Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 25-Δεκ-2019 09:04

    Χρονιά των εταιρικών ομολόγων το 2020

    Χρονιά των εταιρικών ομολόγων το 2020
    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Νένας Μαλλιάρα

    Χρονιά των εταιρικών ομολόγων αναμένεται το 2020, προσφέροντας στους επενδυτές μία ακόμη διέξοδο στο περιβάλλον των αρνητικών επιτοκίων. Η διατήρηση των επιτοκίων σε εξαιρετικά χαμηλά έως αρνητικά επίπεδα θα επιτρέψει σε ακόμα περισσότερες εταιρείες τον φθηνό δανεισμό για άντληση κεφαλαίων προς επενδύσεις, καθώς και την ευνοϊκή αναχρηματοδότηση ομολόγων που ωριμάζουν.

    Η διεθνής τάση στροφής προς τα εταιρικά ομόλογα θα επηρεάσει και την ελληνική αγορά. Καθώς οι τράπεζες θα επικεντρωθούν στη χρηματοδότηση των μεσαίων, μικρών επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, το χρηματοδοτικό κενό στην αγορά θα καλυφθεί από τις ομολογιακές εκδόσεις. Μόνο για το 2020 οι χρηματοδοτικές ανάγκες ελληνικών επιχειρήσεων και τραπεζών που θα καλυφθούν από ομολογιακές εκδόσεις εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν τα 4 δισ. ευρώ.

    Μονόδρομος οι εταιρικές εκδόσεις

    Την τελευταία τριετία οι μεγαλύτερες ελληνικές εταιρείες έχουν βρει διέξοδο για τη χρηματοδότησή τους στις Κεφαλαιαγορές, προσπερνώντας τα παραδοσιακά σχήματα χρηματοδότησης (τράπεζες) που κυριαρχούσαν στη συγκεκριμένη αγορά. Η πτώση των επιτοκίων, που εκτιμάται ότι δεν θα είναι προσωρινή, η διαρκής αναζήτηση των επενδυτών για αποδόσεις και τα ισχυρά θεμελιώδη των εταιρειών, δημιουργούν τη βάση για μια ώριμη και διαρκή σχέση εκδοτών εταιρικών ομολόγων-επενδυτών με πολλαπλά οφέλη και για τις δύο πλευρές.

    Όπως αναφέρουν στο "Κεφάλαιο" στελέχη του dealing room της Γενικής Διεύθυνσης Global Markets της Eurobank, η ελληνική αγορά ομολόγων εταιρικού χρέους ήταν παραδοσιακά πολύ μικρότερη των αντίστοιχων ευρωπαϊκών. Ακόμη και σήμερα, η συνολική "κεφαλαιοποίηση" εταιρικού ελληνικού χρέους σε ομόλογα παραμένει πολύ μικρή ως ποσοστό του ΑΕΠ. Εξαιρώντας το τραπεζικό χρέος, αλλά και τις ναυτιλιακές εταιρείες που είναι εισηγμένες στις ΗΠΑ, η ονομαστική αξία των ομολόγων που διαπραγματεύεται στην ελληνική και διεθνή αγορά δεν ξεπερνά τα 9,5 δισ. ευρώ, δηλαδή μόλις το 5,1% του ελληνικού ΑΕΠ. Η αντίστοιχη εικόνα για τη Γαλλία αγγίζει το 25% του αντίστοιχου ΑΕΠ. Είναι κατά συνέπεια εύλογη η υπόθεση ότι η αγορά ομολόγων θα γιγαντωθεί τα επόμενα χρόνια και θα διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα.

    Η μεγέθυνση της αγοράς εταιρικών ομολόγων για της ελληνικές εταιρείες αποτελεί μονόδρομο. Εταιρείες όπως οι: ΟΠΑΠ, Τιτάνας, Μυτιληναίος, ΟΤΕ, Όμιλος Τέρνα, Μότορ Όιλ και ΕΛΠΕ, είναι εταιρείες των οποίων τα χρηματοοικονομικά δεδομένα είναι άμεσα συγκρίσιμα με τις κορυφαίες εταιρείες στην Ευρώπη και διεθνώς. Η εικόνα αυτή αντικατοπτρίζεται πλήρως στις αποδόσεις των ομολόγων τους και είναι απλώς θέμα χρόνου η αναβάθμιση αυτών σε επίπεδο επενδυτικής βαθμίδας (με τον ΟΤΕ να έχει ήδη).

