Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 18-Μαϊ-2021 00:05

    Πότε μπορούμε να κηρύξουμε το τέλος της πανδημίας;

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Η κανονικότητα ποτέ δεν σήμαινε "απόλυτη ασφάλεια”. Ένας ασφαλέστερος κόσμος πιθανότατα θα περιλαμβάνει τη συνύπαρξη με τον κορονοϊό.

    Ashley Gilbertson/VII For The New York Times


    Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η σωστή διαχείριση και η ενημέρωση συχνά ήταν ελλιπής. Αν θέλουμε να διασφαλίσουμε ότι η έξοδός μας από την κρίση θα εξελιχθεί καλύτερα από την είσοδο και τη "συμβίωσή” μας με την πανδημία, πρέπει να αρχίσουμε να σχεδιάζουμε από τώρα τα επόμενα βήματά μας. Ένα σωστό πρώτο βήμα θα ήταν να συμφωνήσουμε πώς ορίζουμε το τέλος της πανδημίας.

    Πότε μπορούμε να κηρύξουμε το τέλος της;

    Όχι ακόμα, φυσικά. Τα νέα κρούσματα έχουν σταθεροποιηθεί ή αυξάνονται σε πολλές περιοχές, ενώ οι μεταλλάξεις του κορονοϊού μεταδίδονται όλο και περισσότερο. Παρότι πολλοί άνθρωποι έχουν εμβολιαστεί, η πλειοψηφία του κόσμου παραμένει ακόμη ανεμβολίαστη. Οι εισαγωγές ασθενών στα νοσοκομεία και οι θάνατοι συνεχίζονται, ιδίως στις ομάδες ανθρώπων που δεν έχουν ακόμη ανοσοποιηθεί πλήρως. Η εξάπλωση του κορονοϊού στην κοινότητα συνεχίζεται αχαλίνωτη, και οι κίνδυνοι παραμένουν. Πρόσφατα, η διευθύντρια των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) των ΗΠΑ, Δρ Rochelle Walensky, προειδοποίησε για "επικείμενη καταστροφή” από ένα τέταρτο κύμα της πανδημίας εάν δεν είμαστε προσεκτικοί.

    Αλλά, η κατάσταση είναι σημαντικά βελτιωμένη σε σχέση με μερικούς μήνες πριν. Καθώς η κατάσταση συνεχίζει να βελτιώνεται, όμως, θα ήταν χρήσιμο να υπάρχει ενημέρωση σχετικά με το πώς θα χαλαρώσουν τα περιοριστικά μέτρα που μας κράτησαν ασφαλείς μέχρι τώρα.

    Βέβαια, πάρα πολλοί άνθρωποι, δεν είναι διατεθειμένοι να μιλήσουν για τυχόν χαλάρωση των μέτρων -ακόμη και μελλοντικά- διότι εξακολουθεί να υπάρχει κίνδυνος. Θέλουν να ξέρουν ότι κανείς δεν πεθαίνει πλέον από τον κορονοϊό στην κοινότητά τους, ή ότι δεν υπάρχουν πλέον κρούσματα στην περιοχή τους, και άρα δεν υπάρχει πιθανότητα να εκτεθούν στον κίνδυνο αυτόν.

    Κατανοώ τα συναισθήματά τους, καθώς έχουμε κατακλυστεί με πληροφορίες σχετικά με το πόσο επικίνδυνος είναι ο κορονοϊός. Αλλά τα συναισθήματα αυτά δεν είναι ρεαλιστικά, ούτε και λογικά. Αυτή η ακραία επαγρύπνηση θα μπορούσε να πυροδοτήσει ανεπιθύμητες εξελίξεις: με κάθε επιπλέον ημέρα αναμονής, όλο και περισσότεροι άνθρωποι γίνονται πιο ανυπόμονοι και αψηφούν τα μέτρα.

    Άλλωστε, η κανονικότητα δεν σήμαινε ποτέ "απόλυτη ασφάλεια”. Και στον ασφαλέστερο κόσμο που περιμένουμε, πιθανότατα θα πρέπει και πάλι να "συμβιώσουμε” με τον κορονοϊό.

    Ιδανικά, θα μπορούσαμε να μειώσουμε σταδιακά τα περιοριστικά μέτρα, παρακολουθώντας ταυτόχρονα προσεκτικά την κατάσταση. Πρώτον, θα μπορούσαμε να επιτρέψουμε τις υπαίθριες συναθροίσεις και να ανοίξουμε εκ νέου τα σχολεία. Εάν όλα εξελιχθούν καλά, θα μπορούσαμε να επιτρέψουμε, επίσης, τις εκδηλώσεις σε εσωτερικούς χώρους, με μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων και χρήση μάσκας. Θα μπορούσαμε ακόμη να αυξήσουμε τις πληρότητες σε εστιατόρια και μπαρ σταδιακά.

