Συνεχης ενημερωση

    Σάββατο, 06-Νοε-2021 09:36

    Πίεση για εξαγορές και συγχωνεύσεις στην αγορά του ρεύματος

    Πίεση για εξαγορές και συγχωνεύσεις στην αγορά του ρεύματος
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Χάρη Φλουδόπουλου

    Τις αντοχές των εταιρειών προμήθειας ρεύματος δοκιμάζει η συνεχιζόμενη ενεργειακή κρίση, η οποία έχει εκτινάξει στα ύψη τα κόστη της χονδρεμπορικής αγοράς, υπερδιπλασιάζοντας τις ανάγκες σε κεφάλαια κίνησης. Στο κομμάτι της ρευστότητας, ακόμα εντονότερες πιέσεις αναμένεται να ασκηθούν από ενδεχόμενο νέο κύμα απλήρωτων λογαριασμών, που ενδεχομένως θα προκύψει από την αδυναμία των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων να ανταποκριθούν στην κατακόρυφη αύξηση των λογαριασμών του ρεύματος. Σε αυτό το κλίμα, εκφράζονται ανησυχίες ότι θα υπάρξουν κλυδωνισμοί στην αγορά της προμήθειας και, προκειμένου να αποφευχθούν λουκέτα, μοναδική εναλλακτική θα είναι ένας νέος κύκλος εξαγορών και συγχωνεύσεων στον κλάδο. Εάν δεν υπάρξουν τώρα σε αυτό το κλίμα εξαγορές και συγχωνεύσεις, τότε πότε, σημειώνει χαρακτηριστικά υψηλόβαθμο στέλεχος εταιρείας προμήθειας, που εκτιμά ότι οι συνθήκες έχουν ωριμάσει για το επόμενο βήμα συγκέντρωσης της αγοράς.

    Οι παίκτες

    Ο ελληνικός κλάδος προμήθειας περιλαμβάνει συνολικά 21 εταιρείες προμήθειας, αριθμός μεγάλος για το μέγεθος της ελληνικής αγοράς των περίπου 7 εκατ. μετρητών και των 5,500 GWh. Στην πραγματικότητα, οι εταιρείες με μετρήσιμο μερίδιο αγοράς είναι 10 έως 12, από τις οποίες εκτιμάται ότι στη φάση ωρίμανσης της ελληνικής αγοράς θα παραμείνουν περίπου οι μισές. Κυρίαρχο μερίδιο αγοράς διατηρεί η ΔΕΗ, με ποσοστό 62,62% (στοιχεία Σεπτεμβρίου). Οι υπόλοιποι προμηθευτές της ελληνικής αγοράς μοιράζονται το 37,38% και χωρίζονται στους καθετοποιημένους παίκτες, δηλαδή τις εταιρείες που διαθέτουν παρουσία και στην παραγωγή, και τους μη καθετοποιημένους. Οι καθετοποιημένοι παίκτες στην τρέχουσα συγκυρία έχουν τη δυνατότητα να αντισταθμίσουν τις απώλειες της προμήθειας από την παραγωγή. Πρόκειται για τις εταιρείες Protergia (Mytilineos), Ήρων (ΓΕΚ Τέρνα), Elpedison (ΕΛΠΕ, Edison) και NRG (Motor Oil Hellas). Παρουσία στην αγορά των ΑΠΕ διαθέτει η εταιρεία Volterra. Για τις υπόλοιπες εταιρείες, που δεν διαθέτουν παρουσία στον κλάδο της παραγωγής, καθώς η ελληνική αγορά είναι "ρηχή", χωρίς δυνατότητα σύναψης προθεσμιακών συμβολαίων, οι δυνατότητες αντιστάθμισης του ρίσκου περιορίζονται στο trading από τις διεθνείς αγορές. Πρακτικά, οι παίκτες με περιορισμένες δυνατότητες αντιστάθμισης του ρίσκου της αγοράς θεωρούνται και οι πιο εκτεθειμένοι στις αντίξοες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί.

    Υπενθυμίζεται ότι ο πρώτος γύρος συγκέντρωσης της αγοράς προμήθειας με εξαγορές και συγχωνεύσεις εταιρειών εκδηλώθηκε το 2018, ενώ στο τρέχον περιβάλλον της αγοράς εκτιμάται ως πιθανός ένας νέος γύρος συγχωνεύσεων, που θα μπορούσε να οδηγήσει στη δημιουργία νέων μεγαλύτερων και ισχυρότερων ανταγωνιστικών σχημάτων, που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν καλύτερα τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης και μεσοπρόθεσμα να ανταγωνιστούν πιο αποτελεσματικά τη ΔΕΗ. Υπό προϋποθέσεις, συνεργασίες δύο ή τριών εταιρειών μπορούν να δημιουργήσουν κοινά σχήματα με μερίδια άνω του 10% που θα αποκτούσαν νέα δυναμική.

