Η ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για μείωση των τιμών ενέργειας - Η πρόταση μεταρρύθμισης της αγοράς
Σάββατο, 14-Φεβ-2026 12:00
Του Χάρη Φλουδόπουλου
Νέος γύρος προβληματισμού για το ευρωπαϊκό μοντέλο τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας άνοιξε σε επίπεδο ηγετών της ΕΕ, με επίκεντρο το ερώτημα εάν –και πώς– θα μπορούσε να αποσυνδεθεί η τιμή του ρεύματος από το φυσικό αέριο. Η συζήτηση επανέρχεται μόλις λίγους μήνες μετά την έναρξη ισχύος του νέου σχεδιασμού της αγοράς ηλεκτρισμού, γεγονός που αποτυπώνει τη συνεχιζόμενη ανησυχία για το υψηλό ενεργειακό κόστος και τις επιπτώσεις του στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Στο άτυπο συμβούλιο που πραγματοποιήθηκε στο Βέλγιο, υπό τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Antonio Costa, οι ηγέτες επανέφεραν στο τραπέζι το ζήτημα της λειτουργίας του συστήματος οριακής τιμολόγησης (marginal pricing). Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen επιβεβαίωσε ότι η Κομισιόν θα παρουσιάσει "εναλλακτικές επιλογές και ευρήματα" στην επόμενη τακτική σύνοδο κορυφής της 19-20 Μαρτίου, προκειμένου να αξιολογηθεί αν απαιτείται νέα παρέμβαση στον σχεδιασμό της αγοράς.
Στον πυρήνα της συζήτησης βρίσκεται το γεγονός ότι, στο ισχύον ευρωπαϊκό μοντέλο merit order, η τελευταία –και συνήθως ακριβότερη– μονάδα που καλείται να καλύψει τη ζήτηση καθορίζει την τιμή για όλη την αγορά. Στην πράξη, πρόκειται συχνά για μονάδες φυσικού αερίου, των οποίων το κόστος παραγωγής παραμένει σημαντικά υψηλότερο σε σχέση με την πυρηνική ή τις ανανεώσιμες πηγές.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν στη συζήτηση, η ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο κοστίζει περίπου τα διπλάσια από την πυρηνική και έως και τριπλάσια από ορισμένες ΑΠΕ. Ωστόσο, επειδή το αέριο λειτουργεί ως καύσιμο ευελιξίας και καλύπτει τα κενά όταν η ζήτηση κορυφώνεται ή όταν η παραγωγή από ΑΠΕ είναι χαμηλή, είναι αυτό που συχνά "κλειδώνει" την τελική τιμή της χονδρεμπορικής αγοράς.
Η πρόεδρος της Κομισιόν ξεκαθάρισε ότι δεν υπήρξε απόφαση για άμεση αλλαγή του συστήματος. Η συζήτηση χαρακτηρίστηκε "εντατική", αλλά χωρίς συμπέρασμα. Η Επιτροπή θα αξιολογήσει αν το σημερινό μοντέλο εξακολουθεί να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της αγοράς ή αν έχει έρθει η ώρα για περαιτέρω προσαρμογές.
Το "πακέτο δικτύων" και τα διαρθρωτικά εμπόδια
Πέραν της τιμολόγησης, οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναγνώρισαν ότι ένα μέρος του προβλήματος των "διαρθρωτικά υψηλών" τιμών ενέργειας οφείλεται στις υποδομές. Η φθηνή ηλεκτρική ενέργεια χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος δεν μπορεί πάντα να φτάσει εκεί όπου χρειάζεται, όταν χρειάζεται.
Για τον λόγο αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσε τον Δεκέμβριο δέσμη μέτρων για τα ηλεκτρικά δίκτυα, με στόχο την επιτάχυνση των επενδύσεων, την άρση των σημείων συμφόρησης, την ενίσχυση του διασυνοριακού εμπορίου και τον περιορισμό των περικοπών (curtailments) στην παραγωγή ΑΠΕ. Η σχετική πρόταση βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.
Η αναβάθμιση των δικτύων θεωρείται κρίσιμη για την πλήρη αξιοποίηση της ταχείας ανάπτυξης των ΑΠΕ, ώστε η αυξημένη διείσδυση φθηνών τεχνολογιών να μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές για καταναλωτές και επιχειρήσεις.
