Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 23-Νοε-2022 00:11

    Το Παγκόσμιο Κύπελλο, τα αραβικά κράτη του Κόλπου και οι ηττημένοι της Μέσης Ανατολής

    26484480
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Julien Barnes-Dacey

    Έφτασε και πάλι εκείνη η ώρα. Τέσσερα χρόνια από τότε που το φιλοξένησε η Ρωσία, το Παγκόσμιο Κύπελλο ήρθε στο Κατάρ, στην πρώτη φορά που το μεγαλύτερο αθλητικό γεγονός στον πλανήτη φιλοξενείται στη Μέση Ανατολή. Μέσα σε όλη τη δημοσιότητα του τουρνουά, η παγκόσμια προσοχή επικεντρώνεται στο Κατάρ, με έμφαση στο ιστορικό του στα ανθρώπινα δικαιώματα. Αλλά για όσο η διοργάνωση συνεχιστεί χωρίς μια δύσκολη στιγμή, αυτή η υψηλού κύρους διοργάνωση μπορεί κάλλιστα να εξασφαλίσει τον βασικό στόχο της κυβέρνησης του Κατάρ, που δεν είναι άλλος από το να ανυψώσει τη θέση της χώρας στην παγκόσμια σκηνή.

    Αλλά το τουρνουά αποκαλύπτει επίσης μια ευρύτερη ιστορία για τη Μέση Ανατολή. Παίρνοντας οικονομική ώθηση από την άνοδο των τιμών του πετρελαίου που ήρθε ως απότοκο του πολέμου στην Ουκρανία, οι περιφερειακοί παραγωγοί του Κόλπου δεν ήταν ποτέ σε τόσο καλή οικονομική κατάσταση. Το Κατάρ εκτιμάται ότι έχει ξοδέψει έως και 220 δισεκατομμύρια δολάρια για την προετοιμασία των 64 αναμετρήσεων της διοργάνωσης. Η καλή του τύχη έρχεται σε πλήρη αντίθεση με άλλες χώρες της περιοχής και άλλα διαρκή προβλήματα. Αυτό αντανακλά ένα χάσμα μεταξύ περιφερειακών νικητών και ηττημένων που γίνεται όλο και πιο εμφανές.

    Το ευρύτερο παγκόσμιο πλαίσιο αποδεικνύεται ωφέλιμο για ορισμένους. Τα κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC) αξιοποιούν με επιτυχία τη διεθνή ζήτηση για ενεργειακούς πόρους και ανταγωνίζονται την προσπάθεια προσέγγισης από Δύση και Ρωσία για την πολιτική τους υποστήριξη σχετικά με τον πόλεμο της Ουκρανίας. Το Κατάρ ήταν η μοναδική σημαντική χώρα του GCC, η οποία ευθυγραμμίστηκε με τη Δύση όσο αφορά την Ουκρανία, πράγμα που επισημαίνει τον βαθμό στον οποίο η Ντόχα έχει εδραιώσει με επιτυχία τη θέση της στη Δύση. (Από το Παγκόσμιο Κύπελλο έχει αποκλειστεί η Ρωσία, αν και αυτή ήταν μια απόφαση που ελήφθη από τη FIFA και όχι από το Κατάρ.) Οι σχέσεις της Σαουδικής Αραβίας και των ΗΑΕ με τη Δύση είναι πιο προβληματικές, με αυτούς τους δύο παίκτες να διατηρούν ταυτόχρονα στενούς δεσμούς με τη Ρωσία σε μια προσπάθεια να επιτύχουν κατά τον καλύτερο βαθμό τα συμφέροντά τους στη νέα πολυπολική τάξη. Η Σαουδική Αραβία, ειδικότερα, κάνει πλήρη χρήση των δυνατοτήτων της στην αγορά πετρελαίου για να πιέσει για θέση της παγκοσμίως, συνεργαζόμενη με τη Ρωσία ως μέρος της χαλαρότερης συνεργασίας του "OPEC+" για τη διατήρηση υψηλότερων τιμών του πετρελαίου. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, τα κράτη του GCC βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της ανανεωμένης διεθνούς προσέγγισης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα επιμέρους ευρωπαϊκά κράτη δίνουν προτεραιότητα στην εμβάθυνση των δεσμών μαζί τους έναντι άλλων ανησυχιών και στόχων που πιθανώς έχουν στη Μέση Ανατολή. Η επιθυμία των δυτικών κυβερνήσεων να επιδιώξουν συνεργασίες με το GCC για γεωπολιτικούς και ενεργειακούς στόχους έρχεται σε έντονη αντίθεση με την αυξημένη δημόσια ανησυχία για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ανησυχία που έρχεται στο προσκήνιο με το Παγκόσμιο Κύπελλο. 

