Μετά τη Sinsay, έρχεται το "Zara look" της LPP και ξεκινά από Θεσσαλονίκη
Παρασκευή, 23-Ιαν-2026 07:30
Της Ξανθής Γούναρη
Όταν ο πολωνικός όμιλος LPP έφερε τη μάρκα Sinsay στην Ελλάδα, πολλοί μίλησαν για μια "πολωνική Zara". Όμως το brand του ομίλου που πλησιάζει περισσότερο στη φιλοσοφία, την αισθητική και τη μόδα της Zara δεν είναι η Sinsay. Είναι η αλυσίδα Mohito και το πρώτο της φυσικό κατάστημα στην Ελλάδα ετοιμάζεται να ανοίξει στη Θεσσαλονίκη.
Τρία χρόνια μετά το ντεμπούτο της Sinsay στο Ηράκλειο Κρήτης, ο όμιλος ένδυσης με έδρα το Γκντανσκ και ιστορία 30 ετών, ενεργοποιεί το δεύτερο brand του στη χώρα, ακολουθώντας όμως εντελώς διαφορετική στρατηγική. Το Mohito, το αποκλειστικά γυναικείο σήμα της LPP, περνά από την ψηφιακή παρουσία στο οργανωμένο φυσικό δίκτυο, εγκαινιάζοντας το πρώτο του κατάστημα στον πεζόδρομο της Αγίας Σοφίας, ανάμεσα στην ομώνυμη πλατεία και την Τσιμισκή.
Το κατάστημα θα στεγαστεί στο ακίνητο των 580 τ.μ. όπου μέχρι πρόσφατα λειτουργούσε το Butlers και θα αναπτυχθεί σε τρία επίπεδα. Πρόκειται για μία από τις πιο εμπορικές και "καθαρές" ζώνες της Θεσσαλονίκης, με υψηλή ροή, έντονη παρουσία μόδας και καταναλωτές που δεν κινούνται μόνο με κριτήριο την τιμή. Το άνοιγμα τοποθετείται χρονικά έως τις αρχές Μαρτίου 2026, μετά την ολοκλήρωση της στελέχωσης και της εκπαίδευσης του προσωπικού.
Δύο brands, δύο διαφορετικοί ρόλοι
Τα δύο brands δεν ανταγωνίζονται μεταξύ τους, γιατί εξυπηρετούν διαφορετικές ανάγκες. Το Sinsay κινείται στη μαζική αγορά, με έμφαση στην προσιτή τιμή, στη γρήγορη ανανέωση και στη μεγάλη γεωγραφική κάλυψη. Το Mohito, αντίθετα, τοποθετείται στη μεσαία κατηγορία γυναικείας ένδυσης, με καθαρό προσανατολισμό στη μόδα, στο styling και στη συνολική εικόνα.
Αυτή η διαφοροποίηση αποτυπώνεται και στη γεωγραφία. Το Sinsay αναπτύσσεται κυρίως σε περιοχές με υψηλή επισκεψιμότητα αλλά χαμηλότερο κόστος εγκατάστασης: περιφερειακές αγορές, μικρότερες πόλεις, εμπορικά πάρκα. Δεν διεκδικεί τους κλασικούς "δρόμους βιτρίνας". Αντίθετα, το Mohito εμφανίζεται μόνο εκεί όπου η μόδα αποτελεί λόγο επίσκεψης από μόνη της.
Γιατί Θεσσαλονίκη και όχι Αθήνα
Η επιλογή της Θεσσαλονίκης για το πρώτο φυσικό κατάστημα Mohito συνδυάζει ισχυρή εμπορική κίνηση με χαμηλότερα ενοίκια σε σχέση με τα αντίστοιχα σημεία της Αθήνας, επιτρέποντας στον όμιλο να δοκιμάσει το brand σε premium περιβάλλον με ελεγχόμενο κόστος.
Η στρατηγική αυτή δεν είναι καινούργια για τη LPP. Το Mohito ακολουθεί συστηματικά το μοντέλο "πρώτα ψηφιακά, μετά φυσικά καταστήματα". Είναι διαθέσιμο online στην Ελλάδα από το 2022 και συνολικά σε 35 αγορές. Μόνο όταν διαπιστώνεται επαρκές ενδιαφέρον, προχωρά η επένδυση σε φυσικό σημείο πώλησης.
Το ίδιο μοντέλο εφαρμόστηκε και στην Ιταλία. Το 2024, μετά από περίπου ενάμιση χρόνο αποκλειστικά ηλεκτρονικής παρουσίας, το Mohito άνοιξε το πρώτο του κατάστημα στο Valecenter, κοντά στη Βενετία, και ακολούθησε δεύτερο στο Μιλάνο, στο Merlata Bloom, ένα από τα νεότερα και πιο δημοφιλή εμπορικά κέντρα της πόλης.