    Πώς αξιολογείται η επένδυση

    Για τους επενδυτές, η αγορά των εταιρικών ομολόγων αποτελεί μια βιώσιμη και αξιόπιστη διέξοδο στην αναζήτηση αποδόσεων και την αποτελεσματική διαχείριση των χαρτοφυλακίων τους, τη διαχείριση ενεργητικού/παθητικού. Για τις εταιρείες/εκδότες αποτελεί μία ακόμη λύση, για την αναζήτηση δανειακών κεφαλαίων και την υλοποίηση είτε αναχρηματοδότησης, που εξυπηρετεί τις ανάγκες της εταιρείας, ή υλοποίησης αναπτυξιακών business plans.

    Όπως επισημαίνουν τα στελέχη του dealing room της Γενικής Διεύθυνσης Global Markets της Eurobank, όσο η αγορά ωριμάζει, αντίστοιχα επιτακτική γίνεται η ανάγκη για την αξιολόγηση, ποιοτικά και ποσοτικά, των προσφερόμενων εκδόσεων, αλλά και η καθημερινή παρακολούθηση των θέσεων από επαγγελματίες της αγοράς.

    Στο πλαίσιο αυτό, ο πελάτης/επενδυτής των Private/Personal Banking μονάδων των τραπεζών, μέσω του προσωπικού του Relationship Manager αλλά και Fixed Income/Product Expert, ενημερώνεται άμεσα για την επικείμενη έκδοση και η επένδυση αξιολογείται, ποιοτικά και ποσοτικά, για το κατά πόσο έχει θέση στο χαρτοφυλάκιό του. Στον επενδυτή παρέχονται λεπτομέρειες για τους σκοπούς της έκδοσης, τα ποιοτικά και ποσοτικά της στοιχεία, ενώ, για τον εκδότη, παρέχονται στοιχεία συνδεδεμένα με την πιστοληπτική του αξιολόγηση, τη φερεγγυότητα και εξετάζονται παράμετροι που συχνά ξεπερνούν κατά πολύ τα απλά δημοσιευμένα στοιχεία της εταιρείας (π.χ. σχέση καθαρού δανεισμού προς κέρδη, ίδια προς ξένα κεφάλαια, σχέδιο και χρόνοι αναχρηματοδότησης, μετοχική σύνθεση κ.ά).

    Σε ό,τι αφορά την έκδοση, στοιχεία όπως η πιστοληπτική αξιολόγηση, η διάρκεια και η απόδοση, αποτελούν μόνο την επιφάνεια της συναλλαγής και απαιτείται πλέον επαγγελματική συμβολή για την αξιολόγηση των εκδόσεων. Δεδομένα όπως οι παρεχόμενες εγγυήσεις, η τήρηση χρηματοοικονομικών δεικτών, οι επιτρεπόμενες εξασφαλίσεις, η επιχειρηματική περίμετρος, και βέβαια, λεπτομέρειες που περιλαμβάνονται στο ενημερωτικό δελτίο, αποτελούν στοιχεία της επιμέρους και πολύ σημαντικής συνολικής αξιολόγησης της επένδυσης.

    "Οι επενδυτές θα πρέπει να τηρούν απαρέγκλιτα τους κανόνες διαχείρισης χαρτοφυλακίου, να τηρούν ευλαβικά το προφίλ επενδύσεών τους και να μη δελεάζονται αποκλειστικά από την προσδοκώμενη απόδοση", τονίζουν τα στελέχη της Διεύθυνσης Global Markets της Eurobank. Όπως σημειώνουν, η αξιολόγηση μιας επένδυσης αποκλειστικά από την προσδοκώμενη απόδοση, δεν αρκεί για την επιτυχή της ενσωμάτωση σε ένα ισορροπημένο χαρτοφυλάκιο.

    "Η παρουσίαση, αξιολόγηση και παρακολούθηση των ομολογιακών χαρτοφυλακίων και των επιμέρους ομολόγων αυτών χρήζει διαρκούς, επαγγελματικής διαχείρισης και πόρων που απαιτούν υψηλές οικονομίας κλίμακος. Τη διαχείριση αυτή μπορούν να προσφέρουν μόνο οι τράπεζες και οι οργανισμοί που έχουν διαχρονικά επενδύσει για στελέχωση και υποδομές στους τομείς αυτούς", καταλήγουν.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων