Γιατί ο Τραμπ θέλει να τελειώσει και τον ΟΗΕ
Κυριακή, 25-Ιαν-2026 20:00
Του Κώστα Ράπτη
Χρειάσθηκε ο πρωθυπουργός της μικρής Σλοβενίας, Ρόμπερτ Γκόλομπ, για να πει πρώτος την αλήθεια: το "Συμβούλιο Ειρήνης" που εμπνεύσθηκε ο Ντόναλντ Τραμπ "διαταράσσει επικίνδυνα την ευρύτερη διεθνή τάξη". Μέχρι τότε οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ηγέτες αναζητούσαν τρόπους να αποφύγουν μια σαφή τοποθέτηση, άλλοτε υποστηρίζοντας, όπως λ.χ. η Σουηδία, ότι χρειάζονται "περισσότερες διαβουλεύσεις με την Ουάσινγκτον" για να διευκρινισθεί η φύση του νέου θεσμού, και άλλοτε οχυρωνόμενοι, όπως η Βρετανία, πίσω από τις αντιρρήσεις του για την πρόσκληση συμμετοχής που απευθύνθηκε στον Ρώσο πρόεδρο, Βλαντίμιρ Πούτιν.
Ούτως ή άλλως, ο Τραμπ δεν πτοήθηκε. Στο περιθώριο του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ του Νταβός παρουσίασε μετά φανών και λαμπάδων το ιδρυτικό σχήμα του "Συμβουλίου Ειρήνης" με την εκπροσώπηση 19 κρατών, από ιδεολογικούς συμμάχους του τραμπισμού, όπως η Αργεντινή του Χαβιέρ Μιλέι και η Ουγγαρία του Βίκτορ Όρμπαν (μόνη ευρωπαϊκή συμμετοχή μαζί με τη Βουλγαρία), μέχρι περισσότερο εξωτικές περιπτώσεις, όπως η Μογγολία, ενώ η Λευκορωσία του Αλεκσάντρ Λουκασένκο δεν έχασε την ευκαιρία να απολαύσει την περίσταση, προοικονομώντας ενδεχομένως την ευνοϊκή ανταπόκριση των λοιπών ευρασιατικών δυνάμεων. Εκκρεμεί η οριστική απάντηση άλλων κληθέντων, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται πλέον ο Μάρκ Κάρνεϊ, από τον οποίο ο Τραμπ απέσυρε την πρόσκληση, μετά την "ιστορική", όπως ήδη χαρακτηρίσθηκε, αντι-τραμπική ομιλία του πρωθυπιουργού του Καναδά (και άλλοτε κεντρικού τραπεζίτη της Βρετανίας) στο Νταβός. Ο Εμανουέλ Μακρόν, πάλι, που εξέφρασε επιφυλάξεις, απειλήθηκε με δασμούς 200% στα γαλλικά κρασιά...
Από τη Γάζα στον κόσμο
Πυρήνα των ιδρυτικών μελών αποτελούν πάντως οι αραβικές χώρες, η Τουρκία και το Πακιστάν που έπαιξαν κομβικό ρόλο για την υιοθέτηση του σχεδίου Τραμπ για τη Γάζα, στο πλαίσιο του οποίου εμφανίσθηκε και το "Συμβούλιο Ειρήνης". Μόνο που ό,τι αρχικώς αποτελούσε υποστηρικτικό σώμα για τη διευθέτηση ενός τοπικού προβλήματος (το οποίο ούτε καν μνημονεύεται πλέον), έχει ήδη εξελιχθεί σε ένα όργανο προβολής παγκόσμιων φιλοδοξιών. Για την ακρίβεια, σε έναν οιονεί αντι-ΟΗΕ, προσωπικής ιδιοκτησίας του Ντόναλντ Τραμπ. Αρκεί να αναλογισθεί κανείς ότι ο Αμερικανός πρόεδρος τοποθέτησε εαυτόν ισόβιο πρόεδρο του "Συμβουλίου Ειρήνης", ενώ τιμολόγησε και τη συμμετοχή κάθε ενδιαφερόμενου μέλους σε ένα δισ. δολάρια για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών.
"Η διαρκής ειρήνη απαιτεί ρεαλιστική κρίση, λύσεις κοινής λογικής και το θάρρος να απομακρυνθούμε από προσεγγίσεις και θεσμούς που πολύ συχνά έχουν αποτύχει", αναφέρει χαρακτηριστικά η εναρκτήρια φράση του μανιφέστου του "Συμβουλίου Ειρήνης". Το Συμβούλιο αυτοανακηρύσσεται "διεθνής οργανισμός" με αντικείμενο την επίλυση συγκρούσεων και δεσμεύεται να διεξάγει τις δραστηριότητές του "σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο". Ωστόσο η απαρέσκεια της κυβέρνησης Τραμπ για τους περιορισμούς αυτού του δικαίου καθώς και για την πολυμέρεια που προϋποθέτει η λειτουργία διεθνών οργανισμών είναι δεδομένη.
Η "λογική της εξαίρεσης"
Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ πειραματίζονται με διεθνείς συλλογικότητες α λα καρτ, εκτός του πλαισίου του ΟΗΕ και σε ενδεχόμενο ανταγωνισμό μαζί του, όπως υπήρξε επί Μπάιντεν το "Συμβούλιο των Δημοκρατιών", το οποίο καλούνταν να στηρίξει ιδεολογικά την αντιπαράθεση με τον (ευρασιατικό) "αυταρχισμό".
