ΚΕΦΙΜ: Παρά τις επιμέρους βελτιώσεις, η νομοθετική διαδικασία στην Ελλάδα γίνεται στο πόδι

Τρίτη, 27-Ιαν-2026 13:57

ΚΕΦΙΜ: Παρά τις επιμέρους βελτιώσεις, η νομοθετική διαδικασία στην Ελλάδα γίνεται στο πόδι

Η πρόσφατη δημόσια συζήτηση σχετικά με τις διατάξεις του Ν. 5264/2025 καταδεικνύει τα επίμονα ζητήματα της νομοθετικής διαδικασίας στην Ελλάδα, τα οποία παρά τις βελτιώσεις που καταγράφονται στον Δείκτη Ποιότητας Νομοθέτησης που δημοσιεύει κάθε χρόνο το ΚΕΦΙΜ, παραμένουν ανεπίλυτα.

Ορισμένα από αυτά τα ζητήματα που αφορούν τόσο τον Ν. 5264/2025 όσο και το σύνολο της νομοθέτησης είναι:  

-Η έλλειψη διαβούλευσης για το σύνολο του νόμου. Η επίμαχη διάταξη στο άρθρο 109 του νόμου δεν τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση. Πιο συγκεκριμένα, από συνολικά 134 άρθρα που περιείχε ο νόμος, μόνο τα 103 ήταν διαθέσιμα για διαβούλευση - δηλαδή το 23% του νόμου δεν πέρασε από δημόσια διαβούλευση. Ωστόσο, αυτό δεν είναι κάτι νέο ή μοναδικό, καθώς το 2025 το 13% των άρθρων στους νόμους (κατά μέσο όρο) δεν πέρασαν από δημόσια διαβούλευση, ενώ υπήρξαν και νόμοι όπου το ένα τρίτο των άρθρων εμφανίστηκαν μετά την διαβούλευση (17 από τα 47 άρθρα του Ν. 5184/2025) σε αντίθεση με όσα ορίζουν ο Ν. 4622/2019 για το επιτελικό κράτος και το εγχειρίδιο νομοπαρασκευαστικής μεθοδολογίας.  

-Οι άσχετες διατάξεις στα νομοσχέδια. Η επίμαχη διάταξη στο άρθρο 109 του νόμου δεν σχετίζεται με το κύριο αντικείμενό του, είναι δηλαδή άσχετη. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 74, παράγραφος 5 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι "Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση. Προσθήκη ή τροπολογία άσχετη με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου ή της πρότασης νόμου δεν εισάγεται για συζήτηση". Ωστόσο, σχεδόν το 40% των άρθρων του νόμου (Μέρος Δ - Επείγουσες Ρυθμίσεις) δεν σχετίζεται με το κύριο αντικείμενό του, καθώς αφορά σε διατάξεις από 12 Υπουργεία. Φυσικά, αυτή η πρακτική ούτε νέα είναι, ούτε αποτελεί εξαίρεση καθώς το 2025 οι μισοί νόμοι δεν ρύθμισαν μόνο ένα θέμα, σε αντίθεση με όσα προβλέπει και το Εγχειρίδιο Νομοπαρασκευαστικής Μεθοδολογίας (σελ. 17) που εισήγαγε από το 2020 η κυβέρνηση και ορίζει πως: "Κάθε νομοσχέδιο έχει ένα κύριο αντικείμενο και δεν περιλαμβάνει διατάξεις άσχετες προς αυτό, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 74 παρ. 5 εδ. β. του Συντάγματος. Τέτοιες διατάξεις δεν είναι συνταγματικά αποδεκτές και, συνεπώς, δεν επιτρέπονται ούτε κατά το παρόν Εγχειρίδιο – είτε συμπεριλαμβάνονται στο σώμα του νομοσχεδίου είτε λαμβάνουν τη μορφή τροπολογιών". Ενδεικτικά, μόνο το 51% των νόμων του 2025 ρυθμίζει μόνο ένα θέμα, όπως προβλέπει το Σύνταγμα και το Εγχειρίδιο Νομοπαρασκευαστικής Μεθοδολογίας ενώ το υπόλοιπο 49% των νόμων έρχεται σε αντίθεση με την σχετική οδηγία.  

