Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 10-Οκτ-2021 09:38

    Μουσείο Μπενάκη: "1821 πριν και μετά"- Η ανάσα του αγώνα

    Μουσείο Μπενάκη: "1821 πριν και μετά"- Η ανάσα του αγώνα
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Συγκινεί, επειδή όλα όσα έχεις διαβάσει, όλα όσα έχεις ακούσει, όλα όσα έχουν στριµωχτεί στο µυαλό σου από κάθε είδους αναφορές είναι τώρα εδώ, µπροστά σου: τα ενδύµατα και τα όπλα τους, προσωπικά είδη και έγγραφα, χάρτες και µικροέπιπλα, τα καλαµάρια και οι υπογραφές τους, οι σηµαίες και τα παράσηµά τους, οι σφραγίδες τους, τα τοπία τους, και µέσα από αυτά, στην αύρα της έκθεσης, οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές της: οι ήρωες του ’21, όπως µάθαµε να τους λέµε. Εντυπωσιάζει, επειδή η σκηνική παρουσίαση από τον Παύλο Θανόπουλο και τη Ναταλία Μπούρα σε κάνει να νιώθεις ακίνητος και ότι τα εκθέµατα, όπως και ο χρόνος, περνάνε εκείνα από µπροστά σου. Και, τέλος, η έκθεση "1821 Πριν και Μετά", που έστησαν µε κόπο και αγάπη οι ιστορικοί Μαρία Δηµητριάδου και Τάσος Σακελλαρόπουλος, σε κάνει να νιώθεις ότι, ναι, η Επανάσταση του ’21 έγινε.

    Επειδή η προσέγγισή της γίνεται µε ένα βλέµµα καθαρό, σηµερινό, σύγχρονο. Επειδή όλα είναι προσεγµένα, έτσι ώστε η έκθεση να µη γίνεται µελοδραµατική και να είναι η ευαισθησία που σε αγγίζει και όχι κάτι δακρύβρεχτο. Τρεις όροφοι στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς 138 και µέχρι τις 7 Νοεµβρίου µε κάποιον τρόπο µάς αφηγούνται την κοινή καταγωγή µας. Και ένας πολύτιµος και πλήρης κατάλογος, µε την υπογραφή της Εριφύλης Αράπογλου-Enarte στην καλλιτεχνική επιµέλεια, θα µας θυµίζει πάντα αυτή την έκθεση-άθλο του Μουσείου Μπενάκη και των ανθρώπων της.

    Σε µια απόπειρα να δώσουµε ένα µικρό µόνο δείγµα αυτής της έκθεσης, συζητήσαµε µε τη Μαρία Δηµητριάδου και τον Τάσο Σακελλαρόπουλο.

    > Η πρώτη ερώτηση είναι για το "πώς και το γιατί" αυτής της έκθεσης.

    Σκεφτήκαµε να κάνουµε µια έκθεση ας την πούµε δηµοκρατική, για να βρει ο κάθε επισκέπτης µέσα της κάτι από τον εαυτό του. Ώστε, φεύγοντας, να το πάρει µαζί του για να συνεχίσει στην ψυχή και στη σκέψη του να συγκινείται –για να το πω σωστά, για να δικαιολογήσει τη συγκίνησή του. Να µην είναι άτοπη και άχρονη, αλλά να είναι οργανωµένη χρονολογικά. Και για να καταλάβει καλύτερα τι σηµαίνει, τι είναι το βαθύ παρελθόν των Ελλήνων. Ξέρουµε ότι αυτά τα 100 χρόνια που παρουσιάζονται είναι τα πλέον καίρια της πρώτης φάσης του νεότερου ελληνισµού, που ξεκινάει το 1770, και επίσης θελήσαµε να δείξουµε στους επισκέπτες ότι, όταν έρχεται ο Βενιζέλος το 1910, δεν παραλαµβάνει µια οθωµανική επαρχία, αλλά ένα Κράτος.

    > Βλέποντας τα εκθέµατα, βγάζει κανείς το συµπέρασµα ότι υπήρχε ένα είδος πολυτελείας στις στολές των αγωνιστών, στα όπλα, στα διάφορα αντικείµενα. Αυτό έχει κάποια ερµηνεία;

    Καταρχάς, η φτώχεια δεν εκτίθεται, δεν διασώζεται δηλαδή για να τη δείξεις σήµερα. Ένα "πουρναροχούλιαρο", όπως έλεγε ο Κολοκοτρώνης το ξύλινο κουτάλι, δεν θα διασωθεί, εκτός αν φέρει στοιχεία λαϊκής τέχνης. Θα διασωθεί µόνο ό,τι είναι πολυτελές, πολύτιµο, ό,τι φέρει πλούσια διακόσµηση.

