Συνεχης ενημερωση

    Σάββατο, 09-Απρ-2022 08:39

    Μαρία Δημητριάδη: "Είμαστε η συμμορία της Μέδουσας"

    Μαρία Δημητριάδη: "Είμαστε η συμμορία της Μέδουσας"
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Συνέντευξη στον Αντώνη Κυριαζάνο

    Η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς, που καταλαµβάνει όλη την ισόγειο αίθουσα, είναι µια έκθεση που συγκινεί για πολλούς λόγους. Καταρχάς ανακαλεί στη µνήµη όσων την έζησαν και όσων τη γνώρισαν, και είναι πολλοί αυτοί, την αξέχαστη από κάθε άποψη Μαρία Δηµητριάδη. Μια εκρηκτική προσωπικότητα, που µε τη Μέδουσά της, τη γνωστή γκαλερί της οδού Ξενοκράτους 7, επηρέασε βαθιά την πορεία της τέχνης τα τελευταία σαράντα χρόνια, το διάστηµα δηλαδή που λειτούργησε η γκαλερί, ταυτισµένη εντελώς µε τη ζωή της. Θα θυµάµαι πάντα µια ψηλή, ωραία γυναίκα, µε έντονο βλέµµα, σίγουρη για τον εαυτό της, δυναµική και αποφασισµένη, να ακολουθεί µε συνέπεια τα όνειρά της: η Μέδουσα ήταν ένα από αυτά. Στην ίδια έκθεση µετράει κανείς τους πολλούς και σηµαντικούς καλλιτέχνες που εξέθεσαν τα έργα τους στην γκαλερί της. Αρκετοί από αυτούς ήταν ήδη φτασµένοι, άλλοι ξεκίνησαν και "µεγάλωσαν" κάτω από το φιλότεχνο και στοργικό βλέµµα της, όπως ο Γιώργος Ρόρρης, που εξέθεσε στη Μέδουσα τη διπλωµατική του εργασία – και εντυπωσίασε τους πάντες. 

    Η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη (µέχρι τις 22/5) εξιστορεί αυτήν ακριβώς τη δράση της, ο τίτλος είναι άλλωστε "Μέδουσα Αίθουσα Τέχνης (1979-2017)", από το ξεκίνηµά της το 1979 µέχρι το 2017, χρονιά που η Μαρία Δηµητριάδη έφυγε τόσο αδόκητα και σε µια καλή στιγµή από τη ζωή. Πρόλαβε, πάντως, να φροντίσει την υλοποίηση αυτής της έκθεσης για να γιορτάσει τα 40 χρόνια της Μέδουσας, καθώς και την έκδοση ενός καταλόγου, αναθέτοντάς τα σε στενούς φίλους και συνεργάτες της, όπως τον γλύπτη Νάκη Ταστσιόγλου, την επί σειρά ετών συνεργάτιδά της Πηνελόπη Ταράτσα, καθώς και τον ζωγράφο Μίλτο Μιχαηλίδη. Επιµελήτρια της έκθεσης, καθώς και της έκδοσης του καταλόγου, όρισε την ιστορικό τέχνης Ελισάβετ Πλέσσα (τον αρχιτεκτονικό σχεδιασµό της ανέλαβε ο Σταύρος Παπαγιάννης / Stage Design Office), ενώ ανέθεσε τον σχεδιασµό της έκδοσης στη γραφίστρια Μαρία Βεϊοπούλου. 

    Την είχα συναντήσει στο µικρό της γραφείο, στην γκαλερί, τον Δεκέµβριο του 2013, για την έκθεση "Summing Up", για να γιορτάσει τα 35 χρόνια της Μέδουσας. Από τη συνέντευξη που µου είχε δώσει είχε δηµοσιευτεί ένα µικρό µόνο κοµµάτι και τώρα τη δηµοσιεύουµε ολόκληρη, για να θυµηθούµε ξανά την ξεχωριστή εκείνη γυναίκα που η παρουσία της στα εικαστικά υπήρξε τόσο δηµιουργική. Θυµάµαι ακόµη πώς, περιτριγυρισµένος από τα έργα της συλλογής της, που µετά τη δωρεά της ανήκουν πλέον στην Εθνική Πινακοθήκη, τη ρώτησα εντυπωσιασµένος:

