Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 13-Οκτ-2021 17:37

    Oliver Wyman: Οι ελληνικές τράπεζες βγήκαν πιο ισχυρές από την πανδημία

    Oliver Wyman
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Λεωνίδα Στεργίου

    Οι ελληνικές τράπεζες βρέθηκαν στην κορυφή των πέντε πρώτων στην Ευρώπη που αξιοποίησαν την αύξηση της αποταμίευσης, τα μέτρα στήριξης και τις μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης προκειμένου να προλάβουν αν εξυγιάνουν τους ισολογισμούς και να προετοιμαστούν για την επόμενη ημέρα όσο οι οικονομίες ήταν κλειστές λόγω της πανδημίας.

    Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει η ετήσια έκθεση της κορυφαίας παγκοσμίως συμβουλευτικής εταιρείας Oliver Wyman, η οποία επισημαίνει την εξαίρεση στον κανόνα σε ό,τι αφορά στην πορεία των ελληνικών τραπεζών μέσα στην πανδημία. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα κατόρθωσε, μέσα στην κρίση, να βελτιωθεί σε σχέση με το 2019. Σε άλλες χώρες, όπου η οικονομία τους εξαρτάται σημαντικά από κλάδους που δέχθηκαν το μεγαλύτερο πλήγμα από την πανδημία, όπως ο τουρισμός, οι τράπεζες παρουσίασαν μέτριες επιδόσεις ή επιδείνωση των μεγεθών. Εξαίρεση αποτέλεσαν τράπεζες, όπως στην Ελβετία, οι οποίες βγήκαν κερδισμένες από την αύξηση του πλούτου κατά το 2020, λόγω της αναγκαστικής μείωσης των δαπανών.

    Έτσι, παρά την πτώση της οικονομικής δραστηριότητας, οι ελληνικές τράπεζες αύξησαν τα έσοδά τους κατά 7,6%, σε ετήσια βάση, κυρίως μέσω αναδιάρθρωσης κεφαλαίων, κινδύνων, τραπεζικού και ψηφιακού μετασχηματισμού. Την ίδια στιγμή, ο κίνδυνος αυξήθηκε κατά 3,8%, αλλά η απελευθέρωση κεφαλαίων από τη μείωση των κόκκινων δανείων και του τραπεζικού μετασχηματισμού, επέτρεψε στην αύξηση των προβλέψεων κατά 11,3%. Ο συνδυασμός αυτός δίνει την εμπροσθοβαρή καταγραφή ζημιών, με αποτέλεσμα να περιοριστεί η κερδοφορία κατά 7,2%. Δηλαδή προτίμησαν την εξυγίανση και την επιβάρυνση με ζημιές μέσα στη κρίση της πανδημίας, όταν η οικονομία ήταν κλειστή με τρία lockdown, προκειμένου να προετοιμαστούν για την επόμενη ημέρα.

    Οι ελληνικές τράπεζες αξιοποίησαν ταχύτατα το πλαίσιο για τη μείωση των κόκκινων δανείων, μέσω των τιτλοποιήσεων, προχώρησαν σε ρυθμίσεις δανείων και έκαναν χρήση στο μέγιστο των μέτρων που αποφάσισε η Ε.Ε. για τη μείωση των κινδύνων και τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας. Έτσι, παράλληλα, με τις μεταρρυθμίσεις για τα κόκκινα δάνεια και τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης, έκαναν χρήση του ανώτατου ορίου για δάνεια σε αναστολή (μορατόρια), σύμφωνα με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής (ΕΒΑ), όπως και σχήματα επιδότησης δόσεων και κρατικών εγγυήσεων. Έτσι, μείωσαν τα κόκκινα δάνεια κατά περίπου 30 δισ. ευρώ σε ένα χρόνο, έθεσαν σε αναστολή δόσεων συνολικά δάνεια άνω των 24 δισ. ευρώ, ενέταξαν σε προγράμματα επιδότησης δόσεων δάνεια περίπου 7 δισ., προχώρησαν σε ρυθμίσεις δανείων άνω των 20 δισ. (μαζί με προγράμματα stepup) και σε διαγραφές περίπου 3 δισ. ευρώ στο πρώτο διάστημα του πανδημικού έτους 2020, σύμφωνα με στοιχεία που έχουν παρουσιάσει οι ίδιες οι τράπεζες, η Τράπεζα της Ελλάδος, η ΕΚΤ και η ΕΒΑ.

