Του Λέανδρου Ρακιντζή
Μπορούν οι αυστηρές ποινές για την οπλοκατοχή να σταματήσουν το αιματοκύλισμα ή να επιτύχουν τον αφοπλισμό;
Το παραπάνω ερώτημα γεννιέται μετά τα φονικά στο χωριό Βορίζια στην Κρήτη, που απόδειξε για μια ακόμα φορά, ότι παρά την άνοδο του οικονομικού και όχι πολιτιστικού επιπέδου στα ορεινά χωριά της Κρήτης τίποτα δεν έχει αλλάξει και ότι οι διαφωνίες και οι παλιές βεντέτες ακόμα και μετά το "σασμό" δεν επιλύονται ειρηνικά, αλλά ισχύει ο εθιμικός νόμος αίμα αντί αίμα με τη χρήση πυροβόλων όπλων, όπως το ίδιο συμβαίνει και με τις βεντέτες μεταξύ οικογενειών Ρομά, ενώ οι βεντέτες στη Μάνη βρίσκονται σε αποδρομή.
Μπροστά στο θόρυβο, που ξέσπασε από τα φονικά και συνεχίζεται η κυβέρνηση λίγο αργά αποφάσισε να λάβει νομοθετικά μέτρα, που εξάγγειλε σε γενικές γραμμές με δηλώσεις του ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη Γ. Χρυσοχοΐδης, που είπε: "Τέρμα οι μπαλοθιές, μόνιμα το ελληνικό FBI στην Κρήτη. Δεν θα κάνουν κουμάντο οι νταήδες και η τοπική Μαφία". Εξάγγειλε σειρά νομοθετικών μέτρων, όπως αμνηστία για όσους παραδώσουν τα όπλα τους, θέσπιση αυστηρών ποινών μέχρι 10 ετών φυλάκιση και πολύ μεγάλα πρόστιμα για την οπλοκατοχή και οπλοχρησία, η έφεση σε καταδικαστικές αποφάσεις για οπλοκατοχή να μην έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, αναθεώρηση των αδειών οπλοφορίας και έλεγχος στους σκοπευτικούς συλλόγους, γιατί οι κρητικοί προμηθεύονται φθηνά τις σφαίρες τους ως σκοπευτές.
Οι δηλώσεις του κ. Υπουργού επιβεβαιώνουν τη γνωστή σε όλους αλήθεια, που την έκρυβαν κάτω από το χαλί, ότι στην Κρήτη κάνουν κουμάντο οι νταήδες, που δεν είναι μόνο άτομα του υπόκοσμου, και η τοπική μαφία, που ασχολείται κυρίως με εμπόριο ναρκωτικών. Παρά τους επαίνους του Υπουργού για τη τοπική Αστυνομία και τους ντόπιος αστυνομικούς, η πράξη απόδειξε, ότι διαχρονικά αυτή δεν επαρκεί (επιεικώς) και απαιτείται η μόνιμη εγκατάσταση στην Κρήτη υποδιεύθυνσης του ελληνικού FBI για τη διασφάλιση της δημόσιας ασφάλειας, όπως σχεδιάζεται η εγκατάσταση του FBI σε περιοχές Ρομά. Παράλληλα με την κρητική και μανιάτικη βεντέτα υπάρχει ίσως περισσότερο αιματηρή βεντέτα μεταξύ οικογενειών Ρομά, με θύματα και τρίτους μη Ρομά, που πρέπει να αντιμετωπισθεί διαφορετικά, γιατί στηρίζεται σε άλλα δεδομένα, των οποίων ο αφοπλισμός είναι περισσότερο δύσκολος.
Η διαχρονική ευθύνη της Πολιτείας, για όλα τα φονικά στη Κρήτη είναι τεράστια, γιατί για λόγους πολιτικού κόστους ή άγρα ψήφων, καμιά κυβέρνηση δεν τόλμησε να θεσπίσει και κυρίως να εφαρμόσει μέτρα για τον αφοπλισμό. Στη ρητορική υπόθεση, αν αφόπλιζαν όλους τους "ντελικανήδες" (κάθε ορεινός κρητικός έχει τουλάχιστον τρία όπλα σπίτι του συνήθως όμως δεν οπλοφορεί δημόσια) ασφαλώς θα είχαμε κάθετη μείωση των φονικών, που θα γίνονταν μόνο με αγχέμαχα όπλα. Μεταπολεμικά όχι μόνο δεν έγινε καμιά προσπάθεια ολοκληρωτικού αφοπλισμού, γιατί μερικός δεν πρόκειται να πετύχει, αντίθετα ο οπλισμός εκσυγχρονίστηκε με εισαγωγή απείρων καλάσνικώφ αλβανικής προέλευσης, γιατί τα γερμανικά όπλα από την εποχή του πολέμου ξέμειναν από σφαίρες.
