Οι Ευρωπαίοι αρχίζουν να σκέφτονται το "αδιανόητο": Την απειλή να διώξουν αμερικανικό στρατό και βάσεις από την Ευρώπη λόγω Γροιλανδίας
Παρασκευή, 16-Ιαν-2026 09:00
Καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ απειλεί να χρησιμοποιήσει τον αμερικανικό στρατό για την κατάληψη της Γροιλανδίας, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και διπλωμάτες αρχίζουν να διατυπώνουν, κατ’ ιδίαν, μια σκέψη που μέχρι πρότινος θεωρούνταν αδιανόητη: πώς θα μπορούσε η Ευρώπη να απαντήσει.
Μια στρατιωτική αναμέτρηση μεταξύ των ΗΠΑ και ευρωπαϊκών δυνάμεων θα ήταν πιθανότατα από τις συντομότερες στην Ιστορία. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλοι τρόποι αντίδρασης, εφόσον ο Αμερικανός πρόεδρος δεν επιδείξει διάθεση συμβιβασμού.
Κομβικό σημείο πίεσης αποτελεί το εκτεταμένο δίκτυο στρατιωτικών υποδομών στην Ευρώπη, το οποίο οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν για την προβολή ισχύος σε περιοχές μακριά από την επικράτειά τους — ιδίως στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή.
Γιατί να συνεχίσουν οι ΗΠΑ να έχουν πρόσβαση σε αυτές τις βάσεις, ή να λαμβάνουν υποστήριξη από ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις, ακόμη και από υπηρεσίες πληροφοριών συμμάχων, αν επιχειρήσουν να καταλάβουν κυρίαρχο έδαφος κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ, όπως η Δανία;
Το ζήτημα είναι τόσο ευαίσθητο ώστε οι διπλωμάτες αποφεύγουν να το θέσουν ανοιχτά στις επίσημες συζητήσεις της ΕΕ ή του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, πέντε αξιωματούχοι και διπλωμάτες επιβεβαίωσαν στον ιστότοπο Politico ότι το θέμα της "αντεπίθεσης" στον Τραμπ συζητείται ιδιωτικά σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Πέραν των στρατιωτικών υποδομών, οι ΗΠΑ εξαρτώνται από την Ευρώπη και ως βασικό εμπορικό εταίρο, ενώ οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δαπανούν κάθε χρόνο δεκάδες δισ. δολάρια για την αγορά αμερικανικών οπλικών συστημάτων. Όλα αυτά συνιστούν δυνητικούς μοχλούς πίεσης, εάν οι Ευρωπαίοι αποφασίσουν να περιορίσουν τις αγορές τους από τις ΗΠΑ.
Ο μεγάλος κίνδυνος, σύμφωνα με ορισμένους αξιωματούχους, είναι ότι μια τόσο ωμή πρόκληση θα μπορούσε να οδηγήσει σε πλήρη ρήξη των διατλαντικών σχέσεων. Άλλοι, ωστόσο, εκτιμούν ότι υπό τον Τραμπ η συμμαχία έχει γίνει τοξική και ότι η Ευρώπη οφείλει να προχωρήσει παρακάτω.
Η πιο σαφής έως τώρα προειδοποίηση ήρθε με έμμεσο τρόπο από τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν. "Δεν υποτιμούμε τις δηλώσεις για τη Γροιλανδία", δήλωσε αυτή την εβδομάδα προς το γαλλικό υπουργικό συμβούλιο. "Αν πληγεί η κυριαρχία ενός ευρωπαϊκού και συμμαχικού κράτους, οι επιπτώσεις θα είναι πρωτοφανείς. Η Γαλλία παρακολουθεί την κατάσταση με τη μέγιστη προσοχή και θα ενεργήσει σε πλήρη αλληλεγγύη με τη Δανία".
Γάλλος κυβερνητικός αξιωματούχος δεν επιβεβαίωσε αν ο Μακρόν είχε ή σκοπεύει να έχει επαφές με τον Τραμπ για το θέμα, τόνισε όμως ότι "πρόκειται για εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα και ο πρόεδρος σταθμίζει προσεκτικά κάθε λέξη".
Ο εύκολος ή ο δύσκολος δρόμος
Η έμμεση προειδοποίηση Μακρόν ήρθε την ώρα που οι υπουργοί Εξωτερικών της Δανίας και της Γροιλανδίας άρχισαν συνομιλίες με την κυβέρνηση Τραμπ στην Ουάσινγκτον, αναζητώντας συμβιβασμό για το μέλλον του νησιού των 57.000 κατοίκων.