    Αβεβαιότητα

    Σε κάθε περίπτωση, οι συμμετέχοντες στην αγορά δεν κρύβουν την ανησυχία τους για τις συνθήκες αστάθειας και αβεβαιότητας που επικρατούν εξαιτίας της συνεχιζόμενης ενεργειακής κρίσης. Η αγορά προεξοφλεί ότι οι υψηλές τιμές θα διατηρηθούν τουλάχιστον μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2022, δοκιμάζοντας ακόμα περισσότερο τις αντοχές του κλάδου. Μάλιστα, σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις, τους πρώτους μήνες της επόμενης χρονιάς οι τιμές θα εκτοξευθούν ακόμα περισσότερο, όπως παραδοσιακά συμβαίνει τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, λόγω των υψηλότερων καταναλώσεων του χειμώνα. 

    Ακόμα και την ερχόμενη άνοιξη, ωστόσο, είναι σαφές ότι η αγορά δεν αναμένει πλήρη εξομάλυνση και επιστροφή στα προ κρίσης κόστη. Έτσι, από τα επίπεδα των 80 έως 100 ευρώ/MWh στα οποία κινούνται αυτή την περίοδο οι τιμές του φυσικού αερίου, που ευθύνεται κατά κύριο λόγο για την εκτίναξη των τιμών του ρεύματος, η αγορά αναμένει την άνοιξη μια ήπια υποχώρηση των τιμών στα επίπεδα των 40-50 ευρώ/MWh. Εάν, πάντως, δεν επιβεβαιωθούν τα σενάρια μείωσης των τιμών, τότε η αγορά θα μπει εκ νέου στη δίνη της αβεβαιότητας ήδη από τον Απρίλιο, την περίοδο δηλαδή που θα αρχίσει εκ νέου η πλήρωση με φυσικό αέριο των αποθηκευτικών χώρων της Ευρώπης. Καθοριστικός παράγοντας για την εξομάλυνση της αγοράς φυσικού αερίου, και κατ' επέκταση της αγοράς ηλεκτρισμού, θεωρείται η έκβαση των συζητήσεων για τη λειτουργία του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 2.

    Αυξήσεις

    Σημειώνεται ότι τον Σεπτέμβριο η μέση τιμή της προημερήσιας αγοράς στο ενεργειακό χρηματιστήριο αυξήθηκε στα 134,73 ευρώ/MWh, από 121,72 ευρώ/MWh τον Αύγουστο. Τον Οκτώβριο οι τιμές αυξήθηκαν ακόμα περισσότερο, ξεπερνώντας, σύμφωνα με τα στοιχεία για τις 3 πρώτες εβδομάδες του μήνα, τα 200 ευρώ/MWh. Αυτό σημαίνει πρακτικά για τους καταναλωτές ότι το κόστος της ενέργειας θα είναι περίπου το μισό σε σχέση με τη χρέωση της ρήτρας αναπροσαρμογής βάσει της χονδρεμπορικής τιμής της αγοράς. Σύμφωνα με την καταναλωτική οργάνωση ΕΚΠΟΙΖΩ, το τελευταίο τρίμηνο καταγράφονται αυξήσεις στο ανταγωνιστικό σκέλος των λογαριασμών ρεύματος της τάξης του 30% έως 170%, χωρίς πάντως να έχουν ακόμη ενσωματωθεί οι αυξήσεις του Σεπτεμβρίου και του Οκτωβρίου. Την ίδια στιγμή, έχουν εκτοξευθεί και οι καταγγελίες που αφορούν, μεταξύ άλλων, την πολυπλοκότητα των τιμολογίων, την έλλειψη ενημέρωσης για τις ρήτρες αναπροσαρμογής, τους ασαφείς ή παραπλανητικούς ισχυρισμούς, τους καταχρηστικούς όρους και τα "ψιλά γράμματα", τις αδικαιολόγητες χρεώσεις και τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.

    Με αυτά τα κόστη αγοράς, φαίνεται ότι η επιδότηση των λογαριασμών ρεύματος, που ανακοινώθηκε από την κυβέρνηση, δεν θα είναι αρκετή για να καλύψει το αυξημένο κόστος για τους καταναλωτές. Το πιθανότερο σενάριο, σύμφωνα με την αγορά, είναι ότι η κρίση θα συνεχιστεί και, ως εκ τούτου, θα χρειαστεί πιθανότατα νέα αύξηση του ποσού της επιδότησης, από τα 400 εκατ. στα επίπεδα των 800 εκατ. ευρώ. 

     

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