Φοβάμαι όμως, ότι και αυτή τη φορά η προσπάθεια αφοπλισμού θα αποτύχει, γιατί η οπλοφορία για λόγους ιστορικούς είναι βαθιά ριζωμένη στο DNA των κρητικών ιδίως των ορεινών περιοχών, έτσι μπροστά στη καθολική αντίθεση ενόψει προεκλογικής περιόδου και με τη βοήθεια των ντόπιων πολιτικών, που τους συνδέουν δεσμοί αίματος και κουμπαριές και που παρέχουν ακόμα και φανερά προστασία στα δικά τους παιδιά, κάποια λύση θα βρεθεί, όπως έγινε με τα ΕΛΤΑ. Το πιθανότερο να χορηγηθούν αφειδώς άδειες οπλοφορίες, ώστε να υπάρξει καταγραφή των όπλων και στοιχειώδης έλεγχος. Προπολεμικά ο Ι. Μεταξάς κατάφερε να περιορίσει την οπλοκατοχή και ζωοκλοπή στη Κρήτη με τον εκτοπισμό με δικαστική απόφαση του δράστη εκτός Κρήτης.
Γίνεται εκτενής συζήτηση, αν για λόγους ασφαλείς επιτραπεί η νόμιμη κατόπιν αδείας οπλοκατοχή στο σπίτι υπέρ της οποίας τάχθηκε ο Υπουργός Α. Γεωργιάδης. Κάθε άποψη εμφανίζει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα και οποιαδήποτε απόφαση της Πολιτείας πρέπει να ληφθεί κατόπιν ώριμου σκέψεως με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον στο οποίο εμπεριέχεται η δημόσια ασφάλεια. Ιδιαίτερα για τις παραμεθόριες περιοχές και την Κρήτη προβάλλεται το επιχείρημα, ότι η οπλοφορία είναι αποτρεπτικό μέσο στη περίπτωση αθρόας εισόδου μεταναστών και διασποράς τους στην ύπαιθρο με κίνδυνο λεηλασιών και συγκρούσεων.
Αμφιβάλω αν τελικά θεσπιστούν οι αυστηρές διατάξεις για την απαγόρευση των όπλων και αν επιλεκτικά εφαρμοστούν από τους ντόπιους αστυνομικούς και από τα δικαστήρια, που στελεχώνονται κατά κανόνα από κρητικούς δικαστές, καθόσον υπάρχουν νομότυπα δικαστικές πρακτικές να τις υπερκεράσουν με δεδομένο, ότι παρά τη Συνταγματική επιταγή (αρθ,93παρ.3 Σ) οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένες, οι αθωωτικές αποφάσεις δεν καθαρογράφονται, που σημαίνει δεν υπάρχει έλεγχος για την αυθαίρετη δικαστική κρίση. Η διάταξη να μην έχει η έφεση ανασταλτικό αποτέλεσμα σε περίπτωση καταδίκης για οπλοκατοχή δεν πρόκειται να περάσει, όπως συνέβη σε παρόμοια περίπτωση για τις εγκληματικές οργανώσεις, όπου η κυβέρνηση υποχώρησε.
Σε όλες τις ετήσιες εκθέσεις πεπραγμένων σαν ΓΕΔΔ (2004-2016) πρότεινα στις εκάστοτε κυβερνήσεις και έκτοτε επαναλαμβάνω σε κάθε περίπτωση, ότι είναι απαραίτητο για τη βελτίωση της δημόσιας διοίκησης, της απόδοσης της δικαιοσύνης, την εξασφάλιση της δημόσιας ασφάλειας και την εμπέδωση του κράτους δικαίου η θέσπιση του κωλύματος εντοπιότητας κατά περιφέρειες και όχι κατά νομούς, με εξαίρεση μόνο για Αθήνα και Θεσσαλονίκη, δηλαδή οι ως κατωτέρω να μην υπηρετούν στο τόπο της καταγωγής τους ή των συζύγων τους. Το κώλυμα εντοπιότητας να εφαρμόζεται για δικαστικούς λειτουργούς, αστυνομικούς, λιμενικούς (ο λιμενάρχης Χανίων υπηρετεί πολλά χρόνια στο ίδιο πόστο) εφοριακούς κλπ γιατί έχουν βαρίδια για την εκτέλεση του καθήκοντος τους και για να αποφύγουν τις οχλήσεις συγγενών και φίλων, όπως καταφάνηκε από την αστυνομική παρακολούθηση ανώτατης δικαστικής λειτουργού με τον αρχηγό της τοπικής μαφίας για ευνοϊκή ρύθμιση συνθέσεως δικαστηρίου, για την οποία οι αρμόδιοι τηρούν αιδήμονα σιωπή.
*Αρεοπαγίτης ε.τ.