Γιατί οι Ιρανοί ξεσηκώθηκαν κατά των μουλάδων
Κυριακή, 18-Ιαν-2026 13:20
Του Κώστα Ράπτη
Οι "τρίτοι δρόμοι" έχουν κόστος... Στην περίπτωση του Ιράν αυτό πληρώνεται εδώ και 47 χρόνια. Όταν το 1979 οι εξεγερμένοι Ιρανοί καλωσόριζαν τον αγιατολάχ Χομεϊνί, το σύνθημα που τους δονούσε ήταν "Ούτε Δύση, ούτε Ανατολή, Ισλαμική Δημοκρατία!". Η τελευταία μεγάλη επανάσταση του 20ού αιώνα διέφευγε των προβλέψεων κάθε σχετικού εγχειριδίου, καθώς αποτελούσε την προσπάθεια μιας μη ανεπτυγμένης, αλλά πλούσιας σε πόρους και ταχέως αστικοποιούμενης χώρας, να βρει στο διεθνές στερέωμα τη θέση που της ενέπνεε η πολιτισμική της αυτοπεποίθηση, επινοώντας ένα πολιτικο-κοινωνικό μοντέλο, διαφορετικό από αυτά που κυριαρχούσαν στον δυτικό κόσμο και στο τότε ακόμη ακμαίο σοβιετικό μπλοκ. Το σιιτικό Ισλάμ αναδύθηκε ως υπόσχεση κοινωνικής δικαιοσύνης (χωρίς κατάλυση της ελεύθερης αγοράς) σε μια χώρα μεγάλων ανισοτήτων, ως συνταγή συνοχής σε μια πολυεθνοτική κοινωνία, ως μοχλός άσκησης περιφερειακής επιρροής και κυρίως ως "όπλο" απέναντι σε όσους επεφύλαξαν στο Ιράν πολλαπλές ταπεινώσεις τις προηγούμενες δεκαετίες, όπως ο φονικός λιμός κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η σοβιετο-βρετανική κατοχή κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και το ξενοκίνητο πραξικόπημα του 1953 κατά του πρωθυπουργού Μοσαντέκ, ο οποίος εθνικοποίησε τον πετρελαϊκό κλάδο.
Σε έναν αιματηρό αυτοσχεδιασμό της Ιστορίας, που σημαδεύθηκε από τις μετεπαναστατικές εκκαθαρίσεις αλλά και τον φονικό οκταετή πόλεμο με το Ιράκ, το καθεστώς που παγιώθηκε, υβρίδιο θεοκρατίας και αντιπροσωπευτικών θεσμών, ταλαντεύεται εδώ και μισόν αιώνα ανάμεσα στην "εξαγωγή επανάστασης" (λ.χ. μέσω της Χεζμπολάχ) και τον συναλλακτικό πραγματισμό (που έφθασε κάποτε και μέχρι τις υπόγειες συναλλαγές με ΗΠΑ και Ισραήλ στο πλαίσιο της υπόθεσης "Ιράν - Κόντρας"), τη θρησκευτική ρητορική του "μαρτυρίου" και τα όλως "δυτικά" καταναλωτικά ήθη των αστικών του κέντρων, τη διαρκή αλληλεπίδραση με το εξωτερικό μέσω της ογκώδους ιρανικής διασποράς και την απομόνωση που επιφέρουν οι αμερικανικές κυρώσεις.
Το ισλαμικό καθεστώς υπήρξε η "ρεβάνς" των συντηρητικών στρωμάτων, που βίωσαν τραυματικά τις προηγούμενες απόπειρες "εκσυγχρονισμού από τα πάνω", όπως ήταν η απαγόρευση της μαντίλας από τον σάχη Ρεζά Παχλεβί και η "Λευκή Επανάσταση" του υιού και διαδόχου του. Και όμως: εκσυγχρονισμός με έναν ιδιόμορφο τρόπο επήλθε. Το μαρτυρούν αυτό οι ανεπτυγμένες υποδομές (που φθάνουν μέχρι την ανάπτυξη πυρηνικού προγράμματος), η καθίζηση των επιπέδων γεννητικότητας, η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου και των ευκαιριών απασχόλησης των γυναικών, η αύξηση των διαζυγίων καθώς και η μαρτυρούμενη υποχώρηση της θρησκευτικότητας (επιταχυνόμενη από τη σύζευξη θρησκείας και εξουσίας). Οι αντιφάσεις που προκύπτουν έτσι είναι εκρηκτικές: καίτοι η Ισλαμική Δημοκρατία διατηρεί έναν σκληρό πυρήνα κοινωνικής υποστήριξης, αδυνατεί να ανταποκριθεί στη διάχυτη προσδοκία της πλειοψηφίας του πληθυσμού για "κανονικότητα".
Αλλεπάλληλοι ξεσηκωμοί
Η παρούσα ανάφλεξη που ξεκίνησε από το παζάρι της Τεχεράνης στις 28 Δεκεμβρίου είναι, πολύ χαρακτηριστικά, η πολλοστή τα τελευταία χρόνια. Αρκεί να υπενθυμίσει κανείς το "Πράσινο Κίνημα" μετά τις καταγγελλόμενες ως νόθες εκλογές του 2009, τις αιματηρές πληβειακές εξεγέρσεις του 2017 και του 2019 λόγω της εκτίναξης της τιμής των καυσίμων ή το κίνημα "Ζωή, Γυναίκα, Ελευθερία" της νεολαίας το 2022, μετά τον θάνατο της "μη ευπρεπώς ενδεδυμένης" Μαχσά Αμινί. (Δείγμα της σχετικής ευαλωτότητας του καθεστώτος απέναντι στις διαμαρτυρίες αποτελεί και το γεγονός ότι η υποχρεωτικότητα της μαντίλας έχει καταργηθεί στην πράξη την τελευταία διετία και η προσπάθεια των συντηρητικών του κοινοβουλίου να την αποκαταστήσουν "πάγωσε" από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας.)