    > Αλήθεια, πώς ξεκίνησαν όλα αυτά; 

    Χάρη στη θεία µου, τη ζωγράφο Μαρία Σπέντζα. Μετά το σχολείο πήγαινα στο σπίτι της, επειδή και οι δυο µου γονείς δούλευαν. Εκεί γνώρισα µερικούς από τους πιο σηµαντικούς φίλους της, τον Μόραλη, τον Γκίκα, τον Μαυροΐδη, που µου έκανε πορτρέτα από µικρό παιδί. Θυµάµαι πως, όταν τελείωνε κάποιο έργο της, τους φώναζε να το δουν. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ήταν φυσικό να δοκιµάσω κι εγώ τις δυνάµεις µου στη ζωγραφική. Και όταν έσπασα τα µούτρα µου, τους ανακοίνωσα ότι θα ανοίξω γκαλερί. Ήταν ο µόνος τρόπος να συνεχίζω να ζω ανάµεσα σε καλλιτέχνες. Όπως και έγινε. Στα 19 µου έκανα την επιθυµία µου πράξη: την Αίθουσα Τέχνης Μέδουσα.
     
    > Και πώς της δώσατε αυτό το όνοµα; 

    Είναι το όνοµά µου. Έτσι µε φώναζαν τα παιδιά στο σχολείο επειδή είχα κατσαρά µαλλιά. Έρχεται η Μέδουσα, έλεγαν. Μου αρέσει, όµως, και η θάλασσα αλλά και η µυθολογική θεότητα που µε το βλέµµα της πάγωνε όσους δεν ήθελε να µπαίνουν στη ζωή της.

    > Και τώρα, στρέφοντας το βλέµµα πίσω, τι βλέπετε όλα αυτά τα τριάντα πέντε χρόνια της Μέδουσας; 

    Βλέπω κατ’ αρχάς µια προσωπική εξέλιξη, που βέβαια έγινε χάρη στους καλλιτέχνες-συνεργάτες µου. Χωρίς αυτούς δεν θα υπήρχε η Μέδουσα, αλλά ούτε κι εγώ. Μ’ αυτούς ξεκίνησα, χάρη στη Μαρία Σπέντζα και τους φίλους της, και συνεχίζω χάρη σ’ αυτούς να εξελίσσοµαι, θέλω να ελπίζω. Αυτή η διαδροµή υπήρξε για µένα ένας µεγάλος πλούτος ψυχής. Ό,τι έκανα, το έκανα µε αγάπη και αυτό η γκαλερί µού το έχει ανταποδώσει.

    > Η σχέση σας µε τους καλλιτέχνες ποια είναι; Θεωρούνται δύσκολα παιδιά...

    Ξεκίνησα να ζω µαζί τους και µε την γκαλερί συνέχισα να ζω µαζί τους. Τους ερωτεύτηκα παράφορα, τους θαυµάζω παράφορα, ζηλεύω την ικανότητα που έχουν να δηµιουργούν, θαυµάζω την ελευθερία τους, την αυτονοµία τους. Στα µάτια µου αυτό τους κάνει δυνατούς. Στη Μέδουσα είµαστε µια συµµορία που ο ένας συµπληρώνει και στηρίζει τον άλλον. Τους αγαπάω πολύ.

    > Από τον απέραντο κόσµο της τέχνης εσείς τι διαλέξατε να προβάλετε και µε ποια κριτήρια; 

    Οι επιλογές ήταν αυστηρά προσωπικές. Ξεκίνησα µε την πρόθεση να έχω µια γερή βάση µε καλλιτέχνες όπως ο Takis, ο Κουλεντιανός, ο Πράσινος, ο Ακριθάκης, ο Θεοφυλακτόπουλος. Και µετά ανοίχτηκα σε νέους καλλιτέχνες που τους επέλεγα µε βάση το προσωπικό µου κριτήριο. Η πρώτη εντύπωση, και ένας κόµπος στο στοµάχι κοιτάζοντας το έργο τους, ήταν η αρχή της έρευνας, των συζητήσεων, της βαθύτερης γνωριµίας. Μετά τους έκανα την πρώτη ατοµική τους έκθεση και από τότε συνεχίζουµε µαζί. Αυτή η συνύπαρξη των γενεών χαρακτήρισε τη Μέδουσα και στήριξε τη λειτουργία της. 