    > Όπως το χρυσοποίκιλτο γιλέκο του Μπότσαρη που µε συγκίνηση είδα ανάµεσα στα εκθέµατα. Αλήθεια, γιατί τέτοια πολυτέλεια που φτάνει την εκζήτηση;

    Καταρχάς, επειδή είχαν λεφτά. Μετά ήταν ένας τρόπος να ξεχωρίζουν από τους απλούς στρατιώτες. Τα όπλα του καπετάνιου πρέπει να είναι πλουµιστά και χρυσοφιλντισένια σε σχέση µε τα όπλα του απλού αγωνιστή. Από τα λάφυρα ο καπετάνιος έπαιρνε επτά κοµµάτια, το παλικάρι τρία.

    > Αυτό, ότι έπαιρναν ως λάφυρα τα όπλα του εχθρού, κρατάει από τον Όµηρο; Τι δηλώνει;

    Επισηµαίνω: τα επώνυµα όπλα... Μπορεί να είναι και οµηρικό, αλλά πιστεύω ότι ήταν αυτό που λέγεται επιγραµµατικά, και µάλιστα στον πληθυντικό, λείες πολέµου. Η επανάσταση τράφηκε οικονοµικά από τα δάνεια, από τη φορολογία των Ελλήνων, που ποτέ δεν σταµάτησε, και από τις λείες πολέµου. Όταν το είχα πρωτακούσει αυτό, µου είχε κάνει µεγάλη εντύπωση, επειδή είναι δύο λέξεις πολύ βαριές. Λείες πολέµου. Και κρύβουν πολλά.

    > Από όλον αυτόν τον απίστευτο αριθµό των εκθεµάτων που εσείς οι ίδιοι τοποθετήσατε µε τα χέρια σας στις προθήκες των δύο ορόφων, ποιο είναι το αγαπηµένο σας "κοµµάτι";

    (Μ.Δ.): Για µένα το διάταγµα που καταργεί την αγοραπωλησία των ανθρώπων, που ορίζει το τέλος της δουλείας. Είναι ένα εξαιρετικό τεκµήριο, που µας συγκίνησε και τους δύο. Αυτό µπήκε, βέβαια, µέσα στο πρώτο Σύνταγµα, όµως είναι άλλο να το δεις εδώ, ως διάταγµα µε τις υπόγραφες του Νέγρη και του Μαυροκορδάτου.

    > Αυτό δείχνει και το πόσο µπροστά ήταν οι Έλληνες εκείνη την εποχή; Κάτι που ο απλός πολίτης δεν το ξέρει.

    Ήταν και ένα διαβατήριο για την Ευρώπη, σαν να τους έλεγαν "κοιτάξτε τι κράτος θα κάνουµε". Αυτό είναι µια άλλη ψυχή της Επανάστασης. Η µία είναι τα ντουφέκια, η άλλη είναι οι πολιτικοί και η πολιτική. Και γι’ αυτό και συγκρούονται µεταξύ τους. Όµως χωρίς τους πολιτικούς δεν θα υπήρχε κράτος. Κανείς άλλος δεν θα µπορούσε να έρθει σε σύνδεση µε τους Ευρωπαίους πολιτικούς, επειδή αυτοί τους ξέρανε, είχαν σπουδάσει στο εξωτερικό, ήξεραν ξένες γλώσσες.

    (Τ.Σ.): Επειδή έχω µια εµµονή και παρέσυρα και τη Μαρία σ’ αυτό, ήθελα στην έκθεση να δείξουµε το Κράτος. Ότι οι Έλληνες δεν ήθελαν µονάχα Έθνος, αλλά και Κράτος. Γι’ αυτό και βρίσκω πολύ γοητευτικό ως έκθεµα το έγγραφο της µεταφοράς των οστών του Γρηγόριου του Ε’. Εκεί περιγράφεται όλη η διάταξη του Κράτους: Μπροστά το Ιερό Σκήνωµα και η ποµπή ξεκινάει µε τον βασιλιά, µετά πηγαίνει στους απογόνους των αγωνιστών, σε στρατηγούς, υπουργούς, βουλευτές, δικαστές, καθηγητές πανεπιστήµιων και δασκάλους, φτάνει µέχρι τον τελευταίο κλητήρια. Αυτή η καλώς εννοούµενη γραφειοκρατία είναι µια σύνοψη του Κράτους. Αυτή η Επανάσταση γέννησε ένα Κράτος. Και αυτή είναι και η µαγεία της.