    Leograph 2

    Οι μεγάλες προκλήσεις

    Παρ’ όλα αυτά οι προκλήσεις παραμένουν τόσο για τις ελληνικές τράπεζες, οι οποίες εξακολουθούν να έχουν το μεγαλύτερο απόθεμα κόκκινων δανείων στην Ευρωζώνη, όσο και για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές εν όψει της επανεκκίνησης της οικονομίας και της επερχόμενης ανάπτυξης.

    Οι προκλήσεις αυτές, σύμφωνα με την έκθεση είναι οι εξής:

    Πρώτον, η μετάβαση στην εποχή μετά την κρίση. Σύμφωνα με έρευνα του Capital.gr, η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες με το υψηλότερο ποσοστό επιχειρήσεων "ζόμπι”, όπου σε βασικούς κλάδους όπως του λιανικού εμπορίου και των υπηρεσιών, το ποσοστό τους κυμαίνεται γύρω στο 20%. Η έκθεση της Oliver Wyman αναφέρει ότι καθώς σταδιακά οδεύουμε προς το τέλος της πανδημίας, εναπόκειται στις τράπεζες να βοηθήσουν στην απελευθέρωση προγραμμάτων δανεισμού έκτακτης ανάγκης, ελαχιστοποιώντας ταυτόχρονα πιθανές πτωχεύσεις και τον αριθμό των εταιρειών "ζόμπι". Τυποποιημένες προσεγγίσεις πρέπει να υλοποιηθούν σε ολόκληρο τον κλάδο, με κρατική συμμετοχή. Οι τράπεζες και άλλοι χρηματοπιστωτικοί πάροχοι του ιδιωτικού τομέα μπορεί να χρειαστεί να προσφέρουν προϊόντα με συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο βιώσιμων αλλά υπερβολικά μοχλευμένων εταιρειών. Μια επιτυχημένη απεμπλοκή από την υποστήριξη έκτακτης ανάγκης θα διασφαλίσει ότι οι απώλειες δεν θα φτάσουν στα επίπεδα που η αγορά ανέμενε το 2020.

    Δεύτερον, δημιουργία νέων προσεγγίσεων δανεισμού οι οποίες θα υποστηρίζονται από τον δημόσιο τομέα. Η αγορά του εταιρικού χρέους αλλάζει και οι τράπεζες θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουν το ρόλο τους σε αυτή. Τα κεφάλαια ύψους 750 δισ. ευρώ του προγράμματος Next Genneration EU, αντιστοιχούν σε περίπου 16% των υπαρχόντων δανείων προς μη-χρηματοπιστωτικές εταιρείες, ενώ μέσω της Ένωσης Κεφαλαιαγορών (Capital Markets Union – CMU) υπάρχει η δυνατότητα αύξησης της χρηματοδότησης εταιρειών από την αγορά (market based financing) από το 25% στο 50%. Σε αυτό το πλαίσιο, οι τράπεζες θα πρέπει να είναι έμπιστοι σύμβουλοι των πελατών τους, να διοχετεύουν διαφορετικές μορφές κεφαλαίου και να βοηθούν τους πελάτες να περιηγηθούν στο ευρύτερο φάσμα χρηματοδοτικών λύσεων.