    > Σας ενδιαφέρει το ίδιο και αυτός που έρχεται στην γκαλερί να δει και να θαυµάσει το έργο τέχνης; 

    Ένα από τα στοιχήµατα αυτής της δουλειάς ήταν και να δηµιουργήσω καλλιτέχνες που θα ποτίσουν τους ανθρώπους µε το µικρόβιο της τέχνης. Έτσι, δεν ξεκίνησα µόνο µε νέους καλλιτέχνες, αλλά και µε νέους συλλέκτες. Το να βάζεις ανθρώπους µέσα στον κόσµο της τέχνης είναι σαν να τους χαρίζεις τη σπηλιά του Αλή Μπαµπά, γεµάτη θησαυρούς. Αυτό είναι από τα δηµιουργικά µου κοµµάτια που µε ενδιέφερε και µε ενδιαφέρει πάντα. Και χαίροµαι τη σχέση µου µε τους συλλέκτες, που ποτέ δεν σκιάστηκε όλα αυτά τα χρόνια από κάτι.
     
    > Ζώντας κυριολεκτικά µέσα στην τέχνη, νιώθετε την ανάγκη να κάνετε και κάτι άλλο; 

    Αν δεν δραπέτευα από την τέχνη, δεν θα υπήρχε και ισορροπία. Έχω, λοιπόν, ένα σπίτι στην Πάρο που το λατρεύω, έχω ένα κτήµα µε ελιές, έχω έναν κήπο και µου αρέσει να ασχολούµαι µε τη γη. Κλαδεύω, φυτεύω, πολλαπλασιάζω, κάνω όλες τις δουλειές που απαιτούνται. Ακόµα αγαπώ τα ζώα και έχω κι ένα καταπληκτικό καΐκι, που το έχω βάψει κίτρινο, µε το οποίο ταξιδεύω, είµαι ο καπετάνιος του. Αυτή είναι η ζωή µου εκτός τέχνης, έτσι διατηρώ την ισορροπία µου. 

    > Και, για να κλείσουµε, σε τι αποσκοπεί η έκθεση της συλλογής σας; 

    Η ίδια η συλλογή µου είναι έργα που µου χάρισαν ή αγόρασα όλα αυτά τα χρόνια. Συγκροτήθηκε έτσι µια µεγάλη συλλογή και µε σηµαντικά έργα που κάποια στιγµή θα τη δείξω ολόκληρη, τιµώντας τα σαράντα χρόνια της Μέδουσας. Η παρούσα έκθεση είναι µια πρόβα τζενεράλε, σε επιµέλεια της Έφης Ανδρεάδη, ένα µικρό δείγµα της και µια αναφορά στους καλλιτέχνες που αγάπησα.

    Δυστυχώς, και για εκείνη και για εµάς, η "Μέδουσα" γιορτάζει αυτές τις µέρες στο Μουσείο Μπενάκη τα 40 της χρόνια χωρίς τη Μαρία Δηµητριάδη ανάµεσά µας. Όµως τα έργα αλλά και οι φωτογραφίες, στο τελευταίο κοµµάτι της έκθεσης, την ανακαλούν έντονα στη µνήµη, όπως τότε, στα εγκαίνια των εκθέσεών της, ευτυχισµένη, περιτριγυρισµένη από καλλιτέχνες και ανθρώπους της τέχνης, όλοι νεότεροι, µε τη λάµψη στα µάτια, γελαστοί και ευχαριστηµένοι για τη γιορτή της τέχνης τους αλλά και της ίδιας της ζωής.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