Το ρήγμα μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων αλλάζει την περιοχή
Τρίτη, 27-Ιαν-2026 12:16
Του Κώστα Ράπτη
Μεταξύ των ιθυνόντων του Ισραήλ επικρατεί προβληματισμός: Ποτέ άλλοτε η προοπτική ομαλοποίησης των σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία δεν έμοιαζε περισσότερο μακρινή.
Η ρητορική που εκπέμπεται από το Ριάντ βρίσκεται στους αντίποδες του πνεύματος που επικρατούσε λ.χ. το 2015 όταν ο ισχυρός άνδρας της Σαουδικής Αραβίας, πρίγκηπας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν συνέχαιρε τηλεγραφικώς τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Βενιαμίν Νετανιάχου για τις προσπάθειές του να αποτρέψει μια συμφωνία ΗΠΑ και Ιράν για το πυρηνικό πρόγραμμα του τελευταίου.
Βέβαια, η επανασυμφιλίωση της Σαουδικής Αραβίας με το Ιράν την άνοιξη του 2023, κατόπιν κινεζικής μεσολαβήσεως, άλλαξε την περιφερειακή δυναμική. Η δε ανάφλεξη του παλαιστινιακού ζητήματος τον Οκτώβριο του ίδιου έτους πάγωσε κάθε σκέψη για προσχώρηση του Ριάντ στις "Συμφωνίες του Αβραάμ”.
Σε αυτά ήρθε να προστεθεί τις τελευταίες εβδομάδες η ανοιχτή πλέον αντιπαράθεση της Σαουδικής Αραβίας με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα λόγω της κατάστασης στην Υεμένη. Οι δύο δυνάμεις που άλλοτε συμπολεμούσαν εναντίον των Χούθι βρέθηκαν να συγκρούονται, αφότου τα ΗΑΕ αποφάσισαν να "κατοχυρώσουν τα κέρδη τους", ήτοι τον έλεγχο κρίσιμων λιμένων στον νότο της Υεμένης, καθώς και της νήσου Σοκότρα που ελέγχει το πέρασμα στον Ινδικό Ωκεανό, στηρίζοντας το νοτιοϋεμενικό αποσχιστικό κίνημα εις βάρος της αναγνωρισμένης (διεθνώς και από το Ριάντ) εξόριστης κυβέρνησης. Η εσπευσμένη αποχώρηση των Εμιρατιανών από την υεμενική επικράτεια μετά από σαουδαραβικά στρατιωτικά πλήγματα στα τέλη Δεκεμβρίου, έφερε στο φως, προς διεθνή έκπληξη, την σύγκρουση αυτή σε όλη της την ένταση.
Έκτοτε, στο διαδίκτυο μαίνεται ο "πόλεμος” Εμιρατιανών και Σαουδαράβων χρηστών, ενώ ο καθηγητής Άχμεντ μπιν Οθμάν αλ-Ταουατζίρι, άλλοτε μέλος του Συμβουλίου Σούρα της Σαουδικής Αραβίας, σε πολυσυζητημένο άρθρο του χαρακτήρισε το Άμπου Ντάμπι ως "Δούρειο Ίππο των Σιωνιστών” στην περιοχή.
Ο Ταουατζίρι κατηγορεί τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ότι λειτουργούν ως "υπεργολάβος” του Ισραήλ, με το οποίο συνεργάζονται στρατιωτικά για την καθυπόταξη της Λωρίδας της Γάζας, ότι στηρίζουν αποσχιστικά κινήματα που υπονομεύουν την κρατική υπόσταση σειράς κρατών (Λιβύη, Υεμένη, Σομαλία, Σουδάν) και ότι απεργάζονται σχέδιο "περικύκλωσης” της Αιγύπτου και της Σαουδικής Αραβίας.
Δύσκολο είναι να αντιληφθεί κανείς αν το ανέβασμα των τόνων του Ριάντ έναντι του Ισραήλ προκύπτει πρωτίστως από την αντιπαράθεση με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ή αντιστρόφως. Σε κάθε περίπτωση, η χώρα του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν φοβάται την αποσταθεροποίηση τόσων γειτόνων της (συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας μιας κατάρρευσης του Ιράν, όπως θα την ονειρευόταν το Ισραήλ), ανησυχεί για τον έλεγχο των θαλασσίων οδών στην Ερυθρά και τον Ινδικό Ωκεανό, αντιμετωπίζει με καχυποψία (μετά και την αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα) τους σχεδιασμούς του Τραμπ για τη διεθνή πετρελαϊκή αγορά και συνολικά αυτονομείται προς την κατεύθυνση της καλλιέργειας των σχέσεών της με τις χώρες των ΒRICS.
Αυτό οδήγησε και στη σύναψη συμφωνίας ασφαλείας ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία και το εξοπλισμένο με πυρηνικά όπλα Πακιστάν (γεγονός που για πρώτη φορά αίρει την αποκλειστικότητα της αμερικανικής ομπρέλας ασφαλείας στο βασίλειο), αλλά και στην μεγαλύτερη προσέγγιση με την Τουρκία του Ερντογάν, παλαιόθεν ανταγωνιστή των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Κατά ανάλογο, πλην αντίστροφο τρόπο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα βαθαίνουν τις σχέσεις τους με την Ινδία (μεγάλο αντίπαλο του Πακιστάν και ήδη φίλο του Ισραήλ), με αποτέλεσμα να διαμορφώνονται σταδιακά δύο αντίπαλοι άξονες που απλώνονται μέχρι την ινδική υποήπειρο. Περιττό να ειπωθεί ότι σε αυτό το πλαίσιο η προώθηση του εμπορικού-ενεργειακού διαδρόμου IMEC από την Ινδία μέσω της Αραβικής Χερσονήσου στην ανατολική Μεσόγειο παραπέμπεται στις ελληνικές καλένδες.