Γιατί συνομιλούν τώρα ΗΠΑ και Ιράν
Τρίτη, 03-Φεβ-2026 12:07
Του Κώστα Ράπτη
Ποιος κάμφθηκε πρώτος και ποιος αξιοποίησε περισσότερο επιδέξια την απειλή χρήσης βίας; Η "αρμάδα” που απέστειλε ο Ντόναλντ Τραμπ πλησίον του Ιράν βρίσκεται πάντοτε σε ετοιμότητα, όμως και οι ιθύνοντες της Τεχεράνης έστειλαν το μήνυμα ότι τυχόν ανάφλεξη δεν θα παραμείνει "χορογραφημένη” όπως κατά τον περσινό Πόλεμο των Δώδεκα Ημερών, αλλά θα εξελιχθεί σε περιφερειακή σύρραξη. Ενδεχομένως το σινιάλο της Ισλαμικής Δημοκρατίας ότι μπορεί να "απορροφήσει” πολλά πλήγματα και να επιφέρει εξίσου ισχυρά ισοδύναμα να αποτελεί μπλόφα – όμως η Ουάσιγκτον δεν την πήρε αφήφιστα. Προηγούμενες προσομοιώσεις του Πενταγώνου δίνουν βάση στους ιρανικούς ισχυρισμούς.
Προς το παρόν, Ιράν και ΗΠΑ εμφανίζονται να κάνουν ένα βήμα πίσω από το χείλος του γκρεμού, δίνοντας ραντεβού για την Παρασκευή στην Τουρκία, όπου ο Αμερικανός προεδρικός απεσταλμένος Στιβ Ουίτκοφ και ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί πρόκειται να έχουν έμμεσες συνομιλίες.
Άγνωστο παραμένει το τι μπορεί να προσδοκά κανείς από τις συνομιλίες αυτές, όταν η μεν ιρανική πλευρά δηλώνει ότι το μόνο θέμα προς συζήτηση είναι το πυρηνικό του πρόγραμμα (το οποίο θεωρεί κυριαρχικό του δικαίωμα, αλλά προθυμοποιείται να θέσει υπό περιορισμό και διεθνή έλεγχο), ενώ η αμερικανική πλευρά ζητά όχι μόνο τερματισμό κάθε πυρηνικής δραστηριότητας του Ιράν, αλλά και συρρίκνωση των βαλλιστικών δυνατοτήτων του, προκειμένου να μην απειλείται το Ισραήλ, καθώς και διακοπή της υποστήριξης της Τεχεράνης προς περιφερειακούς μη κρατικούς δρώντες, όπως η Χεζμπολλάχ του Λιβάνου και οι Χούθι της Υεμένης.
Έχουμε βρεθεί και παλαιότερα σε αντίστοιχο σημείο, όπως υπενθυμίζει το προηγούμενο της διεθνούς συμφωνίας του 2015 για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, την οποία έμελλε να "σκίσει” κατά την πρώτη προεδρική του τετραετία ο Ντόναλντ Τραμπ. Όμως σε σύγκριση με τότε, καταγράφονται δύο πολύ σημαντικές διαφορές.
Η πρώτη είναι ότι τον ρόλο του μεσολαβητή στο παρελθόν είχαν επωμισθεί οι "Τρεις Μεγάλοι” της Ευρώπης (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία), χάρη στις προσπάθειες των οποίων είχε προκύψει η συμφωνία του 2015, με τα λοιπά μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (Ρωσία, Κίνα) να προστίθενται εκ των υστέρων για λόγους μεγαλύτερης νομιμοποίησης.
Όμως η Ευρώπη είναι πλέον περιθωριοποιημένη. Για την ακρίβεια, αποδείχθηκε όχι απλώς ανίκανη να υπερασπισθεί τη συμφωνία που συνυπέγραψε, αλλά και πρωταγωνιστεί πλέον σε κινήσεις που τροφοδοτούν την ένταση, όπως ο μηχανισμός αυτόματης επαναφοράς των κυρώσεων (snapback), τον οποίο δεν αναγνωρίζουν Ρωσία και Κίνα, ή ο πρόσφατος χαρακτηρισμός των Φρουρών της Επανάστασης του Ιράν ως τρομοκρατικής οργάνωσης.
Αντιθέτως, στο προσκήνιο της διπλωματικής κινητικότητας, προκειμένου να αποφευχθεί μια στρατιωτική περιπέτεια, βρίσκονται στις μέρες μας χώρες της Μέσης Ανατολής, όπως η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και πλέον η Αίγυπτος, οι οποίες μέχρι πρότινος δεν φημίζονταν για τα φιλικά τους αισθήματα προς την Ισλαμική Δημοκρατία.
Οι λόγοι για αυτό είναι πολλοί. Ξεκινούν από την επανασυμφιλίωση Ιράν και Σαουδικής Αραβίας κατόπιν κινεζικής μεσολαβήσεως το 2023, καθώς και την συνολικότερη προσέγγιση των χωρών της περιοχής με την Ομάδα BRICS, περνούν από την ανάδειξη του ανταγωνισμού του Ριάντ με το Άμπου Ντάμπι, αλλά κυρίως αφορούν το νέο τοπίο που δημιουργήθηκε μετά την ανάφλεξη της Γάζας, με σημείο καμπής την ισραηλινή επιδρομή εναντίον στόχων της Χαμάς στο έδαφος του Κατάρ, ήτοι της μοναρχίας που φιλοξενεί την μεγαλύτερη αμερικανική βάση στη Μέση Ανατολή.
Η σημασία της αμερικανικής αμυντικής προστασίας σχετικοποιείται, η εικόνα ενός Ισραήλ δίχως κανένα φραγμό ερμηνεύεται ως μεγαλύτερη απειλή από αυτήν που αντιπροσώπευε το Ιράν, ενώ οι χώρες της περιοχής μετατρέπονται σε "πρώτη γραμμή” μιας αντιπαράθεσης που δεν τους αντιστοιχεί. Εξ ού και συσπειρώνονται, παίρνοντας τα περιερειακά ζητήματα στα χέρια τους με περισσότερο ζήλο.
Η δεύτερη μεγάλη διαφορά με τα προ δεκαετίας ισχύοντα είναι η υπονόμευση της έννοιας της διπλωματίας. Και μόνο το γεγονός ότι ο Πόλεμος των Δώδεκα Ημερών ξέσπασε εν μέσω ιρανο-αμερικανικών επαφών (για να μην συνυπολογίσει κανείς την τύχη της συμφωνίας του 2015) καταλύει κάθε εμπιστοσύνη, δημιουργώντας μεγαλύτερη προθυμία για χρήση των όπλων. Ότι τη χρήση αυτή η Ουάσιγκτον την εννοεί κυρίως "επιτελεστικά”, με επιδείξεις δύναμης τύπου Βενεζουέλας, δίχως όμως τις πολιτικές αντοχές για ό,τι θα παρέπεμπε σε πόλεμο μεγάλης κλίμακας, υπογραμμίζει το αδιέξοδο. Η "ναρκισσιστική” απορρόφηση από την ανάγκη επιβεβαίωσης μιας ορισμένης εικόνας της υπερδύναμης καθιστά τόσο το "καρότο” όσο και το "μαστίγιο” λιγότερο πειστικά, δρομολογώντας αυτοτροφοδοτούμενο χάος.