    Αλλά κάτω από αυτές τις φωτεινές επιγραφές της επιτυχίας στον Αραβικό Κόλπο κρύβεται ένα τοπίο που χαρακτηρίζεται από επιδείνωση των προβλημάτων. Το Παγκόσμιο Κύπελλο – με όλη του τη λάμψη και την αίσθηση της επιτυχίας – λαμβάνει χώρα σε μια στιγμή που η ευρύτερη Μέση Ανατολή είναι σε μεγάλο πρόβλημα. Στο γειτονικό Ιράν, οι διαμαρτυρίες, η βίαιη καταστολή του καθεστώτος και οι κίνδυνοι διάδοσης των πυρηνικών όπλων είναι η καθημερινότητα. Στα νότια, η εκεχειρία στην Υεμένη έχει λήξει και η χώρα κινδυνεύει με νέα σύγκρουση, η οποία θα επιδεινώσει μια από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις στον κόσμο. Στον βορρά, η δυσλειτουργία του ιρακινού κράτους – όπως υποδηλώνει η διάρκειας ενός έτους ταραχώδης διαδικασία για τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης – τροφοδοτεί βαθιές προκλήσεις. Στη Συρία και τον Λίβανο, η κατάρρευση του κράτους συνεχίζεται ταχέως, με τις άρχουσες ελίτ – και ειδικότερα τη βάναυση τάξη του Άσαντ – να επικεντρώνονται στα ατομικά και καθεστωτικά συμφέροντα έναντι αυτών των ευρύτερων πληθυσμών. Η τελευταία δυσκολία που προέκυψε είναι ένα θανατηφόρο ξέσπασμα χολέρας και στις δύο χώρες.

    Σε όλη τη Βόρεια Αφρική, παρατηρείται αυξανόμενη οικονομική επιδείνωση στην Αίγυπτο και την Τυνησία, εξουθενωτικοί ανταγωνισμοί εξουσίας στη Λιβύη και αυξημένες εντάσεις μεταξύ Αλγερίας και Μαρόκου. Σε όλη την περιοχή, η επισιτιστική ανασφάλεια, ο πληθωρισμός και η κατάρρευση των βασικών δημόσιων υπηρεσιών είναι κοινά θέματα. Και, ενώ η απειλή νέων λαϊκών εξεγέρσεων μπορεί να έχει υποχωρήσει εν μέσω της εκτεταμένης κόπωσης και της αποτελεσματικής αυταρχικής καταστολής, πολλά από αυτά τα κράτη μαραζώνουν εκ των έσω.

    Αυτό το χάσμα μεταξύ των νικητών και των ηττημένων του περιφερειακού τοπίου επεκτείνεται στη γεωπολιτική σφαίρα. Τα κράτη του Αραβικού Κόλπου τοποθετούνται με φθίνουσα παρουσία σε μακροχρόνια περιφερειακά σημεία αναφοράς. Αυτό τονίζεται εμφατικά από τις Συμφωνίες του Αβραάμ, τη συμφωνία εξομάλυνσης του 2020 που συνήψαν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν με το Ισραήλ – το οποίο αντιλαμβάνονται ως συν-τοπικό νικητή. Αυτή η διαδικασία ουσιαστικά έχει περιθωριοποιήσει τους Παλαιστίνιους και, με αυτόν τον τρόπο, μια αιτία που - στη ρητορική τουλάχιστον - ενοποίησε εδώ και καιρό ολόκληρη την περιοχή. Αν και το Κατάρ δεν έχει προσχωρήσει σε αυτή τη συμφωνία, ωστόσο επιτρέπει απευθείας πτήσεις από το Ισραήλ για το Παγκόσμιο Κύπελλο. Η Σαουδική Αραβία ήταν επίσης απρόθυμη να προχωρήσει δημοσίως σε ομαλοποίηση σχέσεων με το Ισραήλ χωρίς να υπάρξει λύση στο παλαιστινιακό ζήτημα, παρά την προφανή εμβάθυνση των άτυπων δεσμών.