Αυτά τα κύματα αναταραχής διαφέρουν ως προς τη διάρκεια, την ένταση, τη συμμετοχή και την εστίασή τους, ενώ ιδιαίτερη παράμετρο αποτελεί η παρεμβολή μειονοτικών διεκδικήσεων (κυρίως από μέρους των Κούρδων και των Βελούχων). Ωστόσο, μόνο το 2009, οπότε η σύγκρουση συντηρητικών και μεταρρυθμιστών οδηγήθηκε στα άκρα, έδειξε να διαρρηγνύεται η συνοχή του συμπλέγματος εξουσίας, ενώ μόνο κατά το κίνημα των τελευταίων εβδομάδων υπήρξε εκτεταμένη χρήση όπλων και από τους εξεγερμένους (τους οποίους το καθεστώς θεωρεί πράκτορες εξοπλισμένους έξωθεν).
Στο επίκεντρο η οικονομία
Το σημαντικότερο, ωστόσο, στοιχείο των τελευταίων εβδομάδων υπήρξε ότι τον αρχικό πυρήνα των διαμαρτυριών έδωσε η εμπορική τάξη, η οποία αποτελούσε κατεξοχήν κοινωνικό στήριγμα της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Εξηγείται αυτό από την ασφυκτική κατάσταση της οικονομίας, λόγω των κυρώσεων ασφαλώς, αλλά όχι μόνο. O έλεγχος σημαντικού τμήματος της οικονομίας (περί το 30% του συνόλου) από τους Φρουρούς της Επανάστασης και τα θρησκευτικά ιδρύματα (μπονιάντ), καθώς και η καθιέρωση διαφορετικών συναλλαγματικών ισοτιμιών ανά κλάδο παραγκωνίζει παραδοσιακούς παίκτες και συγκεντρώνει ολοένα και περισσότερο πλούτο σε αναδυόμενους διαπλεκόμενους, τροφοδοτώντας την κοινωνική δυσαρέσκεια.
Ο πληθωρισμός ανέρχεται σε 40%-50%, το 33% του πληθυσμού ζει κάτω από το επίσημο όριο φτώχειας, η ανεργία κυμαίνεται στο 20%, με αυξημένα ποσοστά στους νέους και στις γυναίκες, ενώ ο κλάδος των υδρογονανθράκων (που αντιστοιχεί στο 18% του ΑΕΠ, το 60% των κρατικών εσόδων και το 80% των εξαγωγών) ασφυκτιά υπό το βάρος των κυρώσεων, που υπολογίζεται ότι στερούν από το Ιράν 120 δισ. δολάρια τον χρόνο.
Η γεωπολιτική παράμετρος
Ο συνδυασμός των εσωτερικών στρεβλώσεων με τη γεωπολιτική αντιπαράθεση δίνει την πλήρη εικόνα, καθώς μέσα στις δεκαετίες το Ισραήλ είδε τους άλλοτε στενούς συμμάχους του μεταξύ των εξω-αραβικών μουσουλμανικών δυνάμεων (Ιράν, Τουρκία) να μετατρέπονται σε κατεξοχήν αντιπάλους, παρά την ήττα ή εξαγορά των αραβικών κρατών. Εξ ου και φέρεται αποφασισμένο να στραφεί (ή μάλλον να στρέψει τις ΗΠΑ) ενάντια στην "κεφαλή" τού υπό ιρανική ηγεσία "άξονα της αντίστασης", τους "πλοκάμους" του οποίου (Χαμάς, Χεζμπολάχ, Χούθι) έχει ήδη πλήξει σφοδρά την τελευταία διετία. Για την Ουάσινγκτον, ένα επιπλέον κίνητρο αντιπαράθεσης με το Ιράν δίνει η ανάδυση του "ευρασιατικού άξονα" (Ρωσία, Κίνα), στον οποίο η Τεχεράνη επενδύει εσχάτως όλο και πιο πολύ. Ο περσινός "Πόλεμος των Δώδεκα Ημερών" αποτέλεσε έναν πρώτο γύρο, που δεν μπορεί να θεωρείται τελικός.
Είναι αυτό το στοιχείο το οποίο εξηγεί την προθυμία του Ντόναλντ Τραμπ να αφήνει, ως "αρωγός" των Ιρανών διαδηλωτών, ανοικτό το ενδεχόμενο στρατιωτικών επιλογών με στόχο την αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, αλλά και τη συσπείρωση του μηχανισμού εξουσίας του Ιράν, στον οποίο δεν σημειώθηκαν ρωγμές. Η έξωθεν απειλή προς την ακεραιότητα του κράτους λειτουργεί ανασταλτικά για το ομαλό ξεδίπλωμα των κοινωνικών αντιστάσεων και φοβίζει τα κοινωνικά στρώματα που απεχθάνονται τις περιπέτειες. Παράλληλα, τα αποσταθεροποιητικά σενάρια που θα συνεπαγόταν μια χαοτική κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας εξηγούν το γιατί μια σειρά από γειτονικά κράτη, όχι απαραιτήτως πολύ φιλικά προς το Ιράν (Σαουδική Αραβία, Ομάν, Κατάρ, Τουρκία, Πακιστάν), μεσολάβησαν προς τον Τραμπ για το κλείσιμο αυτού του γύρου αναταραχής.