Μετά τις συνομιλίες της Τετάρτης με τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς και τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο Δανός ΥΠΕΞ Λαρς Λόκε Ράσμουσεν προσπάθησε να εμφανιστεί αισιόδοξος, παραδέχθηκε όμως ότι συμφωνία δεν διαφαίνεται. "Ο πρόεδρος έχει αυτή την επιθυμία να κατακτήσει τη Γροιλανδία", δήλωσε. "Και ως εκ τούτου εξακολουθούμε να έχουμε μια θεμελιώδη διαφωνία".
Διπλωμάτες ευρωπαϊκών χωρών, που ζήτησαν να διατηρηθεί η ανωνυμία τους, ανέφεραν ότι συνεχίζονται οι συζητήσεις για τρόπους άσκησης πίεσης. Οι πιο ήπιες επιλογές περιλαμβάνουν τακτικές καθυστέρησης, άσκηση επιρροής σε Ρεπουμπλικανούς στην Ουάσινγκτον, αποστολή συμμαχικών στρατευμάτων στη Γροιλανδία, ακόμη και εκστρατεία ενημέρωσης στις ΗΠΑ.
Ωστόσο, έχει τεθεί και το ενδεχόμενο διακοπής της υποστήριξης σε αμερικανικές στρατιωτικές αναπτύξεις, ακόμη και ριζοσπαστικές προτάσεις για ανάκτηση του ελέγχου αμερικανικών βάσεων. "Γίνονται συζητήσεις για το πώς θα μπορούσαμε να ασκήσουμε πίεση και να πούμε: "Μας χρειάζεστε, και αν προχωρήσετε σε αυτό, θα υπάρξουν αντίποινα”", ανέφερε διπλωμάτης. "Ταυτόχρονα, όμως, κανείς δεν θέλει να μιλήσει ανοιχτά".
Ο βασικός λόγος της ευρωπαϊκής επιφυλακτικότητας είναι ότι θεωρούν την υποστήριξη του Τραμπ κρίσιμη για την παροχή αξιόπιστων εγγυήσεων ασφάλειας προς την Ουκρανία στο πλαίσιο οποιασδήποτε ειρηνευτικής συμφωνίας με τη Ρωσία. Παράλληλα, πολλοί σύμμαχοι δυσκολεύονται να φανταστούν ότι οι ΗΠΑ θα επιχειρούσαν πράγματι να καταλάβουν τη Γροιλανδία διά της βίας. "Ίσως είναι ευσεβής πόθος", παραδέχθηκε διπλωμάτης, προσθέτοντας όμως: "Πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι".
Άλλος Ευρωπαίος αξιωματούχος επιβεβαίωσε ότι οι κυβερνήσεις εξετάζουν τρόπους αποτελεσματικής αντίδρασης στις αμερικανικές εδαφικές διεκδικήσεις. "Υπάρχει μοχλός πίεσης στην Ευρώπη, αλλά δεν αξιοποιείται στο έπακρο", σημείωσε.
Προς το παρόν, η Ευρώπη δεν είναι ψυχολογικά έτοιμη για την κλιμάκωση που θα συνεπαγόταν μια τέτοια αντιπαράθεση.
Εντός του ΝΑΤΟ — όπου κάθε συζήτηση περί "τιμωρίας” των ΗΠΑ παραμένει σχεδόν ταμπού — ορισμένοι προειδοποιούν ότι μια τέτοια κίνηση θα είχε διπλή όψη. "Η χρήση των βάσεων ως διαπραγματευτικού χαρτιού θα προκαλούσε αμοιβαία ζημιά", ανέφερε διπλωμάτης του ΝΑΤΟ. "Η Ευρώπη θα έχανε περαιτέρω εγγυήσεις ασφάλειας και οι ΗΠΑ την πιο πολύτιμη προκεχωρημένη επιχειρησιακή τους πλατφόρμα".
Ποια περιουσιακά στοιχεία διακυβεύονται
Το 2024 οι ΗΠΑ διέθεταν 31 μόνιμες βάσεις και 19 ακόμη στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην Ευρώπη, στο πλαίσιο της Διοίκησης Ευρώπης των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ. Σε αυτές υπηρετούσαν τουλάχιστον 67.500 εν ενεργεία στρατιωτικοί, κυρίως σε Γερμανία, Ιταλία και Ηνωμένο Βασίλειο.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η μεγαλύτερη βάση του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, στο Ράμσταϊν της Γερμανίας, καθώς και οι αεροπορικές βάσεις Λέικενχιθ και Μίλντενχολ στο Ηνωμένο Βασίλειο, που φιλοξενούν συνολικά περίπου 3.000 στρατιωτικούς. Η βάση του Αβιάνο στην Ιταλία υποστηρίζει τη μοναδική αμερικανική πτέρυγα μαχητικών νοτίως των Άλπεων και θεωρείται "κομβικός πυλώνας της αεροπορικής ισχύος του ΝΑΤΟ".