    Κατά την τελευταία δεκαετία, τα κράτη του Αραβικού Κόλπου αναμένεται να συμμετάσχουν πιο ενεργά στη χρήση αυτών των προκλήσεων και των γεωπολιτικών ρήξεων ως πάτημα για να διαμορφώσουν την ευρύτερη περιοχή σύμφωνα με τις προτιμήσεις τους. Τα τελευταία χρόνια ο αγώνας ενάντια στο Ιράν, καθώς και οι ανταγωνισμοί εντός του GCC, υπήρξαν θεμελιώδης μοχλός διεκδίκησης – και συχνά αποσταθεροποίησης – από την Υεμένη μέχρι τη Λιβύη. Ωστόσο, οι ηγέτες του Αραβικού Κόλπου φαίνεται τώρα ότι δίνουν εκ νέου προτεραιότητα στα άμεσα συμφέροντά τους και υιοθετούν πιο περιορισμένο εύρος στόχων. Αυτά τα κράτη επικεντρώνονται σε πιο εθνικιστικά συμφέροντα που σχετίζονται με τη δική τους οικονομική ανάπτυξη και απειλές για την ασφάλεια. Επιδιώκουν καλύτερα και πιο απτά αποτελέσματα από τις πολιτικές και οικονομικές επενδύσεις τους σε όλη την περιοχή.

    Ως μέρος αυτής της τάσης, το Κατάρ έχει γίνει πολύ λιγότερο ακτιβιστής, ενώ η Σαουδική Αραβία έχει απομακρυνθεί από κάποια ουσιαστική δέσμευση και οικονομική υποστήριξη σε χώρες όπως ο Λίβανος και το Ιράκ, όπου πιστεύει ότι τα χρήματά της βοηθούν μόνο για τη στήριξη των συστημάτων διακυβέρνησης που υποστηρίζονται από το Ιράν. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, από την πλευρά τους, παραμένουν εμπλεκόμενα σε όλη την περιοχή, αλλά φαίνεται να επικεντρώνονται στη σύναψη συμφωνιών με χώρες όπως το Ιράν και η Τουρκία – κάτι που θα ήταν αδιανόητο μέχρι πολύ πρόσφατα – για να αποσπαστεί από περιφερειακούς αγώνες που κατανάλωσαν πολύτιμη ενέργει στην πρόσφατη δεκαετία. Στην Υεμένη, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα φαίνεται πως έχουν περιορίσει τους στόχους τους στον τερματισμό των επιθέσεων των Χούτι προς το έδαφός τους αντί να αντιμετωπίσουν τις εσωτερικές διαστάσεις του εμφυλίου πολέμου με τρόπο που να διασφαλίζει την επιρροή τους.

    Μετά από μια δεκαετία αποτυχημένων προσπαθειών να ανακατασκευάσουν την ευρύτερη περιοχή σύμφωνα με την εικόνα τους, τα κράτη του GCC επικεντρώνονται τώρα στη μεταξύ τους στενότερη ενοποίηση. Αλλά με αυτό τον τρόπο το χάσμα μεταξύ νικητών και ηττημένων στη Μέση Ανατολή είναι πιθανό να διευρυνθεί. Το Παγκόσμιο Κύπελλο συνιστά μια ξεκάθαρη απόδειξη αυτού του διχασμού όσο τίποτα άλλο.

    Η αρχική δημοσίευση εδώ

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