Ο "Κίμων" τρομάζει την Τουρκία: Ο πατέρας της "Γαλάζιας Πατρίδας" ζητά υποβρύχια

Δευτέρα, 19-Ιαν-2026 21:48

Ο "Κίμων" τρομάζει την Τουρκία: Ο πατέρας της "Γαλάζιας Πατρίδας" ζητά υποβρύχια

Η φρεγάτα "Κίμων" του Πολεμικού Ναυτικού συνεχίζει να προκάλεί συζητήσεις στη Τουρκία.

"Ποια θα μπορούσαν να είναι τα πιθανά σενάρια που θα αντιμετωπίσει η χώρα μας στο μέλλον και σε ποιο βαθμό θα απαιτείται ναυτική ισχύς σε αυτά τα σενάρια;" Αυτό είναι το ερώτημα στο οποίο καλούνται να απαντήσουν ο πατέρας του δόγματος της "Γαλάζιας Πατρίδας", υποναύαρχος ε.α. Τζεμ Γκιουρντενίζ και ο αντιπρόεδρος του think tank Τουρκικό Κέντρο Στρατηγικών Σπουδών για την Ασία (TASAM), ταξίαρχος ε.α. καθηγητής δρ.Φαχρί Ερενέλ, από την τουρκική εφημερίδα Milliyet.

Ο Ερενέλ εξήγησε ποιες δυνάμεις θα αναλάβουν ποιες αποστολές και από ποια σημεία σε περίπτωση ενός πιθανού πολέμου. "Αν η Τουρκία εμπλακεί σε έναν πόλεμο στο μέλλον, πιστεύω ότι αυτός θα αφορά την Κύπρο. Εφόσον μιλάμε για την Κύπρο, η απόστασή της από την Τουρκία είναι ήδη μικρότερη από 70 μίλια. Σε αυτό το σημείο πρέπει να εξεταστεί αν υπάρχει πραγματική ανάγκη για αεροπλανοφόρο", ανέφερε ο Ερενέλ και συνέχισε: "Τα 40 μίλια σημαίνουν για ένα F-16 περίπου 15 ή το πολύ 16 λεπτά πτήσης. Αεροσκάφη νεότερης τεχνολογίας μπορούν να βρίσκονται πάνω από την Κύπρο μέσα σε 10 λεπτά. Το είδαμε αυτό και στον πόλεμο μεταξύ Ιράν και Ισραήλ: οι πύραυλοι κρουζ μπορούν να διανύσουν αποστάσεις σε εξαιρετικά μικρό χρονικό διάστημα. Δεδομένου ότι η Τουρκία περιβάλλεται από θάλασσες στις τρεις πλευρές της, χρειάζεται πάντοτε ισχυρές ναυτικές δυνάμεις. Διαφορετικά, καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη η προστασία των χερσαίων συνόρων. Αν λάβουμε υπόψη την Ελλάδα, πέρα από την αντιπαράθεση στη θάλασσα, οι απειλές που μπορεί να στραφούν κατά της Τουρκίας από ξηράς ενδέχεται να προέλθουν από την περιοχή της Αλεξανδρούπολης στη Θράκη ή την Κύπρο. Σε κάθε περίπτωση, η Τουρκία έχει ανάγκη από ισχυρό ναυτικό".

Σύμφωνα με τον απόστρατο αντιναύαρχο Τζεμ Γκιουρντενίζ, η "Γαλάζια Πατρίδα" αποτελεί διαχρονικά έναν από τους βασικούς τομείς όπου πρέπει να γίνονται επενδύσεις. Η γεωγραφία μας, αλλά και οι συνεχείς εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, αποτελούν σαφή ένδειξη γι’ αυτό. Όπως επισημαίνει ο ίδιος, το μέγεθος και το κύρος των μεγάλων πλοίων μπορεί, σε περίπτωση απώλειάς τους, να μετατραπεί σε εξίσου μεγάλο ψυχολογικό πλήγμα. Για τον λόγο αυτό, ο Γκιουρντενίζ επαναφέρει το βάρος των επενδύσεων στη "Γαλάζια Πατρίδα": "Όταν ξεσπά ένας σοβαρός, μεγάλης κλίμακας συμβατικός πόλεμος μεταξύ δύο εθνικών κρατών, αυτά τα πλοία γίνονται στόχοι από τα πρώτα κιόλας λεπτά των συγκρούσεων. Και μπορούν να καταστραφούν σχετικά εύκολα. Αν δεν έχετε εξασφαλίσει αεροπορική υπεροχή και έλεγχο της θάλασσας και επιχειρήσετε να φέρετε αυτά τα πλοία σε παράκτια ύδατα, όπως το Αιγαίο, τότε τα χάνετε. Η κοινή γνώμη μπορεί να υπερηφανεύεται για την κατοχή μεγάλων αεροπλανοφόρων. Όμως το σημαντικό δεν είναι το μέγεθος του πλοίου, αλλά αν μπορείτε να χρησιμοποιήσετε εκείνη τη θαλάσσια περιοχή σε καιρό πολέμου. Ένα τέτοιο πλοίο μπορεί να προκαλεί υπερηφάνεια σε καιρό ειρήνης, αλλά όταν βυθιστεί προκαλεί τεράστια κατάρρευση του ηθικού. Γι’ αυτό η Τουρκία πρέπει πάντοτε να επενδύει κάτω από το νερό, διότι ο υποθαλάσσιος χώρος παραμένει ο πιο άγνωστος και ο πιο δύσκολος στην ανίχνευση", τόνισε.

