Πρέπει ο Τραμπ να ανησυχεί τον Πούτιν; -Το "γροιλανδικό δίλημμα" της Μόσχας

Πέμπτη, 22-Ιαν-2026 13:50

Πρέπει ο Τραμπ να ανησυχεί τον Πούτιν; -Το "γροιλανδικό δίλημμα" της Μόσχας

Του Κώστα Ράπτη

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν τοποθετήθηκε κατά τη διάρκεια συνεδρίασης του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας της χώρας του σχετικά με το ζήτημα της Γροιλανδίας, το οποίο κυριαρχεί στην διεθνή επικαιρότητα. Τα όσα είπε μάλλον θα ακούστηκαν ως ευχάριστη μουσική στα αυτιά του Ντόναλντ Τραμπ.

"Αυτό που συμβαίνει στη Γροιλανδία δεν μας αφορά καθόλου. Παρεμπιπτόντως, η Δανία ανέκαθεν μεταχειριζόταν τη Γροιλανδία σαν αποικία και ήταν πολύ σκληρή, αν όχι απάνθρωπη, απέναντί της. Αλλά αυτό είναι εντελώς διαφορετικό θέμα και σχεδόν κανένας δεν ενδιαφέρεται τώρα για αυτό”, δήλωσε ο Πούτιν.

Ο Ρώσος πρόεδρος υπενθύμισε ότι το 1867 η Ρωσία πούλησε την Αλάσκα στις Ηνωμένες Πολιτείες έναντι 7,2 εκατομμυρίων δολαρίων και ότι το 1917 η Δανία πούλησε τις Παρθένες Νήσους στην Ουάσινγκτον, δημιουργώντας προηγούμενα για τέτοιου είδους εδαφικές συναλλαγές.

Χρησιμοποιώντας το τίμημα για την Αλάσκα, προσαρμοσμένο σε σχέση με τον πληθωρισμό και συνυπολογίζοντας το μεγαλύτερο μέγεθος της Γροιλανδίας και τις αλλαγές στην τιμή του χρυσού, ο Πούτιν είπε ότι η αγορά της Γροιλανδίας από τη Δανία θα μπορούσε να κοστίσει γύρω στο ένα δισεκατομμύριο δολάρια, τα οποία είπε πως πιστεύει ότι η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να διαθέσει. "Πιστεύω ότι θα τα βρουν μεταξύ τους”, πρόσθεσε ο Πούτιν.

Είχε προηγηθεί την Δευτέρα ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ, ο οποίος, σε ρόλο Πυθίας, δήλωσε ότι τυχόν απόκτηση της Γροιλανδίας από τον Τραμπ θα ήταν, είτε για καλό είτε για κακό, "ιστορικό γεγονός”.

Από την πλευρά του ο επικεφαλής της ρωσικής διπλωματίας Σεργκέι Λαβρόφ φρόντισε στην πρώτη για φέτος συνέντευξη Tύπου του να διαπιστώσει ότι η Γροιλανδία ουδέποτε υπήρξε "φυσικό τμήμα” της Δανίας (ή προηγουμένως της Νορβηγίας), αλλά αντικείμενο αποικιακής κατάκτησης, ασχέτως του αν οι κάτοικοί της πλέον εμφανίζονται ικανοποιημένοι με το status quo. Έστρεψε δε την συζήτηση στην επικαιρότητα της ανολοκλήρωτης αποαποικιοποίησης περιοχών τις οποίες κατέχει η Γαλλία ή η Βρετανία, ενώ οικειοποιήθηκε τις δηλώσεις Ευρωπαίων ιθυνόντων υπέρ του λαού της Γροιλανδίας και του δικαιώματός τους στην αυτοδιάθεση για να υποστηρίξει ότι το ίδιο ισχύει και για τον λαό της Κριμαίας.

Το ότι ο ένοικος του Κρεμλίνου και οι συν αυτώ διευκολύνουν κατ' αυτό τον τρόπο τον Αμερικανό ομόλογό του δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Ο Πούτιν δεν επιθυμεί να κόψει τις γέφυρες με τον Λευκό Οίκο τη στιγμή που αναμένει στη Μόσχα τους Στιβ Ουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ για άλλον έναν γύρο διαβουλεύσεων σχετικά με τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Ούτε άλλωστε δυσαρεστείται από το θέαμα της καταρράκωσης των ευρω-αμερικανικών σχέσεων.

Όμως δεν είναι ειλικρινής όταν αναφέρει ότι το ζήτημα της Γροιλανδίας "δεν αφορά τη Ρωσία”. Πόσo μάλλον όταν το επίδικο που προβάλλει ο ίδιος ο Τραμπ είναι η "απειλή ασφαλείας” στην Αρκτική, την οποία αντιπροσωπεύουν η Κίνα και η Ρωσία.

Στην πραγματικότητα το γροιλανδικό ζήτημα φέρνει τη Μόσχα ενώπιον ενός διλήμματος το οποίο δεν ήταν προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει.

Η κλιμάκωση των αντιπαραθέσεων μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής δημιουργεί χώρο για την Ρωσία να κινηθεί ευχερέστερα, γεννώντας ακόμη και σε Ευρωπαίους ιθύνοντες την επιθυμία για πρώτη φορά εδώ και τέσσερα χρόνια να βρουν διαύλους διαλόγου με τη Μόσχα. Όμως αυτό που επιχειρεί ο Τραμπ προφανώς και ανατρέπει τις ισορροπίες με την χώρα, η οποία διαθέτει άνω του 50% της ακτογραμμής της Αρκτικής, δηλαδή τη Ρωσία. Για να μη μιλήσει κανείς, για τον σεβασμό στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, στον οποίο αρέσκεται να αναφέρεται η Μόσχα.

Την ώρα που στα τηλεοπτικά πάνελ της Ρωσίας οι προσκεκλημένοι διασκεδάζουν με ό,τι προσλαμβάνουν ως επικείμενη διάλυση του ΝΑΤΟ, οι προσεκτικότεροι παρατηρητές στη Μόσχα με ανησυχία παρατηρούν ότι ο Τραμπ καθίσταται όλο και πιο απρόβλεπτος, αλλά και πιο επιθετικός απέναντι σε φίλους της Ρωσίας, όπως η Βενεζουέλα και το Ιράν. Η προσομοίωση "αδιαφορίας” ή οι κολακείες προς τον Τραμπ δεν το επιλύουν αυτό. Με άλλα λόγια, η ρωσική πλευρά δεν βρίσκεται σε λιγότερο αντιφατική και πιεστική θέση από τους περισσότερο ατλαντιστές Ευρωπαίους ηγέτες.