Ούτε είναι άγνωστη η βαθιά εχθρότητα που τρέφει για τον ΟΗΕ το (συνδεόμενο με τον Τραμπ όπως με κανέναν άλλον Αμερικανό πρόεδρο) φιλο-ισραηλινό λόμπι, δεδομένων του ρεκόρ καταδικαστικών ψηφισμάτων (και ισάριθμων αμερικανικών βέτο) στο Συμβούλιο Ασφαλείας απέναντι στο εβραϊκό κράτος, ιδίως δε της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών το 1975 (ανακλήθηκε το 1991), που χαρακτήριζε τον σιωνισμό ως μια μορφή ρατσισμού.
Αντίστοιχη "λογική εξαίρεσης" διέπει τις ΗΠΑ και για τον εαυτό τους: προπολεμικά η Γερουσία δεν επικύρωσε τη συμμετοχή στην Κοινωνία των Εθνών, καίτοι αυτή αποτελούσε πνευματικό τέκνο του προέδρου Ουίλσον. Ομοίως στις μέρες μας, η εθχρότητα προς την "υπερκυβέρνηση" του ΟΗΕ είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στην αμερικανική δεξιά, καίτοι ο οργανισμός ιδρύθηκε στο Σαν Φρανσίσκο (υπό την καθοδήγηση πρωτίστως των ΗΠΑ) και εδρεύει στη Νέα Υόρκη. Η αυτοεξαίρεση της Ουάσινγκτον από διεθνείς θεσμούς που η ίδια υποστηρίζει, όπως λ.χ. το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Επί των ημερών του Τραμπ η τάση αυτή έχει λάβει παροξυστικά χαρακτηριστικά, με αποκορύφωμα την πρόσφατη αποχώρηση των ΗΠΑ από συνολικά 66 διεθνείς συμφωνίες και οργανισμούς. Συμβαδίζει αυτό με τη γενικότερη επιθυμία αποδέσμευσης από κάθε προηγούμενο πλαίσιο, το οποίο πλέον κρίνεται ότι απλώς οδηγεί την Αμερική σε δυσμενέστερη θέση έναντι ανταγωνιστών όπως η Κίνα, καθώς και με την ιδεολογία της λατρείας της αμερικανικής ισχύος (τόσο πιο έντονη όσο περισσότερο δοκιμάζονται στην πραγματική ζωή τα όρια αυτής της ισχύος).
Η επιτυχία προϋποθέτει νομιμοποίηση
Δεν υπάρχει αμφιβολία, σημειώνει άρθρο του Conversation, ότι οι καθιερωμένοι θεσμοί συχνά αποτυγχάνουν να επιτύχουν διαρκή ειρήνη. Μεταξύ αυτών των θεσμών, ο ΟΗΕ υπήρξε ένας αγαπημένος στόχος για την κριτική και την περιφρόνηση του Τραμπ, όπως φαίνεται σε μια πρόσφατη οδηγία για τη διακοπή της συμμετοχής και της χρηματοδότησης 31 οργανισμών του ΟΗΕ. Μεταξύ αυτών ήταν και το Ταμείο Οικοδόμησης της Ειρήνης, καθώς και το Γραφείο Ειδικού Εκπροσώπου για τα Παιδιά σε Ένοπλες Συγκρούσεις.
Η βαθύτερη και πιο τραγική ειρωνεία σε αυτό είναι τριπλή. Πρώτον, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι ο ΟΗΕ είναι αποτελεσματικός ως οικοδόμος ειρήνης, ειδικά έπειτα από εμφύλιο πόλεμο.
Δεύτερον, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο ΟΗΕ δεν επιτυγχάνει πάντα στις προσπάθειές του για την επίτευξη ειρήνης. Αλλά αυτό είναι εξίσου, αν όχι συχνότερα, λάθος των κρατών-μελών του, ιδίως των προνομιούχων μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας που διαθέτουν βέτο.
Τρίτον, παρόλο που είναι απίθανο να το παραδεχτεί ποτέ δημόσια, ο Τραμπ έχει πλέον σίγουρα διαπιστώσει ο ίδιος ότι η επίτευξη ειρήνης δεν είναι ούτε εύκολη ούτε απλή, παρά τον ισχυρισμό του ότι έχει λύσει οκτώ συγκρούσεις.
Ένας από τους λόγους για τους οποίους ο ΟΗΕ έχει επιτυχία ως ειρηνοποιός και οικοδόμος ειρήνης είναι το γεγονός ότι εξακολουθεί να θεωρείται αρκετά νομιμοποιημένος. Αυτό είναι κάτι που ο Τραμπ δεν μπορεί να επιτύχει.
Τι να συμπεράνουμε λοιπόν από όλα αυτά; Πρόκειται απλώς για μία ακόμη από τις αμφιλεγόμενες πρωτοβουλίες του Τραμπ, που ελπίζει ότι τελικά θα του χαρίσουν το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης; Είναι απλώς μια ευκαιρία για τον Τραμπ προσωπικά ή έχει σχεδιαστεί για τους πολιτικούς και εταιρικούς συμμάχους του, οι οποίοι θα μπορούσαν να επωφεληθούν από έργα που υλοποιούνται από το Συμβούλιο Ειρήνης;
Το πραγματικό ερώτημα πρέπει να αφορά τις συνέπειες για το τρέχον σύστημα. Αυτό που ουσιαστικά προτείνει ο Τραμπ είναι η δημιουργία μιας εταιρικής εκδοχής του ΟΗΕ, υπό τον έλεγχο και τη διοίκηση του ίδιου. Το γεγονός ότι είναι ικανός για μια τέτοια πρόταση δεν θα πρέπει να αποτελεί έκπληξη έπειτα από 12 μήνες της δεύτερης προεδρικής θητείας Τραμπ.