Το θεσμικό πλαίσιο
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι υφιστάμενοι κανόνες για τον σχεδιασμό της αγοράς ηλεκτρισμού τέθηκαν σε ισχύ μόλις τον Ιούλιο του 2024, ως απάντηση στην ενεργειακή κρίση του 2022 που οδήγησε σε ιστορικά υψηλές τιμές φυσικού αερίου και ρεύματος.
Η μεταρρύθμιση εκείνη στόχευε στον περιορισμό της μεταβλητότητας των τιμών, ενθαρρύνοντας μακροχρόνια συμβόλαια, όπως τα διμερή συμβόλαια αγοραπωλησίας ενέργειας (PPAs) και τα συμβόλαια διαφορών (CfDs), ιδίως για ΑΠΕ και πυρηνική ενέργεια. Ωστόσο, δεν τροποποίησε το σύστημα οριακής τιμολόγησης.
Οποιαδήποτε νέα αλλαγή προϋποθέτει επίσημη νομοθετική πρόταση της Επιτροπής, διαπραγμάτευση και έγκριση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Πρόκειται για διαδικασία που συνήθως διαρκεί τουλάχιστον 18 μήνες, γεγονός που σημαίνει ότι ακόμη και αν ληφθεί πολιτική απόφαση, η εφαρμογή της θα απαιτήσει χρόνο.
Το επιχείρημα για το "ακριβό αέριο"
Χώρες με ισχυρή βιομηχανική βάση, όπως η Ιταλία, έχουν επανειλημμένα ζητήσει την αποσύνδεση της τιμής του ρεύματος από το φυσικό αέριο, υποστηρίζοντας ότι το σημερινό μοντέλο επιβαρύνει δυσανάλογα τις επιχειρήσεις. Ωστόσο, αναλύσεις που παρουσιάστηκαν στη σχετική συζήτηση επισημαίνουν ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι τόσο ο μηχανισμός της αγοράς, όσο το ίδιο το υψηλό κόστος του φυσικού αερίου.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα αυτά, η αποσύζευξη δεν εξαφανίζει το κόστος, αλλά απλώς το αναδιανέμει μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά. Αν το καύσιμο παραμένει ακριβό, το συνολικό κόστος του συστήματος δύσκολα μειώνεται δραστικά χωρίς παράλληλες παρεμβάσεις στην προσφορά, στις υποδομές και στην ταχύτερη ανάπτυξη χαμηλού κόστους τεχνολογιών.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ισπανίας, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει επιτύχει ταχύτερη "αποσύζευξη" των τιμών ρεύματος από το φυσικό αέριο σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες με υψηλή εξάρτηση από το καύσιμο. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στη σημαντική αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος σε φωτοβολταϊκά και αιολικά, που ενίσχυσε τη συμμετοχή φθηνών ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα.
Ανταγωνιστικότητα και πολιτικές ισορροπίες
Η επαναφορά της συζήτησης εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο ανησυχίας για τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Το ενεργειακό κόστος παραμένει βασικός παράγοντας πίεσης για τη βαριά βιομηχανία και τις ενεργοβόρες δραστηριότητες, ιδίως σε σύγκριση με τις ΗΠΑ και άλλες αγορές με χαμηλότερες τιμές φυσικού αερίου.
Ωστόσο, οποιαδήποτε ριζική μεταρρύθμιση της αγοράς ηλεκτρισμού θα πρέπει να ισορροπήσει μεταξύ διαφορετικών εθνικών συμφερόντων, τεχνολογικών επιλογών και επιπέδων εξάρτησης από το φυσικό αέριο. Χώρες με υψηλή συμμετοχή πυρηνικής ενέργειας ή ΑΠΕ ενδέχεται να βλέπουν θετικά μια αλλαγή, ενώ άλλες με διαφορετικό ενεργειακό μείγμα μπορεί να εμφανίζονται επιφυλακτικές.
Το επόμενο ορόσημο είναι η τακτική σύνοδος κορυφής του Μαρτίου, όπου η Επιτροπή θα παρουσιάσει συγκεκριμένες επιλογές. Εάν η πολιτική βούληση μεταφραστεί σε νομοθετική πρωτοβουλία, η Ευρώπη θα εισέλθει σε έναν νέο κύκλο διαπραγματεύσεων για το μέλλον της αγοράς ηλεκτρισμού – με διακύβευμα όχι μόνο τις τιμές, αλλά και την αρχιτεκτονική της ενεργειακής μετάβασης.