Από ναυτική άποψη, η σημασία των πλοίων είναι δεδομένη. Πώς όμως οι ναυτικές δυνάμεις ενισχύουν τις χερσαίες επιχειρήσεις; Ο Ερενέλ εστίασε στην έννοια της "αμφίβιας" ισχύος, εξηγώντας τον ρόλο των αεροπλανοφόρων στην υποστήριξη χερσαίων επιχειρήσεων.

"Τα τελευταία χρόνια, ιδίως για την επίλυση περιφερειακών κρίσεων, η ναυτική ισχύς που διαθέτει η Τουρκία έχει καταστεί επαρκής. Ωστόσο, καθώς αυξάνεται η παγκόσμια επιρροή της χώρας, γνωρίζουμε ότι το ναυτικό θέτει συχνά το ζήτημα της ανάγκης για αεροπλανοφόρα. Και γιατί συμβαίνει αυτό; Διότι τα αμφίβια πλοία επίθεσης μπορούν να μεταφέρουν στα μεσαία τους καταστρώματα άρματα μάχης, άλλα οχήματα και προσωπικό. Στην Τουρκία έχει πλέον συγκροτηθεί αμφίβιο σώμα στρατού. Παλαιότερα υπήρχε μόνο μία ταξιαρχία, με έδρα τη Σμύρνη. Σήμερα διαθέτουμε ένα πλήρες σώμα στρατού, αποτελούμενο από τουλάχιστον τέσσερις ταξιαρχίες. Η Τουρκία είναι από τις ισχυρότερες χώρες στον κόσμο όσον αφορά την αμφίβια επιχειρησιακή ικανότητα. Όταν διαθέτετε αμφίβιο σώμα στρατού και αμφίβια πλοία όπως το TCG Anadolu και το TCG Trakya, σε συνδυασμό με τα προγράμματα MİLGEM, τις φρεγάτες αντιαεροπορικής άμυνας, τις επανδρωμένες και μη επανδρωμένες επιφανειακές και υποθαλάσσιες πλατφόρμες – και κυρίως τα υποβρύχια–, τότε μιλάμε για ολοκληρωμένο έλεγχο της Γαλάζιας Πατρίδας. Σε συνεργασία με τη Γερμανία, προσπαθούμε να αυξήσουμε ταχύτατα τον αριθμό των υποβρυχίων μας", ανέφερε.

Όπως ακριβώς συνέβη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με τα γερμανικά υποβρύχια, έτσι και στο μέλλον τα υποβρύχια θα μπορούσαν να διαδραματίσουν κυρίαρχο ρόλο στις θάλασσες. Ακόμη κι αν τα μεγάλα πλοία δεν χρησιμοποιούνται πλέον τόσο ευρέως, οι "αόρατοι πολεμιστές" των θαλασσών μπορούν να διασφαλίσουν την ισχύ κάτω από την επιφάνεια.

Αναφερόμενος στη στρατηγική του ασύμμετρου πολέμου, ο πατέρας της Γαλάζιας Πατρίδας, Τζεμ Γκιουρντενίζ σημείωσε: "Στο σημερινό πλαίσιο, όπου εξακολουθεί να ισχύει η προοπτική της ηπειρωτικής και παγκόσμιας ισχύος, δύο μεγάλες πλατφόρμες παραμένουν καθοριστικές: τα υποβρύχια και τα αεροπλανοφόρα. Με την ένταξη του πρώτου πυρηνικού αεροπλανοφόρου στο αμερικανικό ναυτικό, οι ΗΠΑ απέκτησαν τη δυνατότητα αδιάλειπτων επιχειρήσεων σε όλους τους ωκεανούς και διατήρησης υψηλού ρυθμού επιχειρήσεων. Αυτό σημαίνει ότι οι Αμερικανοί πρόεδροι μπορούσαν να στέλνουν αεροπλανοφόρα οπουδήποτε στον κόσμο ήθελαν. Σήμερα, όπως και κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, οι ΗΠΑ διαθέτουν 11 αεροπλανοφόρα. Κάθε ένα συνοδεύεται από ομάδα κρούσης, η οποία το προστατεύει και ενισχύει την ισχύ πυρός του, ιδιαίτερα κατά τις επιχειρήσεις προβολής ισχύος προς την ξηρά, με πυραύλους όπως οι Tomahawk. Γι’ αυτό τα αεροπλανοφόρα εξακολουθούν να αποτελούν βασικό στοιχείο της αμερικανικής ναυτικής ισχύος. Τα πυρηνικά αεροπλανοφόρα, με 70 έως 80 αεροσκάφη ικανά για επιθέσεις σε χερσαίους και θαλάσσιους στόχους, αερομαχίες και αεροπορική κάλυψη του στόλου, παραμένουν εξαιρετικά σημαντικά", κατέληξε.

Π.Κ.