Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 15-Οκτ-2020 08:06

    Ο κορονοϊός απογείωσε τον ψηφιακό μετασχηματισμό της Εθνικής Τράπεζας

    Ο κορονοϊός απογείωσε τον ψηφιακό μετασχηματισμό της Εθνικής Τράπεζας
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Νένας Μαλλιάρα

    Καταστήματα χωρίς ταμείο, με μηχανήματα για τις συναλλαγές και προσωπικό μόνο για συμβουλευτικές υπηρεσίες, ετοιμάζει η Εθνική Τράπεζα. Η αναμόρφωση του δικτύου της Τράπεζας με την έναρξη της πιλοτικής λειτουργίας των νέου τύπου καταστημάτων το 2021, αποτελεί το επόμενο άλμα στη διαδικασία του ψηφιακού μετασχηματισμού της ΕΤΕ που εξελίσσεται ραγδαία την τελευταία διετία.

    Όπως αναφέρει στο Capital.gr, η Γενική Διευθύντρια Λιανικής Τραπεζικής της Εθνικής Τράπεζας, Χριστίνα Θεοφιλίδη, ο Covid-19 έχει μειώσει δραστικά για την Τράπεζα τις συναλλαγές που γίνονται στο ταμείο. Στην παρούσα φάση, μόνο το 8% - 9% των συναλλαγών διεκπεραιώνονται στα ταμεία, όταν στις αρχές της χρονιάς το ποσοστό αυτό ανερχόταν στο 20%. Στη διάρκεια του lockdown το ποσοστό των εξ αποστάσεως συναλλαγών για την Εθνική Τράπεζα είχε εκτιναχθεί στο 93%, με μόλις το 7% των συναλλαγών να γίνονται στο κατάστημα.
    Μιλώντας χθες στο διαδικτυακό συνέδριο BankTech Series, η κυρία Θεοφιλίδη ανέφερε ότι σήμερα, τα 390 καταστήματα του δικτύου της Εθνικής Τράπεζας διεκπεραιώνουν λιγότερες από το 10% των εγχρήματων συναλλαγών, με το 90% αυτών να διενεργείται online και μέσω μηχανημάτων self service. 

    "Κάθε συναλλαγή στο δίκτυο κοστίζει για τις τράπεζες μεταξύ 2,5 και 3,5 ευρώ. Οι πελάτες δεν μπορούν πάντα να επιβαρύνονται αναλόγως για να καλυφθεί το κόστος αυτών των συναλλαγών. Η εναλλακτική για συναλλαγές online ή μέσω μηχανημάτων αυτόματης εξυπηρέτησης είναι πολύ δελεαστική, καθώς κατεβάζει το κόστος των συναλλαγών σε μερικά σεντς του ευρώ. Οι πελάτες χρειάζεται να εκπαιδευτούν στη χρήση των εναλλακτικών δικτύων εξυπηρέτησης, αφού είναι προς το δικό τους όφελος και όχι μόνο της τράπεζας", ανέφερε η Γενική Διευθύντρια Λιανικής Τραπεζικής της Εθνικής Τράπεζας.

    Όπως είπε η κ. Θεοφιλίδη, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες στην Ελλάδα λειτουργούσαν το 2000 με δίκτυο 3.200 καταστημάτων και απασχολούσαν περισσότερους από 65.000 τραπεζοϋπαλλήλους. Σήμερα, 20 χρόνια μετά, λειτουργούν με λιγότερα από 1.700 καταστήματα και περίπου 35.000 εργαζόμενους. 

    "Καθώς ολοένα και περισσότερο οι εργασίες μεταφέρονται online και τα περιθώρια κέρδους υποχωρούν, τα δίκτυα σε φυσική μορφή γίνονται ολοένα πιο ακριβά. Παραμένουν, ωστόσο, ένα πολύ χρήσιμο και πολύτιμο εργαλείο, το οποίο χρειάζεται να επαναπροσδιοριστεί. 

    "Νέος σχεδιασμός και στόχευση των καταστημάτων ώστε αυτά να είναι ένας φιλικός χώρος στον οποίο οι πελάτες μας θα μπορούν να βρουν αξιόπιστες συμβουλές από καλά εκπαιδευμένους χρηματοοικονομικούς συμβούλους. Και επανεκπαίδευση των εργαζομένων μας για να υποστηρίξουν αυτό τον ρόλο, να γίνουν universal bankers", ορίζει το επαναπροσδιορισμό του δικτύου καταστημάτων της ΕΤΕ η κ. Θεοφιλίδη. "Το να βγει η διεκπεραίωση των εγχρήματων συναλλαγών εκτός καταστήματος, στα μηχανήματα αυτόματης εξυπηρέτησης, ανοίγει νέες δυνατότητες για τα καταστήματά μας. Μπορούμε να αποσύρουμε εντελώς όλα τα μέτρα ασφαλείας όπως τις διπλές γυάλινες πόρτες εισόδου, καθώς και τις θέσεις των υπαλλήλων ταμείου και μαζί με αυτές, τις ουρές και τον θόρυβο", περιγράφει η κ. Θεοφιλίδη. 

    Η Γενική Διευθύντρια Λιανικής Τραπεζικής της ΕΤΕ επεσήμανε ότι τα τελευταία πέντε χρόνια,  η συμπεριφορά των καταναλωτών έχει αλλάξει δραματικά και ακόμη περισσότερο σήμερα, σε έναν κόσμο που διαμορφώνεται μετά την κρίση του Covid, είναι κατανοητό για μια τράπεζα να λειτουργεί αμιγώς ψηφιακά. Ήδη τράπεζες ικανού μεγέθους λειτουργούν σχεδόν ολοκληρωτικά ψηφιακά, με ελάχιστη ή καθόλου φυσική παρουσία. Οι παραδοσιακές τράπεζες επενδύουν σημαντικά στις εξ αποστάσεως υπηρεσίες τους και με μία μεγάλη πελατεία, έχοντας συσσωρευμένη αξιοπιστία ετών και ισχυρή κεφαλαιακή θέση, βρίσκονται σε πολύ καλή θέση για να ανταγωνιστούν στο περιβάλλον των ψηφιακών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Και όπως απέδειξε και πρόσφατα η πανδημική κρίση, η εμπιστοσύνη και το brand name είναι πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία που επιτρέπουν στους παραδοσιακούς τραπεζικούς οργανισμούς να έχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των startups και των αμιγώς ψηφιακών τραπεζών.    

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Διαβάστε το ΚΕΦΑΛΑΙΟ
    και ηλεκτρονικά στο

    ReadPoint
    Kυκλοφορεί μαζί με το
    FORBES ΟΚΤ 2020