-Η προβληματική τελευταία νομοθέτηση του Δεκεμβρίου. Ο Ν. 5264/2025 ήταν ο τελευταίος νόμος του έτους, και κατά τη συνήθη πρακτική νομοθέτησης στην Ελλάδα αποτελεί συρραφή διατάξεων που εκκρεμούν από το σύνολο του έτους και ψηφίζονται τυφλά. Όπως καταδεικνύει ετησίως η ανάλυση του ΚΕΦΙΜ "Η τελευταία νομοθέτηση του έτους:  Τι ψήφισε η Βουλή τον Δεκέμβριο του 2025  και τι ψηφίζει κάθε Δεκέμβριο" οι νόμοι που ψηφίζονται τον Δεκέμβριο σημειώνουν τη χαμηλότερη μέση επίδοση (54,1/100) σε ό,τι φορά την ποιότητα της νομοθέτησης σε σχέση με τους υπόλοιπους μήνες του χρόνου. Είναι ενδεικτικό πως ο νόμος 5264/2025 περιέχει 12 άρθρα σε τροπολογίες, δηλαδή ένα μικρό νομοσχέδιο, που κατατέθηκαν τυπικά 2 ημέρες πριν την ψήφιση του νόμου αλλά αργά το βράδυ, συγκεκριμένα στις 22:02 και 23:15.  

Τα επιμέρους αυτά ζητήματα, ανάμεσα σε πολλά άλλα που έχει αναδείξει το ΚΕΦΙΜ τα τελευταία 7 χρόνια που δημοσιεύει τον Δείκτη Ποιότητας Νομοθέτησης, δείχνουν πως τα προβλήματα που εντοπίστηκαν με αφορμή τον Ν. 5264/2025 αφορούν διαχρονικές και επίμονες παθογένειες, οι οποίες δεν διορθώνονται παρά την αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου και των σχετικών κανονισμών.  

Το πρόβλημα της κακής νομοθέτησης αφορά πρωτίστως τον σεβασμό των διαδικασιών και την ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών, καθώς μεγάλο μέρος των νόμων στην Ελλάδα ψηφίζεται χωρίς την απαραίτητη διαβούλευση σε χρόνο και στο σύνολο του νόμου, χωρίς δεδομένα και τεκμηρίωση, ως συρραφή άσχετων διατάξεων, με τροπολογίες που εμφανίζονται αργά την νύχτα, και με διατάξεις που τελικά δεν εφαρμόζονται.  

Η εισαγωγή περισσότερων δικλείδων ασφαλείας, ο σεβασμός του Συντάγματος και του θεσμικού πλαισίου από το νομοθετικό σώμα, και ο δικαστικός έλεγχος των συνταγματικών προβλέψεων σχετικά με την καλή νομοθέτηση (βλ. έλεγχος σχετικότητας διατάξεων) αποτελούν απαραίτητα βήματα για την βελτίωση της νομοθετικής διαδικασίας στην Ελλάδα και την ενίσχυση των αρχών του κράτους δικαίου.  

Ο Πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ Νίκος Ρώμπαπας δήλωσε σχετικά: "Η υπόθεση Κεφαλογιάννη έφερε στο φως κάτι που είναι ευρέως γνωστό σε όσους ασχολούνται με τη νομοθέτηση: οι βουλευτές αντιμετωπίζουν τους νόμους και το Σύνταγμα όπως ακριβώς και πολλοί πολίτες και επιχειρήσεις — ως συστάσεις που μπορούν να παρακαμφθούν όταν η εφαρμογή τους είναι δύσκολη ή άβολη. 

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η κυρία Κεφαλογιάννη κατηγορείται δικαίως ή αδίκως. Το ουσιαστικό πρόβλημα είναι ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε αντίκειται στις αρχές της καλής νομοθέτησης, στον Κανονισμό της Βουλής και στο Σύνταγμα. Και, κυρίως, ότι αυτή η πρακτική δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά κανόνα καθ’ όλη την περίοδο από τη μεταπολίτευση έως σήμερα. 

Παρότι η ποιότητα νομοθέτησης τα τελευταία χρόνια έχει βελτιωθεί σημαντικά και σε ορισμένα τυπικά θέματα ξεπερνά αυτή των Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του δικτύου EPICENTER, αυτό δεν αρκεί. Οι νομοθέτες οφείλουν να λειτουργούν ως πρότυπο σεβασμού και τήρησης των νόμων."