    Τρίτον, η υποστήριξη της κλιματικής μετάβασης. Όπως είχε δημοσιεύσει το Capital.gr, το ποσοστό έκθεσης σε περιβαλλοντικούς κινδύνους των ελληνικών τραπεζών υπολογίστηκε από την ΕΚΤ σε 10%. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί σε περιβαλλοντικούς κινδύνους προς το σύνολο της έκθεσης σε δάνεια προς επιχειρήσεις. Πάνω από το 90% των κινδύνων σχετίζονται με πυρκαγιές, άνοδο της θερμοκρασίας, πλημμύρες και σεισμούς. Επόμενη πρόκληση είναι η ενεργειακή μετάβαση και η κρίση βιωσιμότητας. Υπολογίζεται ότι πρέπει να επενδυθούν 1,5 έως 2 τρισ. ευρώ στην πράσινη οικονομία στην Ευρώπη. Οι τράπεζες έχουν δεσμευτεί ότι θα επιτύχουν μηδενικές εκπομπές άνθρακα στο χαρτοφυλάκιο δανείων τους έως το 2050, ωστόσο οι δεσμεύσεις αυτές είναι πολύ μακροπρόθεσμες και δεν εξυπηρετούν άμεσα την αντίστοιχη μετάβαση της πραγματικής οικονομίας. Για να επιτύχουν τους στόχους τους, οι τράπεζες θα πρέπει να έχουν ενεργητικό ρόλο σε όλες τις μεταβατικές πρωτοβουλίες. Η πιθανή σύγκρουση μεταξύ των κλιματικών στόχων και των οικονομικών αποδόσεων χρήζει διαχείρισης από τις τράπεζες, αλλά εάν οι τράπεζες δεν αναλάβουν εκείνες την πρωτοβουλία, τότε διάφορα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως εξειδικευμένοι σύμβουλοι, εταιρείες διαχείρισης δεδομένων και ιδιωτικών κεφαλαίων θα κληθούν να καλύψουν το κενό.

    Τέταρτον, στήριξη της ψηφιακής οικονομίας. Ο τρόπος που τα τραπεζικά προϊόντα προσφέρονται στους πελάτες, πλέον καλείται να συνδεθεί άμεσα με τις ανάγκες τους και να είναι άμεσος και ψηφιακός. Είναι πιθανό, μέσα στα επόμενα 10 χρόνια οι νέοι τρόποι πρόσβασης σε τραπεζικά προϊόντα να αποτελούν το 10% των δανείων, καταθέσεων, συναλλάγματος και πληρωμών για πελάτες λιανικής και μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Δεδομένου ότι αυτά τα νέα οικοσυστήματα τείνουν να παρέχουν βραχυπρόθεσμα, προϊόντα με υψηλότερα περιθώρια κέρδους, αυτό το μερίδιο θα μπορούσε να ισοδυναμεί με έσοδα εώς και 40 δισ. ευρώ. Οι τράπεζες θα πρέπει να είναι αποφασιστικές σε αυτόν τον τομέα, ώστε να μπορέσουν να ανταγωνιστούν τις ταχέως αναπτυσσόμενες εταιρείες fintech και τις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας και να δημιουργήσουν σύγχρονα προϊόντα με βάση τον πελάτη, ή να εστιάσουν σε συνεργασίες που παρέχουν ενσωματωμένη χρηματοδότηση και υπηρεσίες που είναι ευρύτερες από τα παραδοσιακά τραπεζικά προϊόντα.

    Πέμπτον, δημιουργία μιας νέας χρηματοπιστωτικής υποδομής. Έπονται ριζικές αλλαγές στην υποκείμενη χρηματοπιστωτική υποδομή της Ευρώπης. Τα ψηφιακά νομίσματα των κεντρικών τραπεζών (CBDC) είναι υπό δημιουργία, ως αποτέλεσμα ανησυχιών που σχετίζονται με τις γεωπολιτικές και νομισματικές πολιτικές. Η πιθανή μετακίνηση ενός ποσοστού καταθέσεων 20% σε CBDC, βάζει σε ρίσκο για τις τράπεζες έσοδα από 10 έως 25 δισ ευρώ. Το τραπεζικό σύστημα πρέπει να υιοθετήσει μια συνεργατική προσέγγιση με τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και τις ρυθμιστικές αρχές, ώστε να εντοπίσει και προτείνει συστημικές βελτιώσεις. Επιπλέον, ήδη παρακολουθούμε μια σειρά πρωτοβουλιών στον χώρο των πληρωμών και της αντιμετώπισης του οικονομικού εγκλήματος, ενώ οι περαιτέρω προσπάθειες εξορθολογισμού του κόστους και του επιχειρησιακού μοντέλου, θα δημιουργήσουν πιο αποτελεσματικές και ελαστικές υποδομές.

    Διαβάστε επίσης:

    * S&P: To 90% των δανείων των ελληνικών τραπεζών "απειλούνται" από την κλιματική αλλαγή

    * Τράπεζες: Η δυναμική επιστροφή των 4 συστημικών στις αγορές

    * Οι πέντε μεγάλες προκλήσεις των ελληνικών τραπεζών

     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡXEIA

    European Banking Report 2021 (1 MB)

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