"Η παρουσία στο Μιλάνο, μία από τις πρωτεύουσες της μόδας στην Ευρώπη, είναι επιβεβαίωση της δέσμευσής μας στη μόδα και τις τάσεις", είχε δηλώσει η Katarzyna Czekała, διευθύντρια omnichannel πωλήσεων του Mohito, στα εγκαίνια. Η θετική ανταπόκριση ενίσχυσε τη στρατηγική επέκτασης στη Νότια Ευρώπη, ενώ το brand έχει εδραιώσει την παρουσία του στα Βαλκάνια με καταστήματα σε Σερβία, Σλοβενία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Κροατία και Βόρεια Μακεδονία.
Το brand που "μοιάζει" περισσότερο με Zara
Σε επίπεδο ταυτότητας, το Mohito είναι το brand της LPP που πλησιάζει περισσότερο στο μοντέλο της Zara: γυναικεία μόδα πόλης, έμφαση στα φορέματα, καθαρές γραμμές, συλλογές που καλύπτουν όλη τη μέρα – από το γραφείο μέχρι την έξοδο. Δεν απευθύνεται στο ίδιο κοινό με το Sinsay, αλλά σε γυναίκες 20–30 ετών που αναζητούν εμφάνιση με χαρακτήρα και όχι απλώς χαμηλή τιμή.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Mohito είναι το μικρότερο brand του ομίλου. Διαθέτει 252 καταστήματα παγκοσμίως, ένα σημαντικά μικρότερο footprint σε σύγκριση με τα άλλα brands του ομίλου. Ενώ το Sinsay έχει ξεπεράσει τα 2.000 σημεία πώλησης και το Reserved, το Cropp και το House διαθέτουν από 360-380 καταστήματα το καθένα, το Mohito κινείται με πιο συντηρητικούς ρυθμούς επέκτασης, εστιάζοντας σε επιλεγμένες premium τοποθεσίες.
Ας σημειωθεί ότι και τα Reserved, Cropp και House κινούνται στη μεσαία κατηγορία μόδας, με υψηλότερο μέσο επίπεδο τιμών και πιο εξειδικευμένη στόχευση: το Reserved ως mainstream fashion brand, το Cropp με έμφαση στο νεανικό streetwear και το House σε πιο χαλαρή, καθημερινή μόδα.
Η επιθετική στρατηγική της LPP στην Ελλάδα
Το άνοιγμα του Mohito έρχεται σε μια στιγμή που η LPP διαθέτει ήδη ισχυρή παρουσία στην ελληνική αγορά μέσω του Sinsay. Με 56 καταστήματα σε λειτουργία μέχρι σήμερα, το budget brand του ομίλου έχει καταφέρει να κερδίσει μερίδιο αγοράς στο value-for-money segment.
Μάλιστα, το δίκτυο Sinsay συνεχίζει να επεκτείνεται με γρήγορους ρυθμούς. Μόνο στο τελευταίο δεκαήμερο του Ιανουαρίου 2026 προγραμματίζονται πέντε νέα ανοίγματα σε διαφορετικές περιοχές της χώρας. Στις 28 Ιανουαρίου ανοίγει το κατάστημα στην Κω, την επόμενη μέρα στη Φάρσαλα, ενώ στις 30 Ιανουαρίου ακολουθούν ταυτόχρονα τρία ανοίγματα: στη Νέα Ιωνία, στην Ηλιούπολη και στο Κορδελιό Θεσσαλονίκης.
Μέσω της Sinsay, ο όμιλος κατέγραψε το 2024 κύκλο εργασιών άνω των 35 εκατ. ευρώ στη χώρα μας, από 6,31 εκατ. ευρώ το 2023, ενώ η περσινή χρήση ήταν η πρώτη κερδοφόρα, με καθαρά κέρδη 935,5 χιλ. ευρώ, έναντι ζημιών 561,6 χιλ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα.
Η πολωνική "λοκομοτίβα" με 3.200 καταστήματα
Ο όμιλος LPP έχει εξελιχθεί σε μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες εταιρείες ένδυσης στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, καθώς μέσω των πέντε σημάτων του διαχειρίζεται σχεδόν 3.200 καταστήματα σε 46 αγορές παγκοσμίως.
Η οικονομική χρήση 2024 ολοκληρώθηκε με έσοδα 20,19 δισ. ζλότι (4,64 δισ. ευρώ) αυξημένα κατά 16%, και καθαρά κέρδη 1,7 δισ. ζλότι (391 εκατ. ευρώ). Το 2025 κινείται με ακόμα ισχυρότερους ρυθμούς, με το τρίτο τρίμηνο να καταγράφει άνοδο κερδοφορίας 39% και ρεκόρ στις πωλήσεις του Black Friday (+32%).
Η φιλόδοξη στρατηγική του ομίλου στοχεύει σε διπλασιασμό των εσόδων έως το 2027, φτάνοντας τα 40 δισ. ζλότι (9,2 δισ. ευρώ), με το Sinsay να αντιπροσωπεύει το 75% των πωλήσεων και το δίκτυο να φτάνει τις 7.500 μονάδες παγκοσμίως.