    > Η γυναίκα ιστορικός έχει άλλο µάτι, σκέφτεται διαφορετικά, επιλέγει αλλιώς;

    (Μ.Δ.): Όχι, δεν έχει άλλο µάτι. Προσωπικά θα ήθελα να βάλω παραπάνω εκθέµατα για τον ρόλο της γυναίκας στην Επανάσταση, όµως τα στοιχεία είναι λίγα. Βάλαµε έµµεσα τεκµήρια, όπως τα προικοσύµφωνα ή προεπαναστατικά τις ενδυµασίες τους για να φανεί η θέση τους στην κοινωνία, και µετά περάσαµε στις γνωστές γυναίκες, την Μπουµπουλίνα και τη Μαντώ Μαυρογένους, που έχουµε πολλά στοιχεία γι’ αυτές, για να καταλήξουµε στην Αµαλία και στην Όλγα.

    > Υπήρξαν, όµως, και αγωνίστριες.

    Φυσικά, και η συµβολή τους στην Επανάσταση είναι µεγάλη, και ως γυναίκες και ως µάνες. Το ξέρουµε από τα δηµοτικά τραγούδια, από τις Σουλιώτισσες, από τις γυναίκες του Μεσολογγίου, ή από τις αγωνίστριες των µεγάλων οικογενειών, όπως η Ρόζα Μπότσαρη, που την αιχµαλώτισαν κιόλας. Η καθηµερινή γυναίκα, η µητέρα, υπέφερε πολύ, δεν έχουµε όµως πολλά στοιχεία, ούτε και έχει διασωθεί η µορφή τους κάπου. Και θα ήθελα να επισηµάνω επίσης ότι µέσα από αυτή την έκθεση φαίνεται καθαρά πόσο συντηρητικοί είµαστε εµείς σήµερα. Σκεφτείτε, η Μπουµπουλίνα είχε εννιά παιδιά από δύο γάµους, ο Κολοκοτρώνης έχει αναγνωρίσει το εξώγαµο παιδί του, που απόκτησε µε µια καλόγρια, και χωρίς µάλιστα να την παντρευτεί, όταν ήταν αιχµάλωτος στην Ύδρα. Και, ακόµα, η Μαντώ έζησε χωρίς καµία σκέψη τον έρωτά της µε τον Υψηλάντη. Δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται στον πόλεµο, την αίσθηση του θανάτου που τους τριγύριζε ή απλώς εκείνη την εποχή αντιµετώπιζαν τη ζωή µε φυσικότητα.

    > Φέτος βρεθήκαµε αντιµέτωποι µε πολλές λέξεις για το ’21. Επανάσταση, Πόλεµος Ανεξαρτησίας, Αγώνας... Εσείς ποιον θα επιλέγατε;

    Προσωπικά επιλέγω τη λέξη "Αγώνας". Επειδή έχει µέσα της την αγωνία, την προσπάθεια, τη διάρκεια...

    > Θα µπορούσαµε να µιλάµε ώρες γι’ αυτή την επική έκθεση... Όµως τι θα επιλέγατε ως επίλογο;

    Για εµάς ήταν σηµαντικό µέσα από αυτή την έκθεση να προβάλουµε το Μουσείο Μπενάκη προς τα έξω µετά τη δύσκολη περίοδο που πέρασε. Την είδαµε ως µια νέα αρχή. Που έδωσε και σε εµάς την ευκαιρία να διαπιστώσουµε και το µεγάλο βάθος των συλλογών του Αντώνη Μπενάκη. Ήταν ένας σπουδαίος συλλέκτης, και όχι για τον εαυτό του. Ήταν πραγµατιστής, µια ιδιότητα που λείπει σήµερα, αλλά είχε και µια ποιητική αίσθηση. Και, τέλος, η έκθεση αυτή έχει µέσα της πολύ το γούστο και τη σκέψη του Άγγελου Δεληβοριά, όπως και τη σκέψη του Μαρίνου Γερουλάνου και της οικογένειας Μπενάκη, γι’ αυτό και την αφιερώσαμε σε αυτούς τους δύο. Σαν σκεπτικό, η έκθεση συγκινεί ιδιαίτερα τους ανθρώπους που ξέρουν τα πολιτιστικά επιτεύγματα της γενιάς του ’60, και αυτό είναι ένα από τα βλέµµατα της έκθεσης.

     

     

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