Α. Τουρκολιάς: "Η ΕΤΕ έχει στέρεες βάσεις για να χρηματοδοτήσει την οικονομία"
Δευτέρα, 09-Σεπ-2013 15:05
Την πεποίθησή του ότι η Ελληνική οικονομία βρίσκεται πολύ κοντά στο σημείο καμπής εξέφρασε, σύμφωνα με πληροφορίες, ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας, κ. Αλέξανδρος Τουρκολιάς, στο πλαίσιο ομιλίας του σε δείπνο πελατών στη Θεσσαλονίκη. Παράλληλα, ο κ. Τουρκολιάς τόνισε ότι η Εθνική έχει στέρεες βάσεις για να χρηματοδοτήσει την οικονομία και την παραγωγική διαδικασία, ενώ τόνισε χαρακτηριστικά ότι “η Εθνική έχει αποδείξει ότι όταν πεισμώνει επιτυγχάνει απολύτως”.
Ο κ. Τουρκολιάς χαρακτήρισε καθοριστικό το τρέχον χρονικό σημείο για την επανεκκίνηση της οικονομίας και εκτίμησε ότι κάποια ορατά θετικά σημάδια στο μέτωπο της βαθειάς κρίσης, που βιώνει η χώρα μας τα τελευταία χρόνια, αρχίζουν να διαφαίνονται. “Η πορεία πλεύσης προς την ανάκαμψη και έναν ενάρετο αναπτυξιακό κύκλο συνοδεύεται από σημαντικές προκλήσεις. Τα επόμενα τρίμηνα θα είναι αποφασιστικής σημασίας, για να μετουσιωθούν οι θυσίες μεγάλου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας σε ουσιαστική βελτίωση των οικονομικών συνθηκών”, πρόσθεσε.
Ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΤΕ συμπλήρωσε πως “από τα μέσα του 2012, εμφανίζονται οι πρώτες αχνές, αλλά σαφείς, ενδείξεις μείωσης της αβεβαιότητας, που συνόδευσαν την εφαρμογή του προγράμματος οικονομικής στήριξης, καθώς και τη συμφωνία για παροχή περαιτέρω βοήθειας, ώστε να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του χρέους. Η συμφωνία με τους εταίρους μας στην Ευρωζώνη αντανακλά, μεταξύ άλλων, τόσο την αναγνώριση της εντατικοποίησης των προσπαθειών όσο και το τεράστιο κοινωνικό κόστος, προκειμένου να επιτευχθεί η εντυπωσιακή πρόοδος σε όρους δημοσιονομικής προσαρμογής: η μεγαλύτερη και ταχύτερη που έχει σημειωθεί ποτέ σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσαρμογή πρωτογενούς ελλείμματος της τάξης του 10,5% του ΑΕΠ ή σχεδόν 25 δισ. ευρώ, σε μια τετραετία). Ωστόσο, το υφεσιακό αποτέλεσμα και το κοινωνικό κόστος είναι υψηλά, καθιστώντας επιτακτική την επίσπευση της πορείας προς την ανάκαμψη”.
Για τις ελληνικές τράπεζες, ο κ. Τουρκολιάς ανέφερε ότι “δεν θα ήταν δυνατό να μείνουν αλώβητες από τις προκλήσεις και τους κλυδωνισμούς που επέφερε η κρίση. Δεν δίστασαν μέσα σε εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες να συνεπικουρήσουν τις προσπάθειες του ελληνικού Δημοσίου να αποκαταστήσει τη δημοσιονομική βιωσιμότητα. Κυρίως, όμως, και παρά τους προφανείς περιορισμούς, δεν έπαψαν να στηρίζουν τους πελάτες τους, διατηρώντας ανοικτές πιστωτικές γραμμές και διευκολύνοντας την εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων μεγάλου αριθμού πελατών, οι οποίοι παρά τις καλές τους προθέσεις δοκιμάστηκαν δυσανάλογα. Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα απώλεσε περίπου 100 δισ. ευρώ ιδιωτικών καταθέσεων από τα μέσα του 2009 έως και τον Ιούνιο του 2012, ενώ παρά την ανάκαμψη από τα μέσα του 2012, η καθαρή απώλεια υπερβαίνει τα 90 δισ. ευρώ για το σύστημα. Ο δανεισμός από την ΕΚΤ και μέσω ELA υποκατέστησε τεχνικά, αλλά όχι λειτουργικά, το έλλειμμα ρευστότητας. Η αύξηση της καταθετικής βάσης και η αποκατάσταση της αποδοχής, κατευθείαν από την ΕΚΤ, των υφιστάμενων τίτλων προς ενεχυρίαση με καλύτερους όρους, επέτρεψαν τον περιορισμό της εξάρτησης από το Ευρωσύστημα και τη μείωση του κόστους χρηματοδότησης για τις τράπεζες ήδη από τα τέλη του 2012”.
Όσο για την Εθνική Τράπεζα ο κ. Τουρκολιάς τόνισε ότι η τράπεζα πέτυχε σημαντική περαιτέρω μείωση της χρηματοδότησής της από το Ευρωσύστημα κατά 9,2 δισ. ευρώ (25,5 δισ. ευρώ στο τέλος Ιουνίου 2013, έναντι 34,7 δισ. ευρώ ένα έτος νωρίτερα) η οποία συμβάλλει στην ενίσχυση των επιτοκιακών εσόδων. “Στην κατεύθυνση αυτή συντέλεσε σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό η βελτίωση του μείγματος χρηματοδότησης από το Ευρωσύστημα, αφού η έκθεση της ΕΤΕ στον υψηλού κόστους έκτακτο μηχανισμό παροχής ρευστότητας ELA έχει μειωθεί δραματικά από το επίπεδο του 100% στην αρχή του έτους. Ενδεικτικά, με τρέχοντα στοιχεία Αυγούστου, η έκθεση της ΕΤΕ στον ELA κυμαίνεται πλέον σε επίπεδα χαμηλότερα του 1 δισ. ευρώ”, συμπλήρωσε.
Τέλος, κατέληξε λέγοντας ότι η Εθνική είναι η μόνη Τράπεζα στην Ελλάδα, και πρωτοπόρος σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με δείκτη δανείων προς καταθέσεις στο 93% στο εξάμηνο, σε σύγκριση με μέσο όρο της τάξης του 120% για το υπόλοιπο του συστήματος και ευρωπαϊκό μέσο όρο υψηλότερο του 110%.