκαψιμάτων. Υπάρχουν άλλοι κοντόφθαλμοι που βλέπουν τα σκαψίματα σαν μπελά και την οπτική ίνα ως ένα μέσο για να αποσπάσουν από τον ΟΤΕ χορηγίες, τιμωρώντας έτσι τους δημότες τους και καταδικάζοντάς τους να μην πάρουν εγκαίρως αυτό που θα μπορούσαν».
«Εάν οι τρεις παράγοντες – Κυβέρνηση, Ρυθμιστική Αρχή και Τοπική Αυτοδιοίκηση, δουν το πράγμα σωστά, τότε μέσα στα επόμενα δύο χρόνια η χώρα μπορεί να έχει ένα καλό δίκτυο νέας γενιάς. Ο ΟΤΕ είναι έτοιμος» κατέληξε ο κ. Βουρλούμης.