    Όμως, ενόσω κάνουμε όλα αυτά, πρέπει να παρακολουθούμε τον αριθμό των νέων κρουσμάτων, των νοσηλειών και τα ποσοστά θετικότητας. Πρέπει, επίσης, να συνεχίσουμε την ευρεία διεξαγωγή τεστ, ακόμη και στους ασυμπτωματικούς, προκειμένου να παρακολουθούμε την πρόοδο που σημειώνεται. Εάν όλα πάνε καλά, τελικά, μπορεί να απαλλαγούμε από τη μάσκα. Εάν αρκετοί άνθρωποι εμβολιαστούν και η μεταδοτικότητα επιβραδυνθεί, θα φτάσουμε στο σημείο όπου ο κόσμος θα είναι πολύ πιο ασφαλής από ό,τι τώρα.

    Οι Αμερικανικοί είναι εν γένει πρόθυμοι να ζήσουν σε έναν βαθμό με τον κίνδυνο, με αντάλλαγμα την επιστροφή σε αυτό που θεωρούμε φυσιολογική ζωή. Άλλωστε, οι δρόμοι είναι γεμάτοι αυτοκίνητα, παρ’ όλο που τα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα είναι η κύρια αιτία θανάτου των παιδιών. Επίσης, δεν είμαστε τόσοι πρόθυμοι, ως χώρα, να περιορίσουμε την οπλοκατοχή, παρότι έχουμε τραυματισμούς και θανάτους καθημερινά. Συμπερασματικά, ορισμένες φορές μπορεί να δράσουμε συλλογικά για να μειώσουμε έναν κίνδυνο, αλλά σχεδόν ποτέ δεν είμαστε σε θέση να τον εξαλείψουμε.

    Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αξιωματούχοι του τομέα Υγείας πρέπει να σταματήσουν να επιδιώκουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Αυτή είναι η δουλειά τους. Όταν ο κίνδυνος είναι άμεσος και σοβαρός, όπως ήταν κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί, ως οφείλουμε. Αλλά όταν ο κίνδυνος υποχωρεί, συχνά δεν το κάνουμε.

    Από τη μία μεριά, έχω γράψει εκτενώς για το πώς οι συστάσεις των CDC σχετικά με την κατανάλωση αλατιού και αλκοόλ μπορεί να θεωρηθούν υπερβολικές και για το γεγονός ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας θεωρεί ότι σχεδόν τα πάντα προκαλούν καρκίνο. Από την άλλη, νομίζω ότι οι Αμερικανικοί δεν λαμβάνουν τις συστάσεις αυτών των φορέων πολύ σοβαρά όταν πρόκειται για τη γρίπη. Κάποιοι μπορεί να διαφωνούν. Το σημαντικό είναι να βρει ο κόσμος την ισορροπία μεταξύ του ιδεατού και του εφικτού. 

    Ο κίνδυνος που ενέχει ο κορονοϊός παραμένει αρκετά σημαντικός σε ορισμένες περιοχές και θα πρέπει να είμαστε σε επαγρύπνηση. Αλλά εάν η πανδημία φτάσει σε ένα σημείο όπου η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που αρρώστησαν έχουν αναρρώσει, όπου ο αριθμός των νοσηλευόμενων και των θανόντων είναι μικρός και η εικόνα δεν είναι χειρότερη του μέσου όρου των εποχικών ασθενειών, τότε είναι η ώρα θα αρχίσουμε να χαλαρώνουμε τα περιοριστικά μέτρα.

    Στις ΗΠΑ, κατά τη διάρκεια της εποχικής γρίπης, πεθαίνουν κατά μέσο όρο περισσότεροι από 100 άνθρωποι την ημέρα, αλλά ο αριθμός τους σε καμία περίπτωση δεν προσεγγίζει τον ανησυχητικό αριθμό των θανάτων που καταγράφονται λόγω κορονοϊού. Δεν αναμένεται να κλείσει σύντομα η ψαλίδα, αλλά είναι εφικτό όσο οι εμβολιασμοί προχωρούν. Δεν πρέπει λοιπόν να φοβόμαστε να θέσουμε ορόσημα για τη σταδιακή χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων. Η ανακοίνωση των στόχων και των προσδοκιών θα δώσει στους Αμερικανούς έναν στόχο και έναν λόγο να παραμείνουν, στην παρούσα φάση, προσηλωμένοι.

    Φυσικά, θα ήταν καλό εάν μπορούσαμε να πάρουμε κάποια μαθήματα από αυτήν την εμπειρία και να ορίσουμε μια νέα κανονικότητα. Εάν, για παράδειγμα, οι άνθρωποι θέλουν να είναι πιο προσεκτικοί τα επόμενα χρόνια και να μένουν στο σπίτι όταν είναι άρρωστοι, να φορούν μάσκα όταν έχουν βήχα ή άλλα συμπτώματα κρυολογήματος, να πλένουν τα χέρια τους συχνότερα και να εμβολιάζονται κάθε χρόνο, θα έλεγα ναι σε όλα. Αυτή η προσέγγιση θα σώσει ζωές από τον κορονοϊό και θα μειώσει επίσης σημαντικά τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα από άλλες μολυσματικές ασθένειες.

    * O Aaron E. Carroll είναι αρθρογράφος στους The New York Times. Είναι καθηγητής Παιδιατρικής στο Indiana University School of Medicine και στο Regenstrief Institute 

    © 2021 Διατίθεται από το "The New York Times Licensing Group"
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