Ο Μπεν Χότζες, πρώην διοικητής των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη, υπογράμμισε ότι οι βάσεις αυτές είναι "απαραίτητες για την επιχειρησιακή ετοιμότητα και την παγκόσμια στρατηγική εμβέλεια των ΗΠΑ". Η αποχώρηση από το Ράμσταϊν, ειδικότερα, θα είχε "καταστροφικές" συνέπειες για τις αμερικανικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή και την Αφρική.
Η Ευρώπη διαθέτει και άλλα μέσα πίεσης. Μια ρήξη θα κόστιζε στις ΗΠΑ περίπου "το ήμισυ" των δυνατοτήτων ανταλλαγής πληροφοριών, ενώ θα μπορούσε να τεθεί και θέμα διακοπής αγορών αμερικανικών όπλων. Το 2024 η Ευρώπη ενέκρινε διακρατικές συμβάσεις ύψους 76 δισ. δολαρίων — πάνω από το μισό του παγκόσμιου συνόλου των ΗΠΑ.
"Η Ευρώπη μπορεί να βοηθήσει να σωθεί το ΝΑΤΟ και η διατλαντική σχέση, αν σταθεί απέναντι στις ΗΠΑ και δεν λειτουργήσει παθητικά", τόνισε ο Χότζες.
Όταν ο Τραμπ βομβάρδισε το Ιράν τον Ιούνιο του περασμένου έτους, οι Αμερικανοί στρατιωτικοί σχεδιαστές ζήτησαν ευρωπαϊκή αεροπορική υποστήριξη, μεταξύ άλλων μέσω βάσης του ΝΑΤΟ κοντά στη Μαύρη Θάλασσα, στη Ρουμανία. Μόλις την περασμένη εβδομάδα, αμερικανικές δυνάμεις χρησιμοποίησαν βρετανικές βάσεις για την κατάληψη δεξαμενόπλοιου "σκιώδους στόλου" με ρωσική σημαία στον Βόρειο Ατλαντικό.
Σύμφωνα με Ευρωπαίους αξιωματούχους, τα παραδείγματα αυτά αποδεικνύουν ότι ο Τραμπ εξακολουθεί να χρειάζεται τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην Ευρώπη.
Η νομική και υλικοτεχνική διαδικασία κλεισίματος αμερικανικών βάσεων θα παρουσίαζε "βαθιές προκλήσεις", όπως η διαχείριση αποχώρησης στρατευμάτων και οι αποζημιώσεις για στρατιωτικό εξοπλισμό, σύμφωνα με τον Τζέφρι Κορν, διευθυντή του Κέντρου Στρατιωτικού Δικαίου και Πολιτικής του Texas Tech University. Νομικά, ωστόσο, "πρόκειται για ζήτημα εθνικού δικαίου" των ευρωπαϊκών χωρών. "Είναι δικαίωμά τους", σημείωσε.
Παρά τον συναγερμό για τη Γροιλανδία, το ζήτημα δεν αποτελεί την κορυφαία προτεραιότητα ασφαλείας για την ΕΕ ή το Ηνωμένο Βασίλειο. Αν και χώρες όπως η Γερμανία, η Σουηδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία έχουν δεσμευτεί να στείλουν στρατιωτικό προσωπικό στο νησί ως ένδειξη στήριξης, άλλοι φοβούνται ότι η διαμάχη αποσπά την προσοχή από τον βασικό στόχο: την άμυνα της Ουκρανίας απέναντι στη Ρωσία.
Χωρίς αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας, παραδέχονται οι διπλωμάτες, θα είναι αδύνατο να αποτραπεί μια νέα επίθεση του Βλαντίμιρ Πούτιν κατά της Ουκρανίας. Έτσι, προς το παρόν, η κατευναστική στάση απέναντι στον Τραμπ θεωρείται αναγκαία — ακόμη κι αν η συμμαχία δεν προορίζεται να διαρκέσει.
"Η διατλαντική σχέση αλλάζει", κατέληξε αξιωματούχος χώρας της ΕΕ. "Δεν μπορεί να επιστρέψει στο παρελθόν".